Μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως χαρακτηριστικά σχολίασε δημοσίευμα, απέστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, κατά την τελετή εγκαινίων στο Προκόπειο Πολυδύναμο Εκκλησιαστικό Κέντρο στην Καλαμαριά. Ο κ. Ιερώνυμος μεταξύ των άλλων ανέφερε: «Μερικοί που δεν ξέρουν τα πράγματα –τα διαβάζετε εξάλλου- λένε ότι η Εκκλησία μπαίνει στην πολιτική, έρχεται και διεκδικεί μέρος εξουσίας. Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν μεγάλο λάθος, όπου και να ανήκουν, γιατί μας το έχει απαγορεύσει ο ίδιος ο Χριστός. Και να θέλουμε να μπούμε μέσα, να κάνουμε εξουσία και δεν θα τα καταφέρουμε, αλλά δεν μας επιτρέπεται κιόλας», είπε ο Αρχιεπίσκοπος και συμπλήρωσε: «Αγωνιζόμαστε για το λαό, προσπαθούμε να κάνουμε ο,τι μπορούμε, αναξίως και ανεπιτυχώς πολλές φορές, αλλά χωρίς τέτοιες επιδιώξεις».
Δήλωση η οποία όντως έχει πολλούς αποδέκτες, αλλά και που εγείρει πολλά ερωτήματα. Ερωτήματα τα οποία κατεπειγόντως πιστεύουμε ότι χρήζουν απαντήσεων. Απαντήσεων εμπεριστατωμένων, σε βάθος, από ανθρώπους που αγαπούν την Εκκλησία και την Πατρίδα, καταρτισμένους θεολογικά, ιστορικά και κοινωνιολογικά αλλά προπάντων συνετών. Η αρμονική σχέση των δύο θεσμών Εκκλησίας-Κράτους ήταν αυτή που επέτρεψε επί μία χιλιετία και πλέον την άνθιση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σχέση αμοιβαίου σεβασμού, αλλά πρωτίστως σχέση όπου γνώριζε κάθε θεσμός, την εργασία την οποία είχε να προσφέρη στην βυζαντινή κοινωνία.
Βέβαια κανείς δεν αντιλέγει ότι υπήρξαν ανταγωνισμοί και συγκρούσεις. Όμως πέρα από τις προσωπικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ ιστορικών προσώπων, ήταν καθορισμένοι οι ρόλοι του κάθε θεσμού.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μέγας Φώτιος υπήρξε εκτός από Πατριάρχης αλλά και συμβουλάτορας του βασιλέα της Βουλγαρίας Μιχαήλ. Επίσης, ας μη μας διαφεύγη η ύπαρξη κειμένων με την μορφή εγκωμίων η παραινέσεων, όπως “Τα κάτοπτρα ηγεμόνος”, όπου ο συγγραφέας τους μέσα από τα κείμενα δίνει συγκεκριμένες συμβουλές και διατυπώνει σοβαρές προειδοποιήσεις στον αποδέκτη, αυτοκράτορα, λαμβάνοντας υπόψη του τόσο την προσωπικότητα του βασιλέα όσο και της ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης εποχής. Έτσι μας διασώζονται κείμενα, όπως του Συνεσίου Κυρήνης, το οποίο είχε εκφωνηθή προς τον αυτοκράτορα Αρκάδιο, του Φωτίου παραινετικά προς τον Βασίλειο Α , τον ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας αλλά και προς τον υιό του, τον Λέοντα τον Σοφό και άλλα. Επίσης ας ξαναθυμηθούμε τόσο τα προεπαναστατικά όσο και τα μεταεπαναστατικά χρόνια της ιδρύσεως του Ελληνικού κράτους, όπου η συνεισφορά του Κλήρου υπήρξε καθοριστική, τόσο στα πεδία των μαχών όσο και στην πνευματική προσφορά. Ακόμα οι ιστορικοί μας πληροφορούν ότι στις Συνελεύσεις της Τροιζήνας, της Επιδαύρου ο αριθμός των κληρικών, αλλά και των μοναχών που πήραν μέρος δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητος. Αλλά και ότι ο πρώτος Μινίστρος της Θρησκείας αυτού του κράτους υπήρξε ο Επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ.
Βέβαια, μετά την βαυαροκρατία τα πάντα άλλαξαν στην Χώρα μας, έτσι και σε αυτόν τον τομέα υπήρξαν καθοριστικές αλλαγές, οι οποίες έθεταν σταδιακά την Εκκλησία στο περιθώριο. Σταδιακές αλλαγές, ώστε σήμερα να θεωρείται ότι η Εκκλησία έχει μόνον λόγο για τα του οίκου της.
Προφανώς και η Εκκλησία δεν θέλει να μπη στην πολιτική, όμως πως η Εκκλησία θα επέμβη, ώστε να ανακόψη την Πολιτεία στην προσπάθειά της να νομοθετήση απάνθρωπους, επικίνδυνους ηθικά και όχι μόνον, νόμους που αντιβαίνουν στην φυσική ζωή του ανθρώπου;
Πως η Εκκλησία θα επέμβη, ώστε να αποτραπή η αμφισβήτηση της ακεραιότητας της Χώρας; Πως η Εκκλησία θα επέμβη ώστε νέα, μορφωμένα παιδιά να μη φεύγουν στο εξωτερικό προς εύρεση εργασίας; Πως η Εκκλησία θα βοηθήση την ελληνική οικογένεια, ώστε να μπορέση να χαρή την γέννηση παιδιών και να μη βρίσκεται η Ελλάδα τελευταία στην λίστα υπογεννητικότητας στην Ευρώπη; Πως θα αποτραπή η εξαθλίωση της κοινωνίας; Πως θα αποτραπή η κατάργιση της αργίας της Κυριακής;
Αναμφισβήτητα ο Κύριος δε ζήτησε η Εκκλησία να αναλάβη ρόλο διαχειριστή εξουσίας, όμως μας ζητάει οι πολιτικοί ηγέτες του τόπου αυτού να ζουν οι ίδιοι, αλλά και οι πολίτες τους οποίους κυβερνούν, σύμφωνα με τον Νόμο Του.
Γ.Κ.Τ.




