«Ἄλτ, τίς εἶ;»
«ἐν ᾧ ξενίζονται μὴ συντρεχόντων ὑμῶν εἰς τὴν αὐτὴν τῆς ἀσωτίας ἀνάχυσιν, βλασφημοῦντες» (Α΄ Πέτρ. δ, 4). (: Οἱ εἰδωλολάτρες βέβαια, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς διαγωγῆς ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ δείχνουν, παραξενεύονται ποὺ ἐσεῖς δὲν τοὺς ἀκολουθεῖτε, τρέχοντας μαζί τους στὸ ἴδιο ρεῦμα καὶ ξεχείλισμα τῆς ἀσωτίας. Καὶ ἐκδηλώνουν τὴν ἔκπληξή τους αὐτὴ βλασφημώντας τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια καὶ τὸν Θεό).
- Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπισημαίνει:
«Δὲν ὑπάρχει τίποτε χειρότερο ἀπὸ τὴ βλασφημία! Καμιὰ ἁμαρτία δὲν συγκρίνεται μαζί της. Οὔτε τίποτ’ ἄλλο παροργίζει τόσο τόν Θεό, ὅσο τό νά βλασφημῆται τ’ ὄνομά Του. Γι’ αὐτό δέν πρέπει κανείς οὔτε ν’ ἀμελήση καί νά παρασυρθῆ ὁ ἴδιος, μά οὔτε καί ν’ ἀδιαφορήση, ἄν ἀκούση τό φίλο του ἤ τόν ἐχθρό του νά βλασφημῆ. Αὐτή ἡ ἁμαρτία αὐξάνει ὅλα τά κακά, ταράζει καί συγχύζει ὅλη μας τή ζωή καί στό τέλος μᾶς ἑτοιμάζει ἀτέλειωτη κόλαση καί ἀφόρητη τιμωρία.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἀσεβεῖ καί βλασφημεῖ τόν Θεό, πού ἐναντιώνεται στούς νόμους Του καί δέν θέλει ποτέ νά ἐγκαταλείψη τήν παρανοϊκή αὐτή φιλονικία, μοιάζει μέ τόν μεθυσμένο καί τόν τρελλό. Συμπεριφέρεται χειρότερα ἀπό ἐκείνους πού βρίσκονται σέ κατάσταση κραιπάλης καί ἔχουν χάσει τά λογικά τους, ἔστω κι ἄν ὁ ἴδιος φαίνεται ὅτι δέν τό αἰσθάνεται».
- Στὸ βιβλίο «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝῼ» ὁ Ἅγιος ἐλέγχει καὶ συμβουλεύει: «Ἡ κακὴ συνήθεια αὐτὴ (τῆς βλασφημίας) πρέπει νὰ φύγει, νὰ τὴν ξεριζώσουμε. Νὰ τὴν ξεριζώσουμε. Ἀκοῦς; Βλασφημία! Γύρισα πόση Ἑλλάδα. Ἱεροσόλυμα. Αὐτὸ τὸ κακό τῆς Καλύμνου δὲν τὸ ξαναεῖδα, δὲν τὸ ξαναεῖδα. Καλὸς ὁ κόσμος. Χριστιανός. Ἀγαπᾶτε τὸν Θεό. Θέλετε τὴν σωτηρία σας, ἀλλὰ τί βλασφημεῖτε; Τί στόμα ἔχετε, τί στόμα ἔχετε, τί στόμα; Ὅταν τὸν ἔλεγαν, πῶς νὰ θεραπεύσουν τὴν βλασφημία, ἔλεγε: “Νὰ δαγκώνης τὴν γλώσσα σου, νὰ δαγκώνης τὴν γλώσσα σου”».
- Στὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη π. Νικ. ΑΡΚΑ (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΠΑΡΟΥ), μεταξὺ τῶν ἄλλων θαυμάτων, ποὺ τέλεσε ὁ Ἅγιος, ὅταν ζοῦσε, ἀναφέρεται ὅτι προέβλεψε φοβερὸ πνιγμὸ (σὲ ὥρα γαλήνης) τοῦ ἁλιέα Νικολάου ΤΣΑΝΤΑΝΗ ἢ ΚΑΛΑΜΠΟΚΑ, ἐπειδὴ δὲν πειθόταν στὶς προτροπές του νὰ κόψει τὴ βλαστήμια.
- Κάποια μέρα ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς πῆρε ἕνα ἁμαξάκι νὰ τὸν πάη στὸν Ἅγιον Ἰωάννην, στὴν ἐνορία του. Ἐκεῖ κοντὰ στὴν Πύλη τοῦ Ἀδριανοῦ κάτι τοῦ ἔφταιξε τὸ ἄλογο τοῦ ἁμαξᾶ, ὅπου ἄρχισε θυμωμένος ἀλλεπάλληλες βλαστήμιες. Τοῦ λέγει ἀμέσως ὁ Ἱερεύς: «Στάσου, στάσου, παιδί μου, νὰ κατέβω», καὶ ταυτοχρόνως τὸν πλήρωσε ὅσο τὸν εἶχε συμφωνήσει μέχρι τὴν Ἐκκλησίαν. «Μά, τοῦ λέγει ὁ ἁμαξᾶς, δὲν σὲ πῆγα ἀκόμη στὴν ἐκκλησία σου»! Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ πατήρ: «Τὸ ξέρω, παιδί μου, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μείνω στὸ ἁμάξι σου, ἐπειδὴ μοῦ βλαστήμησες Ἐκεῖνον ποὺ λατρεύω». Δὲν ἤξερε τί ν’ ἀπολογηθῆ ὁ ἁμαξᾶς. Ἔφυγε προσβεβλημένος, καὶ τὶς οἶδε ἂν θὰ ξαναβλασφήμησε.
- Στὸ βιβλίο «Διονυσιάτικαι Διηγήσεις τοῦ Διονυσιάτου Λαζάρου, μοναχοῦ ἀναφέρεται, πῶς ὁ Προφήτης Ἠλίας ἐλέγχει βλάσφημο στρατιώτη.
«Συνομιλοῦντες στὶς 20 Ἰουλίου 1972 μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ Θεοκτίστου ἐξ Ἠπείρου καταγομένου, μοὶ ἠρώτησεν, ἐὰν ἤκουσα ἕν ἄξιον λόγου θαῦμα γενόμενον πρὸ δεκαπενταετίας εἰς τὰ Γιάννενα ἀπὸ τὸν προφήτην Ἠλίαν εἰς ἕναν στρατιώτην, ποὺ ἐφύλαγε σκοπὸς εἰς ἕνα στρατῶνα. Τοῦ εἶπα, ὅτι δὲν τὸ ἤκουσα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ τὸ διηγηθεῖ, νὰ τὸ σημειώσωμεν εἰς δόξαν τοῦ σήμερον ἑορταζομένου προφήτου, Ἠλία.
— Ἄκουσόν μοι, λέγει. Ἕνας στρατιώτης ἐφύλαγε σκοπὸς εἰς ἕνα στρατῶνα καὶ περὶ τὸ μεσονύκτιον ἤκουσε βήματα ἀνθρώπου πλησιάζοντος αὐτόν. Ὁ στρατιώτης ὑπέθεσεν ὅτι ἦτο ἔφοδος ἀξιωματικῶν καί ὡς εἶναι συνήθεια, ἐπήγαιναν νὰ ἰδοῦν ἐὰν εἶναι ξύπνιος ἢ κοιμᾶται. Ὁ σκοπὸς ἐφώναξε:, “Ἄλτ!”, ἀλλὰ πάλιν τὰ βήματα ἠκούοντο καὶ τὸν ἐπλησίαζον. Ἐκ δευτέρου φωνάζει: «Ἄλτ, τὶς εἶ;». Ἔχων τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας του, οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβε. Ἀναγκάζεται νὰ ἐπαναλάβει τό: «ἂλτ καὶ πυροβολῶ!».
Μόλις εἶπε, πυροβολῶ, τοῦ φεύγει τὸ ὅπλο ἀπὸ τὰ χέρια του, ἕως πενῆντα μέτρα μακριά, καὶ βλέπει ξαφνικά, ἀντὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὡς ἐνόμιζεν, ἕνα Ἱερωμένο μέσα εἰς ἀστραπόμορφον λάμψιν φωτός! Καί, ὡς τὸν εἶδε, πολὺ ἐφοβήθηκε. Τοῦ λέγει ὁ φαινόμενος Ἱερεύς. «Μὴ φοβῆσαι, παιδί μου, μὴ φοβῆσαι, ἀλλά, εἰπέ μου, διατὶ εὐλογημένε βλασφημεῖς τὰ θεῖα; Τὸν Χριστόν, τὴν Παναγίαν, τοὺς Ἁγίους;». «Συγχώρησόν με, ἅγιε πάτερ, (κατενύχθη, ἐδάκρυσε καὶ ἐζήτει συγχώρησιν διὰ τὴν ἁμαρτίαν του ταύτην, ὅτι ἀπὸ κακὴν καὶ πολυχρόνιον συνήθειαν γίνεται. Συγχώρησόν μου»). Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος: «Νὰ κηρύξεις εἰς ὅλους νὰ μετανοήσουν, νὰ μὴ βλασφημοῦν. Νὰ τὸ κοινολογήσης εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ εἰς ὅλους νὰ τὸ γράψουν καὶ οἱ ἐφημερίδες». Τοῦ λέγει ὁ στρατιώτης: «Δὲν μὲ πιστεύουν, ἅγιε. Ἀλλὰ εἰπὲ μου, ποιὸς εἶσαι;». «Εἶμαι ὁ προφήτης Ἠλίας. Καὶ διὰ νὰ πιστωθοῦν ἔτι περισσότερον, νὰ εἴπης ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν κορυφὴν (τοῦ ἔδειξε τὸ μέρος) νὰ σκάψουν καὶ νὰ εὕρουν ἐκκλησίαν μου παλαιὸν καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ κτίσουν Ναόν».
Τοῦτο κοινολογηθὲν εἰς ὅλην τὴν πόλιν καὶ εἰς τὰς τοπικὰς ἐφημερίδας δημοσιευθέν, πολλοὶ ἐπίστευσαν καὶ ἤλλαξαν ζωήν, ὁ δὲ σύλλογος τῶν ἀρτοποιῶν, ποὺ τιμοῦν τὸν προφήτην Ἠλίαν ὡς προστάτην των, ἀνέσκαψαν τὴν ὑποδειχθεῖσαν κορυφήν, ἀνεκάλυψαν τὴν παλαιὰν ἐκκλησίαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἔκτισαν νέαν, εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τοῦ πανενδόξου προφήτου Ἠλία.
Ὁ ρηθεὶς στρατιώτης ἤλλαξε βίον καὶ παλαιὰς συνηθείας καὶ ἔζησε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του ὡς ὑπόδειγμα καλοῦ χριστιανοῦ».




