ΜΕΡΟΣ Δ΄
Ἡ ὕπουλη τεχνική τῆς βρεφοποίησης τῶν πολιτῶν εἶχε περιγραφεῖ ἤδη ἀπὸ τὸν Γάλλο πολιτικὸ φιλόσοφο, ἱστορικὸ καὶ διπλωμάτη Ἀλέξη ντὲ Τοκβὶλ (Alexis de Tocqueville, 1805-1859) στὸ ὀγκῶδες ἔργο του «Ἡ Δημοκρατία στὴν Ἀμερικὴ» (μτφ.: Μπ. Λυκούδης, ἐκδ. Στοχαστής, Ἀθήνα 2019-2020, σελ. 699 ἑπ., 700), ὅπου περιγράφεται:
«Βλέπω ἕνα πλῆθος ἀναρίθμητων ὁμοίων καὶ ἴσων ἀνθρώπων ποὺ περιστρέφονται ἀκούραστα περὶ τὸν ἑαυτό τους, γιὰ νὰ προσπορισθοῦν μικρὲς καὶ φτηνὲς ἀπολαύσεις, μὲ τὶς ὁποῖες γεμίζουν τὴν ψυχή τους. Ὁ καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀποτραβηγμένος παράμερα, νιώθει σὰν ξένος πρὸς τὴ μοῖρα ὅλων τῶν ἄλλων: τὰ παιδιά του καὶ οἱ προσωπικοί του φίλοι ἀποτελοῦν γι’ αὐτὸν ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος· ὅσο γιὰ τοὺς γείτονές του, βρίσκεται δίπλα τους, ἀλλὰ δὲν τοὺς βλέπει· τοὺς ἀγγίζει καὶ δὲν τοὺς αἰσθάνεται· ὑπάρχει μόνο ἐν ἑαυτῷ καὶ δι’ ἑαυτόν, καί, ἂν ἴσως τοῦ μένει μία οἰκογένεια, δὲν ἔχει ὅμως πλέον πατρίδα. Πάνω ἀπὸ αὐτοὺς ὑψώνεται μία τεράστια καὶ κηδεμονικὴ ἐξουσία, ποὺ ἐπιφορτίζεται νὰ διασφαλίζει τὴν ἀπόλαυσή τους καὶ νὰ ἀγρυπνᾶ γιὰ τὴν τύχη τους. Εἶναι ἀπόλυτη, διεξοδική, ἔρρυθμη, προνοητικὴ καὶ ἤπια. Θὰ ἔμοιαζε μὲ τὴν πατρικὴ ἐξουσία, ἐάν, ὅπως αὐτή, εἶχε ὡς ἀντικείμενο τὴν προπαρασκευὴ τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν ἐνηλικίωση· ἀντιθέτως, ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει εἶναι νὰ τοὺς σταθεροποιήσει ἀμετακλήτως στὴν παιδικὴ ἡλικία· τῆς ἀρέσει νὰ εὐφραίνονται οἱ ἄνθρωποι, ἀρκεῖ νὰ σκέπτονται μόνο τὸ πῶς θὰ εὐφρανθοῦν. Εὐχαρίστως ἐργάζεται γιὰ τὴν εὐτυχία τους· θέλει ὅμως νὰ εἶναι ὁ μόνος της φορέας καὶ ὁ μόνος της ρυθμιστής· φροντίζει γιὰ τὴν ἀσφάλειά τους, προβλέπει καὶ ἐξασφαλίζει τὶς ἀνάγκες τους, διευκολύνει τὶς χαρές τους, κατευθύνει τὶς κύριες ὑποθέσεις τους, διευθύνει τὴν ἐργασιακή τους δραστηριότητα, κανονίζει τὰ κληρονομικά τους, διαιρεῖ τὶς κληρονομιές τους· νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τοὺς ἀφαιρέσει ἐντελῶς τὴ σκοτούρα τῆς σκέψης καὶ τὸν κόπο τῆς ζωῆς;».
Ὁ Τοκβὶλ ὁραματίσθηκε, λοιπόν, μία μοντέρνα, ὑπερπροστατευτικὴ κυβερνητικὴ ἐξουσία μίας μετα-ἀπολυταρχικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ ἕνα κηδεμόνα ποὺ κρύβει ἐπιμελῶς τὴν δεσποτική του φύση, ἐμφανιζόμενος ὡς «ἐγγυητὴς μίας καθηλωμένης στὴν παιδικότητα κοινωνίας ἀτόμων, ὡς προστάτης τῶν ἀπολαύσεων καὶ τῶν προσωπικῶν στρατηγικῶν» (Σεβαστάκης, Φιλόξενος μηδενισμός. Μία σπουδὴ στὸν homo democraticus, Βιβλιοπωλεῖον τῆς “Ἑστίας”, Ἀθήνα 2008, σελ. 103).
Οἱ βρεφοποιημένοι πολίτες χαρακτηρίζονται ἀπὸ μία προδήλως ἀντιφατικὴ στάση: ἀποζητοῦν «τὴν ἀσφάλεια ποὺ παρέχει ὁ κηδεμόνας καὶ συγχρόνως […] ἐπιθυμοῦν τὴ διατήρηση τῶν ἐλευθεριῶν τους» (Σεβαστάκης, ὅ.π., σελ. 104). Ὡστόσο, «τὸ πιὸ ἐρεθιστικὸ σημεῖο στὸ σκίτσο τοῦ κηδεμόνα τῶν δημοκρατικῶν καιρῶν […] σχετίζεται μὲ τὴν ἀλλαγὴ στὸν κώδικα τῆς κυριαρχίας, μὲ τὴ μεταστοιχείωση τῶν ὅρων τοῦ ὑπακούειν καὶ τοῦ συναινεῖν. Τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ στοιχείου βρίσκεται στὴν ἐκτίμηση τοῦ Τοκβὶλ ὅτι ὁ νέος δεσποτισμὸς θὰ διακυβεύεται περισσότερο στὶς λεπτομέρειες, στὰ μικρὰ ἐπεισόδια καὶ στὶς κλίμακες τῆς καθημερινότητας. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ νέου τύπου χειραγώγηση ἐντοπίζεται στὸ πεδίο ὅπου ὁ ἐξατομικευμένος πολίτης “φαντάζεται ὅτι δὲν ὑπακούει παρὰ μόνο στὸν ἑαυτὸ του”. Αὐτὸ μάλιστα συμβαίνει περισσότερο σὲ συνθῆκες ὅπου ἔχει στερεωθεῖ ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ διακυβέρνηση: ἐδῶ ἀκριβῶς, ἂν καὶ ὁ πολίτης ὠθεῖται διαρκῶς στὸ νὰ εἶναι ἀδύναμος, νομίζει, παρ’ ὅλα αὐτά, ὅτι ὑπακούει σὲ μία δική του αὐτόνομη βούληση ἢ ὅτι θυσιάζει ἕνα τμῆμα τῶν βουλήσεών του στὸ βωμὸ μίας ἐξίσου δικῆς του, ἔστω ἔμμεσης, βούλησης» (Σεβαστάκης, ὅ.π., σελ. 105/106).
Ὁ μοντέρνος κηδεμόνας «δὲν συντρίβει τὶς βουλήσεις, ἀλλὰ τὶς μαλακώνει, τὶς ἀδυνατίζει καὶ τὶς διευθύνει· σπάνια ὠθεῖ τοὺς πολίτες στὴ δράση, ἀντιτίθεται ὅμως συνεχῶς σὲ αὐτὰ ποὺ πράττουν· δὲν καταστρέφει τίποτα, ἀλλὰ τὰ ἐμποδίζει νὰ γεννηθοῦν· δὲν ἀσκεῖ καμιὰ τυραννία, ἀλλὰ ὀχλεῖ, συμπιέζει, διεγείρει, σβήνει, ἀποβλακώνει καὶ ὠθεῖ τελικὰ ἕνα ἔθνος στὸ νὰ μὴ εἶναι παρὰ ἕνα κοπάδι δειλῶν καὶ παραγωγικῶν ζώων ποὺ ἡ κυβέρνηση εἶναι ὁ ποιμένας του» (Σεβαστάκης, ὅ.π., σελ. 109), ὀρθότερα: ὁ λυκοποιμένας του.
«Στὴν προηγούμενη περιγραφὴ βλέπουμε καθαρὰ τὴν πρόσμειξη δύο ἰδιωμάτων ποὺ στὴ σκέψη τοῦ Τοκβὶλ ἐναλλάσσονται καὶ ἐνίοτε συμπλέκονται. Τὸ πρῶτο εἶναι τὸ ἰδίωμα τῆς ἀδυναμίας, τῆς ἐξασθένισης, τῆς παθητικοποίησης καὶ τῆς ἀκηδίας. Τὸ ἄλλο εἶναι τὸ ἰδίωμα τῆς πατρικῆς καθοδήγησης, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ποιμένα ποὺ “διευθύνει” (dirige) τὸ κοπάδι του. Ὁ κηδεμόνας προβάλλει ἐδῶ ὡς ποιμένας καθὼς ἐπιτυγχάνει νὰ κάνει τὰ παιδιὰ του –τοὺς καθηλωμένους στὴν ἀνωριμότητα ἀτομικιστές– δειλὰ καὶ παραγωγικὰ ζῶα» (Σεβαστάκης, ὅ.π., σελ. 110 ἑπ.· γιὰ τὴν κατανόηση τῆς διάκρισης ἀνάμεσα στὴν κυνηγετικὴ καὶ τὴν ποιμενικὴ ἐξουσία –ἀρχετυπικὴ μορφὴ τῆς πρώτης ὁ Νεβρώδ, ἐνῶ τῆς δεύτερης ὁ Ἀβραάμ– κομβικῆς σημασίας εἶναι ἡ μονογραφία τοῦ Γκρεγουὰρ Σαμαγιοῦ (Gregoire Chamayou), Ἀνθρωποκυνηγητό. Ἱστορία καὶ φιλοσοφία τῆς κυνηγετικῆς ἐξουσίας, μτφ.: Ἰωάννα Χονδροῦ, ἐκδ. Ἀλλότροπο, Ἀθήνα 2012, σελ. 23 ἑπ).
Πόσο πολὺ ἐξυπηρετεῖ τοὺς ἑκάστοτε ἐξουσιαστὲς νὰ μεταχειρίζονται τοὺς πολίτες σὰν παιδιὰ ποὺ πρέπει νὰ ὑπακοῦνε πάντοτε τοὺς γονεῖς τους, ὥστε νὰ παραμένουν οἱ ἴδιοι «κυρίαρχοι τοῦ παιχνιδιοῦ», ἔχοντας ὑφαρπάξει ὕπουλα τὸ θεόσδοτο δῶρο τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. τὴν ἱκανότητά του νὰ λαμβάνει μία «προσωπικὴ καὶ ἐλεύθερη ἀπόφαση», προκύπτει ἐναργῶς ἀπὸ τὸν «Μεγάλο Ἱεροεξεταστὴ» τοῦ Ντοστογιέβσκη. Ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ ἀκόλουθο χωρίο, ποὺ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν τεχνική τῆς βρεφοποίησης:
«Θὰ τοὺς ἀποδείξουμε πὼς εἶναι ἀδύναμοι, πὼς εἶναι μονάχα ἀξιολύπητα παιδιά, μὰ πὼς ἡ παιδιάστικη εὐτυχία εἶναι ἡ πιὸ γλυκιὰ ἀπ’ ὅλες. Θὰ γίνουν τρομαγμένοι, δειλοὶ καὶ θὰ μᾶς κοιτάζουν καὶ θὰ στριμώχνονται γύρω μας, ὅπως τὰ κλωσσόπουλα γύρω ἀπὸ τὴν κλῶσσα. Θὰ μᾶς θαυμάζουν καὶ θὰ μᾶς σκιάζονται καὶ θὰ ’ναι περήφανοι, γιατί εἴμαστε τόσο ἰσχυροὶ καὶ τόσο σοφοὶ ποὺ μπορέσαμε νὰ ἡμερέψουμε τὸ τόσο ταραχώδικο καὶ πολύπληθο κοπάδι τους. Θὰ τρέμουν τὴν ὀργή μας, τὸ πνεῦμα τους θὰ γίνει δειλό, τὰ μάτια τους θὰ κλαῖνε τόσο εὔκολα ὅσο τῶν παιδιῶν καὶ τῶν γυναικῶν, μὰ τὸ ἴδιο εὔκολα θὰ εὐθυμοῦν καὶ θὰ γελοῦν στὸ πρῶτο μας νεῦμα, μὲ μία πάμφωτη χαρὰ καὶ μὲ παιδικὰ τραγούδια. Ναί, θὰ τοὺς ἀναγκάσουμε νὰ δουλεύουν, μὰ στὶς σκόλες θὰ κάνουμε τὴ ζωή τους νὰ κυλάει σὰν παιδιάστικο παιχνίδι, μὲ παιδικὰ τραγούδια, χορωδίες, μὲ ἀθώους χορούς. Ὤ, θὰ τοὺς ἐπιτρέψουμε καὶ τὴν ἁμαρτία, αὐτοὶ εἶναι ἀδύναμοι καὶ ἀνίσχυροι καὶ θὰ μᾶς ἀγαποῦν σὰν παιδιὰ, ἐπειδὴ θὰ τοὺς ἐπιτρέψουμε ν’ ἁμαρτάνουν. Θὰ τοὺς ποῦμε πὼς τὸ κάθε κρῖμα θὰ ’ναι συγχωρεμένο, ἂν θὰ γίνει μὲ τὴν ἄδειά μας. Τοὺς ἐπιτρέπουμε ν’ ἁμαρτάνουν, γιατί τοὺς ἀγαπᾶμε. Ὅσο γιὰ τὴν τιμωρία γι’ αὐτὰ τ’ ἁμαρτήματα –ἂς γίνει καὶ αὐτό–, θὰ τὴν πάρουμε πάνω μας. Θὰ τὴν πάρουμε πάνω μας καὶ αὐτοὶ θὰ μᾶς λατρεύουν σὰν εὐεργέτες ποὺ θὰ δώσουν μέ λόγο γιὰ τὰ δικά τους κρίματα μπροστὰ στὸν Θεό. Καὶ δὲν θὰ κρατᾶνε τίποτα μυστικὸ ἀπό μᾶς. Ἐμεῖς θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ἢ θὰ τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ ζοῦνε μὲ τὶς γυναῖκες τους ἢ τὶς ἐρωμένες τους, νὰ κάνουν ἢ νὰ μὴ κάνουν παιδιὰ (ὅλα αὐτὰ ἀνάλογα μὲ τὴν ὑπακοή τους) καὶ ἐκεῖνοι θὰ μᾶς ὑπακοῦνε μὲ χαρά τους. Θὰ μᾶς ἀποκαλύψουν τὰ πιὸ βασανιστικὰ μυστικὰ τῆς συνείδησής τους· ὅλα, ὅλα θὰ μᾶς τὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ ἐμεῖς θὰ βροῦμε γιὰ ὅλα κάποια λύση καὶ αὐτοὶ θὰ πιστέψουν στὴ λύση μας χαρούμενοι, γιατί θὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ μεγάλη φροντίδα καὶ τὰ τωρινὰ βάσανα τῆς προσωπικῆς καὶ ἐλεύθερης ἀπόφασης. Καὶ ὅλοι θὰ ’ναι εὐτυχισμένοι, ὅλα τὰ ἑκατομμύρια τῶν πλασμάτων, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὲς ἑκατοντάδες χιλιάδες ποὺ τοὺς κυβερνοῦν. Γιατί μονάχα ἐμεῖς, ἐμεῖς ποὺ θὰ φυλάξουμε τὸ μυστικό, μονάχα ἐμεῖς θὰ ΄μαστε δυστυχισμένοι. Θὰ ὑπάρχουν δισεκατομμύρια εὐτυχισμένα μωρὰ καὶ ἑκατὸ χιλιάδες μάρτυρες ποὺ θὰ ’χουν ἐπωμιστεῖ τὴν κατάρα τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ» (Ντοστογιέβσκη, Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, μτφ.: Ἄρης Ἀλεξάνδρου, ἐκδ. Γκοβόστη, Ἀθήνα 2015, σελ. 54/55).
Δυστυχῶς, αὐτὸ τὸ βρεφοποιητικὸ μοτίβο διακυβέρνησης ἀκολουθεῖται μέχρι σήμερα ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε κυβερνῶσα ἐλίτ. Μάλιστα, τὸ μοτίβο αὐτὸ ἔχει σχεδὸν τελειοποιηθεῖ, ἀφοῦ τὰ πειράματα τῶν συμπεριφοριστῶν ποὺ πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰῶνος συνέβαλαν στὸ νὰ κατανοηθεῖ ἀκόμη καλύτερα πῶς σκέπτεται, πῶς ἐνεργεῖ καὶ πῶς μπορεῖ νὰ χειραγωγηθεῖ ἀποτελεσματικὰ ὁ ἄνθρωπος. Ὅσοι αἰῶνες κι ἂν περάσουν, ὁ ἄνθρωπος ἑλκύεται πάντοτε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὶς ἴδιες ἰδέες καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια λόγια, ἐνῶ πέφτει συνεχῶς στὶς ἴδιες παγίδες ποὺ τοῦ στήνουν οἱ ἐξουσιαστές του. Ἡδονὴ καὶ τρόμος εἶναι τὸ ἀντιθετικὸ δίπολο ποὺ προσφέρεται διαχρονικὰ (καὶ ἰδανικὰ) γιὰ τὸν ἐπηρεασμὸ τῆς ἀνθρώπινης βούλησης. Συνεπῶς, οἱ καταγραφὲς τοῦ Ντοστογιέβσκη, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ ὁ Τοκβίλ, ἑστιάζει περισσότερο στὴν ἡδονὴ παρὰ στὸν τρόμο, δὲν θὰ χάσουν ποτὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἐπικαιρότητά τους. Ἑπομένως, τὸ «φάντασμα τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» θὰ ἐπανέρχεται ἀενάως στὸ προσκήνιο!
Ταυτοχρόνως, θὰ συνεχίζει νὰ μᾶς προκαλεῖ βαθὺ προβληματισμὸ ἡ κατάληξη τῆς προφητείας τοῦ Τοκβὶλ σχετικὰ μὲ τὴν ὑβριδικὴ μορφὴ αὐτοῦ τοῦ, τρόπον τινά, «εὐνουχιστικοῦ δεσποτισμοῦ» ποὺ προέβλεψε ὅτι θὰ μαστίζει τὶς μοντέρνες δημοκρατίες: «Εἶναι, πράγματι, δύσκολο νὰ συλλάβουμε τὸ πῶς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν πλήρως ἀπεμπολήσει τὴ συνήθεια νὰ διευθύνουν οἱ ἴδιοι τούς ἑαυτούς τους θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιλέξουν μὲ ἐπιτυχία αὐτοὺς ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ὁδηγοῦν· καὶ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω ποτὲ ὅτι μία φιλελεύθερη, δραστήρια καὶ σώφρων κυβέρνηση θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ προέλθει ἀπὸ τὶς ψήφους ἑνὸς λαοῦ ὑπηρετῶν. […] Ἡ φαυλότητα τῶν κυβερνώντων καὶ ἡ βλακεία τῶν κυβερνωμένων δὲν θὰ ἀργήσουν νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν καταστροφή, καὶ ὁ λαὸς ἔχοντας κουραστεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους του καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, εἴτε θὰ πλάσει πιὸ ἐλεύθερους θεσμούς, εἴτε θὰ ἐπανέλθει ταχύτατα σὲ ὕπτια θέση κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἑνὸς καὶ μόνο ἀφέντη» (Τοκβίλ, ὅ.π., σελ. 701). Δεδομένου ὅτι οἱ περισσότεροι λαοὶ τῆς Δύσης εἶναι σήμερα ἐγκλωβισμένοι στὴν ἀόρατη τυραννία τῆς φαυλότητας τῶν κυβερνώντων καὶ τῆς δικῆς τους ἀποβλάκωσης, ἡ δεύτερη ἐκδοχὴ ποὺ διεῖδε ὁ Τοκβίλ, δηλ. τῆς «ὕπτιας θέσης» τῶν κυβερνωμένων «κάτω ἀπὸ τὰ πόδια ἑνὸς καὶ μόνο ἀφέντη» θὰ μποροῦσε βάσιμα νὰ συσχετισθεῖ μὲ τὸ ἐνδεχόμενο ἐγκαθίδρυσης μίας Παγκόσμιας Κυβέρνησης ποὺ θὰ ὑποδουλώσει ὅλους τούς λαούς!
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ι. ΒΑΘΙΩΤΗΣ




