ΜΕΡΟΣ Α΄
Στὰ προηγούμενα μαθήματα προπαγάνδας παρουσιάσθηκαν οἱ τεχνικὲς κατατρομοκράτησης τῶν πολιτῶν μέσῳ τῆς κατασκευῆς καὶ ἐπίκλησης μπαμπουλοειδῶν «κρίσεων», οἱ ὁποῖες διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη ἢ ἐξελίσσονται παράλληλα.
Εἶναι, λοιπόν, πολὺ σημαντικὸ νὰ κατανοηθεῖ ὅτι ἡ διαρκὴς ὑπενθύμιση τῶν διαδοχικῶν ἢ παράλληλων κρίσεων ποὺ μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα ἢ ἕνα λαὸ καὶ προβάλλονται ὡς λόγοι γιὰ τὴν κήρυξη τῶν ἀντίστοιχων «πολέμων» (κατὰ τῆς πανδημίας, τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, τῆς ἀκρίβειας κ.ο.κ.) συνδέεται στενὰ μὲ τὸν τρόπο ἀντίδρασης τῶν βρεφῶν στὸν κίνδυνο. Ὅπως σημειώνεται στὸ βιβλίο «Εἰσαγωγὴ στὴν Κοινωνικὴ Ψυχολογία» τῶν Χιούστοουν / Στρέμπε / Γιόνας (Hewstone / Stroebe / Jonas), ἐπιστ. ἐπιμ.: Γ. Ἀμπακούμπκιν, μτφ.: Τ. Πλυτᾶ, σελ. 421):
«Σὲ ἀπειλητικὲς καταστάσεις (π.χ. συνθῆκες ἄμεσου κινδύνου ἢ ὅταν αἰσθάνεται πεῖνα ἢ δίψα) τὸ βρέφος εἶναι ἀναγκασμένο νὰ στηριχτεῖ στὸν φροντιστή του καὶ νὰ τραβήξει τὴν προσοχή του – μὲ τὴ μητέρα του νὰ εἶναι συνήθως ὁ κύριος φροντιστής. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ μωρὰ ἀρχίζουν νὰ κλαῖνε, ὅταν πεινοῦν ἢ ὅταν δὲν εἶναι σωστὴ ἡ θερμοκρασία τους – ἐὰν δὲν τὸ ἔκαναν, θὰ μειώνονταν οἱ πιθανότητες ἐπιβίωσής τους».
Ἑπομένως, ὅταν μία κυβέρνηση καλεῖ τοὺς πολίτες νὰ στρατολογηθοῦν στὸ κοινὸ μέτωπο κατὰ ἑνὸς «ἀόρατου ἐχθροῦ» (καρκίνου, AIDS, κορωνοϊοῦ, ραδιενέργειας κ.λπ.), στὴν πραγματικότητα ἐνεργοποιεῖ τὴν ἀνάγκη προσκόλλησης τοῦ βρέφους στὸν φροντιστή του, ὁπότε ὑπὸ «πολεμικὲς» συνθῆκες οἱ βρεφοποιημένοι πολίτες μετατρέπονται σὲ ὑποχείρια τῶν διαχειριστῶν τῆς ἑκάστοτε κρίσης. Δὲν χρειάζεται νὰ δαπανήσει κανεὶς φαιὰ οὐσία, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ εὖρος τῆς ἐξάρτησης τοῦ πολίτη ἀπὸ τοὺς «φροντιστές» του, ὅταν τοῦ ἀνακοινώνουν ὅτι ἀπειλεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ μία ἀλλὰ ἀπὸ πολλὲς κρίσεις ποὺ ἔχουν ξεσπάσει ταυτοχρόνως ἢ διαδοχικῶς (ἐξ οὗ καὶ ὁ νεοεμφανισθεὶς ὅρος «πολυκρίση»).
Μὲ ὅρους πολιτικῆς ἐπιστήμης, πρόκειται ἐδῶ γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς «συσπείρωσης γύρω ἀπὸ τὴν σημαία» (rally ’round the flag effect), τὸ ὁποῖο παρατηρεῖται ὅταν ξεσποῦν (συνήθως τεχνητὲς) κρίσεις παγκόσμιας ἐμβέλειας καὶ οἱ τρομοκρατημένοι πολίτες ἐμφανίζονται ἀνεκτικοὶ στὴν ἐφαρμογὴ δρακόντειων μέτρων ποὺ ψαλιδίζουν ἢ ἐξαφανίζουν τὶς ἐλευθερίες τους (βλ. π.χ. Μηναΐδη, Ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς τὴν περίοδο τῆς πανδημίας Covid-19, 2023, σελ. 217, ὑποσ. 120).
Δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ἡ σχέση ποὺ ἀναπτύσσεται ἀνάμεσα στοὺς γονεῖς καὶ τὰ τέκνα τους λειτουργεῖ ὡς ἀρχέτυπο στὴν σχέση ποὺ ἀναπτύσσεται ἀνάμεσα σὲ μία κυβέρνηση καὶ τοὺς πολίτες (βλ. καὶ Γιώνας, Ἡ ἀρχὴ τῆς εὐθύνης. Ἀναζητώντας μία ἠθικὴ γιὰ τὸν τεχνολογικὸ πολιτισμό, μτφ.: Ντ. Σαμοθράκη / Θ. Στρούφης, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2018, σελ. 245 ἑπ., 346 ἑπ.). Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως οἱ γονεῖς ἀσκοῦν ἐξουσία πάνω στὰ παιδιά τους, ἔτσι καὶ μία κυβέρνηση ἀσκεῖ ἐξουσία πάνω στοὺς πολίτες. Ἑπομένως, μία κυβέρνηση εἶναι ἀναμενόμενο νὰ καταφεύγει σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς τεχνικὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ γονεῖς, γιὰ νὰ φέρουν τὰ παιδιὰ στὰ νερά τους.
Ὅσο, ὅμως, τὰ παιδιὰ μεγαλώνουν, τόσο δυσκολότερα μποροῦν νὰ ἐπιβληθοῦν σὲ αὐτὰ οἱ γονεῖς τους, ἀφοῦ μὲ τὴν αὔξηση τῆς ἡλικίας τους ἐπιτείνεται καὶ ἡ διεκδίκηση ἀπὸ τὴν πλευρά τους ἑνὸς εὐρύτερου πεδίου ἐλευθερίας. Κι ὅσο περισσότερο ἐλεύθερα γίνονται τὰ παιδιά, τόσο μεγαλώνει ἀντιστοίχως καὶ τὸ μερίδιο τῆς εὐθύνης τους, ἀφοῦ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῶν γονέων τους καὶ γιὰ τὶς πράξεις τους φέρουν πλέον τὴν περίφημη ἀτομικὴ εὐθύνη.
Ὅταν, ὅμως, οἱ γονεῖς δὲν ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὴν κρίση τῶν παιδιῶν τους καὶ δὲν ἀντέχουν στὴν ἰδέα ὅτι θὰ τοὺς συμβεῖ κάποια στιγμὴ κάτι κακό, γίνονται ὑπερπροστατευτικοί, συμβιβαζόμενοι μὲ τὸ βαρὺ τίμημα ποὺ θὰ πρέπει νὰ πληρώσουν τὰ παιδιά τους. Διότι ἡ ὑψηλὴ ἀσφάλειά τους θὰ συνεπάγεται τὴν συρρικνωμένη ἐλευθερία τους.
Γιὰ νὰ ἀντέξουν τὰ παιδιὰ τὸ αἴσθημα τῆς ἀνελευθερίας τους, οἱ γονεῖς θὰ πρέπει νὰ τὰ μεγαλώνουν κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ τὰ ἐθίσουν σὲ μία διαρκῆ-εὐνουχιστικὴ ἀνάγκη ἀσφάλειας, ἡ ὑλοποίηση τῆς ὁποίας θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς ἐπεμβατικὲς ἱκανότητες τῶν γονέων τους.
Οἱ ὑπερπροστατευτικοὶ γονεῖς θὰ εἶναι σὲ θέση νὰ συντηροῦν τὴν ἀρρωστημένη σχέση μὲ τὰ παιδιά τους, ἂν καταφέρουν νὰ τὰ πείσουν ὅτι μεγαλώνουν σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὴν ὑγεία τους κι ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος, γιὰ νὰ προφυλάσσονται ἀπὸ τοὺς ἀμέτρητους μπαμποῦλες εἶναι νὰ ἔχουν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἐξασφαλισμένη τὴν βοήθεια τῶν γονέων τους. Ἀκόμη καλύτερο γι’ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς γονεῖς θὰ ἦταν ἂν περιόριζαν τὶς μετακινήσεις τους στὸν ἔξω κόσμο καὶ προτιμοῦσαν νὰ μένουν σπίτι, κλειδαμπαρωμένοι στὸ χρυσὸ κλουβί τους ἢ ξαπλωμένοι στὸ ζεστὸ παπλωματάκι τους πίσω ἀπὸ τὰ κάγκελλα τῆς νηπιακῆς κούνιας τους.
Τέτοιοι γονεῖς, λοιπόν, μεγαλώνουν βρεφοποιημένα τέκνα, τὰ ὁποῖα εἶναι εὐχερῶς χειραγωγήσιμα, διαρκῶς ἐλέγξιμα καὶ προφανῶς εὐνουχισμένα. Σὲ ἐπίπεδο πολιτικῆς διακυβέρνησης, οἱ βρεφοποιημένοι πολίτες εἶναι οἱ ἰδανικοὶ «ὑπάκουοι ὑπήκοοι», καλομαθημένοι καὶ ἐν ταυτῷ κακομαθημένοι.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι καὶ στὸ πεδίο τῆς Ψυχολογίας ἐπικρίνεται τὸ μοντέλο τῆς ὑπερπροστατευτικῆς γονικῆς μέριμνας, γιὰ τὴν ὁποία ἔχει πλασθεῖ ὁ ὅρος «γονεῖς-ἑλικόπτερα» (helicopter parenting), δηλ. γονεῖς σὲ μόνιμη ἑτοιμότητα νὰ ἐπέμβουν ὑπὲρ τῶν παιδιῶν τους, λύνοντας τὸ παραμικρὸ πρόβλημα ποὺ μπορεῖ νὰ προκύψει στὴν ζωή τους.
Τέτοιοι γονεῖς, ποὺ ἔχουν θεοποιήσει τὴν ἔννοια τῆς ἀσφάλειας, διαφωνοῦν μὲ τὴν ἰδέα ὅτι τὰ παιδιὰ τους πρέπει νὰ ἐκτίθενται σὲ ὁποιονδήποτε κίνδυνο καί, ὡς ἐκ τούτου, συμπεριφέρονται μὲ παρεμβατικὸ καὶ ἐλεγκτικὸ τρόπο. Καθὼς δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτοδύναμα ὁποιαδήποτε προβληματικὴ κατάσταση καὶ νὰ βροῦν ἀπὸ μόνα τους τὴν ἐνδεδειγμένη λύση, τὰ παιδιὰ τῶν ὑπερπροστατευτικῶν γονέων ὀνομάζονται «παιδιὰ ἀπὸ βαμβάκι» (Cotton Wool Kids) καὶ διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα παιδιὰ νὰ πέσουν θύματα ἢ νὰ γίνουν θύτες ἐκφοβισμοῦ. Ἐπιπλέον, ἡ ὑπερπροστατευτικὴ διαπαιδαγώγηση διαμορφώνει ὑπερευαίσθητες προσωπικότητες μὲ αὐξημένα συμπτώματα ἄγχους.
Στὴν διεθνῆ συζήτηση ποὺ διεξάγεται γιὰ τὸ κοινωνικὸ φαινόμενο τῆς βρεφοποίησης συναντᾶμε τὸν ὅρο “kidults” ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1985 ἀπὸ τὸν ἀρθρογράφο τῶν New York Times P. Martin. Ὁ ὅρος αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ μεταφρασθεῖ στὴν ἑλληνικὴ ὀλίγον ἀδόκιμα ὡς «παιδοενήλικοι», ἀλλὰ φρονῶ πὼς τὸ σημαινόμενο ἀποδίδεται εὐστοχότερα μὲ τὴν λέξη «παλίμπαιδες». Ὁ ὅρος “kidults” ἀποτελεῖ γλωσσοπλασία προερχόμενη ἀπὸ τὶς λέξεις “kid” καὶ “adult”, ἡ ὁποία σημαίνει τοὺς ἐνήλικες ποὺ ἔχουν παιδικὸ γοῦστο καὶ εὐαισθησία.
Ὅσοι ἔχουν τὸ «σύνδρομο τοῦ παλίμπαιδος» ἀποζητοῦν τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ τὶς εὐθύνες ποὺ τοὺς καθιστοῦν ἱκανοὺς ἑταίρους στὶς διανθρώπινες σχέσεις. Σημειωτέον ὅτι ὁ «παλίμπαις», ἐνῶ ἔχει ἐμφάνιση ἐνηλίκου, συνεχίζει νὰ συμπεριφέρεται σὰν παιδί, τοῦτο δὲ ἀντανακλᾶται ὄχι μόνο στὴν ἐξωτερική του εἰκόνα ἀλλὰ καὶ στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο καὶ τὰ νοητικὰ χαρακτηριστικά του (βλ. Ghosh, Infantilism as a social Phenomenon, εἰς: Varale / Sharma / Vicky / Hooda [ἐπιμ. ἔκδ.] Advances in Literature, Social Science, Commerce and Management Volume, 2023, Τόμ. IV, σελ. 35 ἑπ., 37).
Σημειωτέον ὅτι, σὲ μία μελέτη ποὺ εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ καὶ ἀφοροῦσε τὸν ὑπερπροστατευτικὸ τύπο διαπαιδαγώγησης μὲ «γονεῖς-ἑλικόπτερα» καὶ «παιδιὰ ἀπὸ βαμβάκι» (Bristow, The Double Bind of Parenting Culture: Helicopter Parents and Cotton Wool Kids, εἰς: Lee / Bristow / Faircloth / Macvarish [ἐπιμ. ἔκδ.], Parentnig Culture Studies, 2014, σελ. 200 ἑπ.), κατεγράφη ἡ διαπίστωση τῶν εἰδικῶν ὅτι «ἡ ἐμμονὴ μὲ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀσφάλεια ἔχει ξεφύγει τῶν ἀνεκτῶν ὁρίων» καὶ ὅτι «τὰ παιδιὰ ἔχουν παραγίνει ἀποφευκτικὰ σὲ σχέση μὲ τὸν κίνδυνο».
Ἀλλὰ καὶ πολλὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν μελέτη αὐτή, ὁ Βαγγέλης Πολυδούρης στὸ βιβλίο του «Τὸ ταμποὺ τῶν συμβόλων» (Ἀθήνα 1976, σελ. 64) εἶχε κάνει μία καίρια ἐπισήμανση σὲ σχέση μὲ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστόν, στὴν ἐποχὴ τοῦ κορωνοϊοῦ μεγάλωσαν σὲ ἕνα σχολικὸ περιβάλλον ποὺ καλλιέργησε τὴν μαζικὴ νεύρωση ἐξαιτίας τοῦ φόβου γιὰ τὴ μετάδοση τοῦ ἰοῦ:
«Ἐμεῖς οἱ μεγάλοι καταστρέφουμε τὶς περισσότερες ἀπ’ τὶς διανοητικὲς καὶ δημιουργικὲς ἱκανότητες τῶν παιδιῶν μὲ τὶς φροντίδες μας καὶ μὲ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ τοὺς ἀναθέτουμε. Πάνω ἀπ’ ὅλα καταστρέφουμε τὴν πνευματική τους ἱκανότητα, κάνοντάς τα νὰ φοβοῦνται… Νὰ φοβοῦνται νὰ ριψοκινδυνεύσουν, νὰ πειραματιστοῦν, νὰ φοβοῦνται νὰ δοκιμάσουν τὸ δύσκολο καὶ τὸ ἄγνωστο. Ἀκόμα, ὅταν δὲν δημιουργοῦμε τοὺς φόβους τῶν παιδιῶν, ὅταν ἔρχονται σὲ μᾶς μὲ δημιουργημένους πιὰ φόβους, χρησιμοποιοῦμε αὐτοὺς τοὺς φόβους σὰν λαβές, γιὰ νὰ τὰ κάνουμε ὑποχείρια. Ἀντὶ νὰ προσπαθήσουμε νὰ καταστείλουμε τοὺς φόβους τους, τοὺς ἀνεβάζουμε σ’ ἕνα τερατῶδες μέγεθος».
Τὸ ἀμὸκ γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἀπόλυτης ἀσφάλειας ἀποστερεῖ ἀπὸ τὸν πολίτη τὶς δύο θεμελιώδεις ἰδιότητές του, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια, καὶ τὸν ἐκφυλίζει σὲ «παλίμπαιδα», ὁ ὁποῖος πασχίζει γιὰ τὴν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς κατώτατες ἱεραρχικὲς βαθμίδες τῆς περίφημης πυραμίδας τοῦ Μάσλοου.
Σύμφωνα μὲ τὴν πυραμίδα ἱεράρχησης τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία παρουσίασε στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα ὁ Ἀμερικανὸς ψυχολόγος Ἀβραὰμ Μάσλοου (Abraham Maslow), στην βάση αὐτῆς τῆς πυραμίδας βρίσκονται οἱ φυσιολογικὲς-βιολογικὲς ἀνάγκες (physiological needs) τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐπιβίωσή του (π.χ. τροφή, νερό, ἀέρας, ὕπνος), ἐνῶ στην κορυφή της βρίσκεται ἡ ἀνθρώπινη ἀνάγκη γιὰ αὐτοπραγμάτωση (need for self-actualization), κάτω δὲ ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴν βρίσκονται οἱ ανάγκες αὐτοεκτιμήσεως (the estemm needs). Ἀμφότερες οἱ ἀνάγκες αὐτὲς ἐμφανίζουν μιὰ πολὺ πιὸ σύνθετη δομὴ ἀπ’ ὅ,τι οἱ φυσιολογικὲς-βασικὲς ἀνάγκες.
Ἔτσι, ἡ φρενίτιδα γιὰ ἀσφαλῆ βίο μοιάζει μὲ ἕνα διανοητικὸ ἰὸ ποὺ ἔχει μολύνει τὸ μυαλὸ τῶν βρεφοποιημένων πολιτῶν καὶ τοὺς ὁδηγεῖ στὴν αὐτοκαταστροφή, μακριὰ ἀπὸ τὶς ὑψηλότερες (ψυχολογικὲς) ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ἐκεῖνες τῆς αὐτοεκτίμησης καὶ αὐτοπραγμάτωσης. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα, δικαίως πλάσθηκε στὴν ἀγγλοσαξονικὴ ἐπιστήμη ὁ ὅρος «ἀσφαλίτιδα» (safetyism), ὁ ὁποῖος συνυποδηλώνει ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ἀκόμη μάστιγα τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ μας.
Ἐκτὸς τῆς κατατρομοκράτησης τοῦ βρεφοποιημένου πολίτη, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποζητᾶ τὴν ἀσφάλεια τοῦ πανίσχυρου κρατικοῦ Λεβιάθαν, ὁ φόβος τῆς τιμωρίας καὶ ἡ προσδοκία τῆς ἀνταμοιβῆς εἶναι ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ δίπολο ποὺ τὸ βιώσαμε στὸ πετσί μας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πανδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ. Οἱ μὲν «ἀρνητὲς» ὑγειονομικοὶ τιμωρήθηκαν μὲ ἀναστολὴ ἐργασίας, ἡ δὲ συνεργάσιμη νεολαία ἀνταμείφθηκε μὲ ψηφιακὸ πορτοφόλι. Πάντως, ὅσο πιὸ συχνὰ τιμωρεῖ ὁ γονέας τόσο πιὸ σκληρὸς καὶ αὐταρχικὸς εἶναι. Κι ὅσο πιὸ συχνὰ ἐπιβραβεύει, τόσο πιὸ καλὸς καὶ ἀνθρώπινος θεωρεῖται.
Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπισήμανση τῶν Ντράικουρς / Γκοὺντ / Κορδίνι στὸ βιβλίο τους «Ἡ δημοκρατία στὸ σπίτι» (μτφ.: Λ. Μητᾶ, ἐκδ. Γλάρος, Ἀθήνα 1979, σελ. 15· τίτλος πρωτοτύπου: Family Council) γιὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους «οἱ γονεῖς προσπαθοῦν νὰ ἀναγκάσουν τὰ παιδιά τους νὰ κάνουν ὅ,τι αὐτοὶ θέλουν: δωροδοκία, ἀπειλές, ἀντιδικία, ἐξαναγκασμός. Καθένας ἀπὸ τοὺς τρόπους αὐτοὺς «μπορεῖ πρὸς στιγμὴν ν’ ἀποδειχθεῖ ἀποτελεσματικός, κουβαλάει ὅμως μαζί του καὶ ἐπακόλουθα». Ὡς ἐπακόλουθα τῆς δωροδοκίας καὶ τῆς ἀπειλῆς, οἱ συγγραφεῖς ἀναφέρουν τὰ ἑξῆς:
«Ἂν δωροδοκήσετε ἕνα παιδί, θὰ ἀνακαλύψετε ὅτι δὲν θὰ κάνει ποτὲ ὅ,τι δὲν θέλει, ἐκτὸς ἂν τὸ ἀνταμείβετε. Τοῦτο μόλις καὶ μετὰ βίας συνιστᾶ μία ἱκανοποιητικὴ μέριμνα γιὰ τὸν ἐνήλικο. Πῶς θὰ ἐνεργήσει, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀνταμοιβὴ στὸ προσκήνιο;
Ἂν τὸ ἀπειλήσετε, θὰ μάθει σύντομα τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀπειλὲς ἐκεῖνες ποὺ προτίθεστε νὰ πραγματοποιήσετε κι ἐκεῖνες ποὺ στεροῦνται περιεχομένου, καὶ θὰ ἀνταποκριθεῖ ἀνάλογα. Ὅσο πιὸ πολὺ ἕνας γονιὸς ἀπειλεῖ, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ πάρει πίσω τὰ λόγια του, γιατί τὰ παιδιὰ αἰσθάνονται μέχρι ποῦ μποροῦν νὰ φτάσουν μπροστὰ σὲ μία ἀπειλή».
Πάντως, θὰ πρέπει μᾶλλον νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ γονέας ποὺ τιμωρεῖ εἶναι πιὸ εἰλικρινὴς σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιβραβεύει. Διότι τὸ παιδί του γνωρίζει ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ ἕνα σκληρὸ γονιό, ἐνῶ τὸ παιδὶ τοῦ γονέα ποὺ ἔχει ἐπιλέξει τὸ μοντέλο τῆς ἐπιβράβευσης δὲν ἔχει συναίσθηση τῶν πονηρῶν προθέσεων τοῦ γονέα του.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ι. ΒΑΘΙΩΤΗΣ




