Νὰ καταδικασθῆ ἡ αἱρετικὴ καὶ προδοτική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920

Share:

Γράφει ὁ Ἁγιορείτης Μοναχὸς Βλάσιος

Τὸ 1920, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, πρὶν πέσει ἡ Κυβέρνηση Βενιζέλου, ὑπέγραψε μετὰ τῶν Ἀγγλικανῶν καὶ Προτεσταντῶν τῆς Ἀμερικῆς, οἰκουμενιστικὸ πρωτόκολλο μὲ ἕνδεκα ἄρθρα. Ἕνα ἀπ’ αὐτὰ εἶναι: «Νὰ ἀποστέλλονται Φοιτητὲς τῆς Θεολογίας νὰ σπουδάσουν στὴν Δύσι καὶ ἀπὸ τὴν Δύσι νὰ ἀποστέλλονται νὰ σπουδάζουν στὴν Ἀνατολή». Δηλαδὴ Ὀρθόδοξοι νὰ σπουδάζουν στὴν Δύσι μὲ τοὺς αἱρετικοὺς (Παπικούς, Ἀγγλικανούς, Προτεστάντες), καὶ οἱ ἐκ τῶν αἱρέσεων θεολόγοι νὰ σπουδάζουν στὰ Πανεπιστήμια τῶν Ὀρθοδόξων. Τότε δὲν ὑπῆρχε Πατριάρχης, ἀλλὰ Τοποτηρητὴς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, καὶ ἦταν ὁ Δωρόθεος Προύσης, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Δύση, μάλιστα τὴν δεύτερη ἀπέθανε στὸ πλοῖο ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Ἀγγλία.

Ἄλλο πάλιν ἄρθρο ἀπὸ τὰ ἕνδεκα ποὺ ὑπεγράφησαν εἶναι, «νὰ δίδονται ἀμοιβαίως ἐκκλησίες καὶ κοιμητήρια Ὀρθοδόξων στοὺς αἱρετικοὺς καὶ τῶν αἱρετικῶν στοὺς Ὀρθοδόξους».

Αὐτὰ δυστυχῶς τηροῦνται καὶ ἰσχύουν μέχρι τῆς σήμερον, χωρὶς ποτὲ νὰ καταδικασθοῦν ὑπὸ Ὀρθοδόξου Συνόδου.

Τὸ 1920 λοιπὸν ἐξαπέλυσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὴν αἱρετικὴ Ἐγκύκλιο, μὲ τὴν ὁποίαν ἀνεγνώριζε γιὰ πρώτη φορά τῆς ἱστορίας του τὶς ὁμολογίες (αἱρέσεις) τῆς Δύσεως καὶ τὶς συναγωγὲς τῶν αἱρετικῶν ὡς Ἐκκλησίες, μάλιστα «συμμέτοχες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».

Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ταλαιπωρήθηκε δεινῶς, ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς προδοτικῆς Ἐγκυκλίου. Γιὰ ν’ ἀποτιναχθοῦν λοιπὸν αὐτὰ τὰ «τριβόλια» ἀπὸ τὸν καθαρὸ καὶ ἀκηλίδωτο χιτῶνα της, πρέπει νὰ συγκροτηθεῖ Πανορθόδοξος Σύνοδος, ἡ ὁποία νὰ καταδικάζει αὐτὴν τὴν αἱρετικὴ καὶ προδοτικὴ Ἐγκύκλιο καὶ γενικὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ ἔζησαν μετὰ τὸ Σχίσμα τὸ ὁριστικὸ τὸ 1054 μετὰ Χριστόν, καὶ ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Σύνοδοι μέχρι τὸ 1895, ποὺ συγκροτοῦσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τοὺς Παπικοὺς τοὺς εἶχαν πάντα αἱρετικούς. Οὐδεμία πνευματικὴ σχέση εἶχαν μετ’ αὐτῶν. Οὔτε συμπροσευχὲς οὔτε συλλείτουργα οὔτε ἐναγκαλίσματα οὔτε φιλήματα οὔτε διπλωματίες οὔτε ὑποκρισίες οὔτε ἄλλα τοιαῦτα θέατρα ἔκαμνον μετὰ τῶν αἱρετικῶν. Μόνον διαλόγους ἐδέχοντο μετὰ πολλῆς διακρίσεως μόνον καὶ μόνον, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξουν τὶς πλάνες τους καὶ νὰ τοὺς βοηθήσουν νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια.

Ὅσοι θέλουμε νὰ συντα­χθοῦμε μετὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων μας καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ἀπομακρυνόμασθε ἀπὸ τοὺς Παπικοὺς καὶ γενικά τοὺς αἱρετικούς, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸ φέρνουν νὰ μᾶς πλησιάζουν. Διότι ὁ πλησια­σμὸς καὶ συναγελασμὸς μετ’ αὐτῶν ἐγκυμονεῖ κινδύνους πτώσεως στὴν πλάνη καὶ στὴν αἵρεση.

Τὰ ἀνωτέρω ἐξέθεσα, μὲ τὴν ἀφορμὴ μιᾶς περιπτώσεως λατινόφρονος Μοναχοῦ Ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ κάποιες ἑβδομάδες στὴν Μονὴ ποὺ ἐκάρη μοναχὸς – καὶ εἶναι ἀπὸ τὶς πρωταρχικὲς Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους – πῆγε στὸ Γραφεῖο τῆς Συνάξεως καὶ ἐνώπιον ἡγουμένου καὶ προϊσταμένων ἔκαμε τὴν «καλὴν ὁμολογίαν», «ὁμολογήσας» ὅτι, «τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱόν», ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ «Ἐκκλησία», εἶναι κανονικὴ ἐκκλησία καὶ ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ «Ἅγιος Πατέρας», στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ὑπάγονται ὅλες οἱ Ἐκκλησίες. Δηλαδὴ ὁμολόγησε τὸ «πρωτεῖο» καὶ τὸ «ἀλάθητο» τοῦ Πάπα. Καὶ ταῦτα «ὁμολογήσας» ἀνεχώρησε ἀπ’ τὴν Μονή.

Καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐμάθομεν ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Μοναχός, ὅταν ἦταν νεαρός, σπούδασε στὴν Δύση Παπικὴ Θεολογία!

Previous Article

Οἰκουμενιστικὸν παραλήρημα τοῦ Πατρ. Βαρθολομαίου εἰς Ἀθήνας!

Next Article

Πολιτικὴ ἀνάμειξις εἰς τὰ τῆς ἐκλογῆς Κρήτης;