«Νίκα, ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν»: Ἡ ἀντιμετώπισις τῆς ἐγκληματικότητος

Share:

Γράφει ὁ κ. Ἡρακλῆς Ρεράκης, Καθηγητὴς ΑΠΘ, Πρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων

  Τὸν τελευταῖο καιρὸ ἔχουν αὐξηθεῖ τὰ φαινόμενα τῆς βίας, τῆς ἐπιθετικότητας καὶ τῆς ἐγκληματικότητας· συμπεριφορὲς ποὺ ἑρμηνεύονται, θεολογικά, ὡς μία ἀκύρωση καὶ ἄρνηση τῆς παραδοσιακῆς ζωῆς τοῦ Ὀρθόδοξου Ἑλληνισμοῦ.

Ὅμως, γιατί διατηροῦνται ἢ ἐμφανίζονται, αὐτὲς οἱ σκληρὲς συμπεριφορές; Τὸ σπουδαιότερο αἴτιο εἶναι ὅτι κάποιοι ἀφήνουν τοὺς ἑαυτούς τους νὰ γίνονται θύματα καὶ ὑποτακτικοί τοῦ θελήματος τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος, ὡς μισάνθρωπος καὶ φιλόκακος τοὺς ἐμπνέει καὶ τοὺς παρωθεῖ στὴ διχόνοια, στὸ μῖσος, στὴν ἐκδίκηση, στὶς διαμάχες, στὶς ἔχθρες, στὴν ὀργή, ποὺ μετατρέπουν τὶς κοινωνίες σὲ ζούγκλα καὶ κόλαση.

Ἀντίθετα, μὲ τὸν Χριστὸ οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀποτάσσουν τὸν Σατανᾶ καὶ τὰ ἔργα του καὶ συντάσσονται μὲ τὸν Χριστό, στὴν Ἐκκλησία Του, γιὰ νὰ γίνουν ἀληθινοὶ «πλησίον» καὶ ἀδελφοὶ διὰ τοῦ κοινοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ σχέση μεταξύ τους πλέον βασίζεται στὴν ἐσχατολογικὴ καὶ αἰώνια προοπτική τῆς ζωῆς καὶ ὄχι στὰ κοντόφθαλμα καὶ περιορισμένα πλαίσια τῆς ματαιότητας αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Στὴν Ἐκκλησία, ὁ «παλαιὸς ἄν­θρωπος» γίνεται «νέος», «καινός», μεταβάλλεται, ἀπὸ ἄτομο μὲ ἀτομικὲς διεκδικήσεις, σὲ πρόσωπο, καὶ ἀρχίζει νὰ ζεῖ μὲ τοὺς «ἄλλους» μία προσωπικὴ ἢ διαπροσωπικὴ σχέση, ἀγαπώντας «τὸν πλησίον του ὡς ἑαυτόν».

Ἡ ἔμπρακτη πίστη καὶ ἀγάπη στὸν Χριστό, γίνεται ὁ τρόπος ζωῆς τους. Ὁ συνάνθρωπος θεωρεῖται ἀναγκαῖος καὶ ἀπαραίτητος, ὄχι γιὰ ἐκμετάλλευση, ἀλλὰ γιὰ ἄσκηση καὶ ἀπομίμηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ καὶ συνεπῶς γιὰ αὔξηση τῆς πίστεώς του.

Χάριν τοῦ πλησίον του, ἀναπτύσσεται καὶ ἐξελίσσεται πνευματικὰ πρὸς τὴν τελειότητα, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὶς ὁποῖες μετατρέπει σὲ ἀρετὲς στὴ ζωή του.

Ἔτσι, ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται, σταδιακά, μὲ τὴν προσωπικὴ καὶ τὴν κοινωνική τους ζωή, καθώς, χωρὶς τὸν «ἄλλο» καὶ μακράν τοῦ «ἄλλου» δὲν ὑπάρχει λύτρωση καὶ σωτηρία.

Στὴν παραβολὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁ Χριστὸς δίδαξε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς σ’ αὐτὴν θὰ ἔλθει, ὄχι ὡς Σωτήρας, πλέον, ἀλλὰ ὡς Κριτής, καὶ θὰ κρίνει τὸν κάθε ἕνα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του.

Οἱ ἐνάρετες πράξεις ὁδηγοῦν στὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ οἱ πονηρὲς καὶ ἐμπαθεῖς στὴν αἰώνια κόλαση. Στὴν Κρίση ἀνοίγει καὶ δημοσιεύεται τὸ κρυφὸ ἡμερολόγιο ἑκάστου.

Ὁ Κριτής, ἀπευθυνόμενος στοὺς ἄξιους τῆς Βασιλείας Του θὰ τοὺς πεῖ; «Ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν… Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν Βασιλεία,  στοὺς δὲ ἀνάξιους: ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν…Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ» (Ματθ. 25, 33-46).

Ὅταν ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸ  κυριαρχεῖ στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοῦλο τοῦ διαβόλου, καθὼς ζεῖ τὴ ζωὴ του μακράν τοῦ Θεοῦ.  Ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ ἰδιοτέλεια κυριαρχοῦν στὶς σχέσεις του καὶ προξενοῦν φόβο καὶ αἴσθηση ἀπειλῆς. Ὁ φόβος, ἐνέχει, κατὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, «κόλαση», ποὺ ἀποβάλλει τὴν ἀγάπη καὶ φέρνει ἀντ’ αὐτῆς τὸ μῖσος, τὴν ἀντιδικία καὶ τὴν ὀργὴ Α΄ Ἐπιστολὴ του (Ἰω., 4,18). Ἡ ὀργή, στὴ συνέχεια, ὁδηγεῖ σὲ ἐνέργειες προσανατολισμένες, ὄχι στὶς ἀρετές, ἀλλὰ στὶς πρόσκαιρες ἐμπαθεῖς ἀπολαύσεις, ποὺ προσφέρουν στὸν ἄνθρωπο τὰ διαβολικὰ πάθη, σὲ βάρος τῆς συμμετοχῆς του στὴν αἰώνια ζωή.

Γιὰ τὸν Χριστιανὸ ὁ «ἄλλος», δὲν εἶναι κόλαση, ὅπως διακήρυττε ὁ Σάρτρ, ἀλλὰ  ἀποτελεῖ  εὐλογία καὶ κατὰ κάποιο τρόπο εὐκαιρία, ἀγωνιστικὸ «χῶρο» ἄθλησης καὶ ἀναπτύξεως πνευματικῆς,  μία δοκιμασία, δηλαδή,  ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἐξαρτηθεῖ,  ἂν κερδίσει ἢ ἂν χάσει τὸν στόχο τῆς ζωῆς του,  ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.

Ἔχει μεγάλη σημασία,  ἑπομένως,  νὰ μάθει ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία, τὴν ἀξία τῆς ἀσκήσεως στὶς ἀρετὲς τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὥστε οἱ ἐπιδόσεις του στὴ φιλάνθρωπη καὶ φιλόθεη ζωή, ἐντός τῆς Ἐκκλησίας του, νὰ γίνει ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του, προσεγγίζοντας πάντοτε μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη τὸν πλησίον του, ἀφοῦ ἀπὸ τὴ στάση αὐτὴ θὰ κριθεῖ ἡ εἴσοδός του στὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ εὐαγγελικὸς λόγος  τῆς Ἐκκλησίας προτρέπει τοὺς πιστοὺς  νὰ  ἀπαρνηθοῦν  τὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο» τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἁμαρτίας, τὸν δέσμιο στὶς πονηρίες τοῦ Διαβόλου καὶ νὰ ἐνδυθοῦν τὸν νέο (Κολ.3, 9-10), νὰ ἀποκτήσουν «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ.2, 16),  νὰ φορέσουν «τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» (Α΄ Κορ.15, 49) καὶ νὰ μιμοῦνται τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 5, 46-48.

Πρὸς τοῦτο, ὁ Ἀπ. Παῦλος, καλεῖ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ νεκρώνουν τὰ πάθη, ποὺ τοὺς συνδέουν μὲ τὴν ἁμαρτία ἔναντι τῶν «ἄλλων», καὶ νὰ ἀποκτοῦν τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος: φιλευσπλαγχνία,  καλωσύνη, ταπεινοφροσύνη,  πραότητα,  μακροθυμία, ἀνεκτικότητα,  συγχωρητικότητα, ἐσωτερικὴ εἰρήνη, πάνω ἀπὸ ὅλα,  ὅμως,  «ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος καὶ εἰρήνη Θεοῦ ἐν ταῖς καρδίαις» Κολ.3 5-17.

Στὴν ἐποχὴ μας τόσο στὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐνηλίκων ὅσο καὶ στὶς σχέσεις τῶν νέων  ἐμφανίζονται, πο­λὺ συχνά, κρούσματα ἐπιθετικότητας, βίας καὶ ἐγκληματικότητας.

Οἱ καταστάσεις αὐτές,  πέρα ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἀντιμετώπισή τους,  ὡς ψυχικῶν ἀσθενειῶν, ἀντιμετωπίζονται καὶ ὡς πράξεις, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν πνευματικὴ ἐξυγίανση καὶ ὁλοκλήρωση τῶν ἀνθρώπων, ὡς ψυχοσωματικῶν ὑπάρξεων, στὸ πλαίσιο τῆς πτωτικῆς τους ἀδυναμίας καὶ τῆς δοκιμασίας τῆς ἐλευθερίας τους ἔναντι τῆς πονηρίας καὶ τῆς κακίας ποὺ εἰσάγεται στὸ ἀνθρώπινο λογισμικὸ ἀπὸ τὸν φιλόκακο διάβολο. Τὸν τελευταῖο καιρό, παρατηροῦμε νὰ ἐμφανίζονται, ὅλο κι πιὸ συχνά, περιστατικὰ βίας στὸν κόσμο τῶν παιδιῶν καὶ τῶν ἐφήβων.

Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία  ἀναλύει καὶ ἑρμηνεύει τὴν πνευματικὴ προέλευση, τὴ λειτουργία καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων καὶ συμπληρώνει ἢ ἐμπλουτίζει τοὺς ἀμυντικούς, θεραπευτικοὺς καί, προπαντός, τοὺς κοινωνικοὺς μηχανισμοὺς τῶν μελῶν της.

Βασικὸ κλειδὶ κατανοήσεως καὶ θεραπείας τῆς παραβατικῆς ἢ ἐγκληματικῆς συμπεριφορᾶς εἶναι ὅτι κάθε ἄνθρωπος καὶ συνεπῶς καὶ ὁ νέος,  κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια μίας ἐκκοσμικευμένης καὶ μακράν τῆς ἁγιοπνευματικῆς κατευθύνσεως νοοτροπίας καὶ ζωῆς,  βρίσκεται νὰ εἶναι «πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν» καὶ  κάνει αὐτὸ ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν θέλει καὶ δὲν τὸν ἐκφράζει (Ρωμ.7, 14-23).

Ὡστόσο, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶ κανεὶς ὅτι ὁ πατέρας τοῦ κακοῦ εἶναι ὁ διάβολος. Τόσο οἱ μικροὶ ὅσο καὶ οἱ ἐνήλικες, ἀπὸ αὐτὸν πειραζόμαστε, ὅταν στρεφόμαστε ὀργισμένοι ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μας, μὲ βίαιες καὶ φονικὲς πράξεις.

Εἶναι φανερὸ ὅτι ὅσοι πέφτουν σὲ τέτοιους πειρασμοὺς εἶναι πλέον πνευματικὰ ἀσθενεῖς καὶ χρήζουν θεραπείας. Στὴν κατάσταση αὐτὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιδεικνύεται, ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία, ὡς θεραπευτηρίου, ἡ ἀπαιτούμενη κατανόηση,  ὑπομονή, ἐγκαρτέρηση, μακροθυμία,  ἀνεξικακία, γνωρίζοντας ὅτι οἱ ταλαίπωροι πεπτωκότες ἐνεργοῦν μὴ χριστιανικά, ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὸν διάβολο.

Ἐὰν οἱ ὑγιεῖς πιστοὶ φερθοῦν σὲ αὐτοὺς ἐκδικητικά, ἀκολουθώντας τὴν δαιμονικὴ παρότρυνση τῆς ἀντίποινας, δηλαδὴ τὴ λεγόμενη «βεντέτα», ὀφείλουν νὰ ξέρουν ὅτι ἐνεργοῦν καὶ αὐτοὶ σατανικὰ καὶ ὄχι χριστιανικά.

Ὁ Ἀπ. Παῦλος εἶναι πολὺ σαφής, ὅταν διδάσκει ὅτι, σὲ καμιὰ περίπτωση, οἱ πιστοὶ δὲν φέρονται ἐκδικητικά, οὔτε καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἐχθρό τους: «μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες, προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων· εἰ δυνατόν,  τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. Μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες,  ἀγαπητοί,  ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ…μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ,  ἀλλὰ νίκα, ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακὸν» (Ρωμ. 12, 17-21).

Αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκεται, ὡς θεῖο θέλημα, εἶναι, ἀφενός, νὰ θεραπευθεῖ πνευματικὰ καὶ νὰ μὴ χαθεῖ ὁ ἀσθενὴς καί, ἀφετέρου, νὰ μὴ συνεχιστεῖ τὸ μῖσος, ἡ φονικὴ ὀργή, ἀλλὰ νὰ κλείσει γρήγορα ἡ πληγὴ ποὺ δημιούργησε ὁ φιλόκακος διάβολος.

Ἔτσι, βοηθοῦν οἱ πιστοὶ τόσο στὴν ἐπάνοδο τῆς εἰρήνης ὅσο καὶ στὴ θεραπεία τοῦ πλανεμένου ἀπὸ τὸν διάβολο, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπανέλθει, σταδιακά, ἐν εἰρήνῃ στὴ φυσική του κατάσταση καὶ πορεία πρὸς τὴν τελείωση, διότι ὁ Χριστὸς «οὐκ ἦλθε ψυχάς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι» (Λουκ. 9, 56).

Ὅλα αὐτά, βέβαια, προϋποθέτουν, ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, πίστη, ἀγάπη, ὑπομονή, κυρίως, ὅμως, συγχωρητικότητα, ποὺ τὴν ἔχει ἀνάγκη ὁ ἑκάστοτε πνευματικὰ ἀσθενής, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὅποιοι συγχωροῦν τὸν «ἄλλο» συγχωροῦνται καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ (Ματθ. 6, 12 καί14-15).

Ἐκεῖνοι, ἐπίσης, ποὺ συγχωροῦν, δείχνουν ὅτι  εἶναι καθαροί, πρᾶοι, εἰρηνικοὶ καὶ ἐλεήμονες, ἀρετὲς ποὺ τοὺς καθιστοῦν μακάριους καὶ ὑποψήφιους τῆς αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 5, 3-9).

Previous Article

Ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ πρῶτος μοναχὸς

Next Article

Οι Θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης και η Αποκάλυψη της Τριαδικής Θεότητος στον Ιορδάνη ποταμό.