ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Τά παιδιά μας εἶναι ἡ χαρά μας

  «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιστ΄, 21). (: Κάθε γυναίκα, ὅταν γεννᾷ, αἰσθάνεται πόνους καὶ ἔχει λύπην, διότι ἦλθεν ἡ ὥρα της, ποὺ θὰ γεννήσῃ. Ὅταν ὅμως γεννήσῃ τὸ παιδίον, δὲν ἐνθυμεῖται πλέον τὴν θλῖψιν καὶ τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ λόγῳ τῆς χαρᾶς ποὺ δοκιμάζει, διότι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον).

  Πολὺ μεγάλη χαρὰ αἰσθανόμασθε ὅταν γεννιέται ἕνα παιδί. Τὰ παιδιά μας εἶναι ἡ χαρά μας, τὸ γέλιο μας, ἡ εὐτυχία μας, τὸ μέλλον μας.

  Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἄνθρωπος φθάνει στὸ ἀκρότατο ὅριο τῆς κτηνωδίας καὶ σκοτώνει τὸ ἴδιο τὸ παιδί του. Τὸ ἔμβρυο, ποὺ εἶναι ὅμως ἕνας ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἰδιοκτησία κανενός, εἶναι μία αἰώνια ὀντότης.

  • Ὁ μακαριστὸς π. Γεώργιος Μεταλληνὸς μᾶς περιέγραφε μία τηλεοπτικὴ συζήτηση γιὰ τὶς ἐκτρώσεις. Καλεσμένοι ἦταν ὁ μακαρίτης δημοσιογράφος Βασίλης Ραφαηλίδης καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος. Τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ καὶ κατὰ καὶ οἱ διαφωνίες ἔδιδαν κι ἔπαιρναν! Ὥσπου λέγει ὁ Ἀναστάσιος, μιὰ ἱστορία:

  «Ἡ ἔγκυος γυναίκα πλησίαζε στὸν τοκετό. Ὅμως, δές, οἱ γιατροί, μετὰ ἀπὸ ἐπανειλημμένες ἐξετάσεις, πῆραν νὰ ἀνησυχοῦν. Συσκέφτηκαν, τὰ εἶπαν, καὶ ὁ πρῶτος τους πλησίασε μὲ σοβαρότητα καὶ καλωσύνη τὴν ἔγκυο, καὶ ἄρχισε, σιγὰ – σιγὰ καὶ μαστορικά, νὰ τῆς λέει:

  Ξέρετε, ἡ περίπτωσή σας παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες. Ναί, βέβαια, μεγάλες. Ἀνυπέρβλητες. Εἶναι καθῆκόν μου νὰ σᾶς ἐνημερώσω. Ἐπικίνδυνες. Λίαν ἀπαιτητικὲς μὲ τὴν φοβερὴ πρόταση: Ἢ τὸ παιδὶ θὰ ζήσει ἢ ἡ μάνα… Καὶ παιδὶ μπορεῖτε νὰ κάνετε καὶ ἄλλο. Σεῖς ὅμως δὲν μπορεῖτε νὰ ξαναγεννηθεῖτε… Ἔκτρωση, λοιπόν, Λυποῦμαι, μὰ ἡ κατάστασις εἶναι ἀπελπιστική. Δίλημμα φοβερό.

– Ἀπελπιστική, ἔ; Δίλημμα φοβερό;

– Μάλιστα, κυρία.

– Ἀνθρωπίνως ἀπελπιστική, γιατρέ. Ἐγὼ ὅμως πιστεύω, ἐλπίζω, βλέπω, ξέρω, ψηλαφῶ, πὼς ἔχει ὁ Θεός. Τὸ παιδὶ θὰ γεννηθεῖ καλὰ καὶ ἡ μητέρα θὰ τὸ καμαρώσει μεγάλο ἄνθρωπο, ὅπως τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ ὅπως τὸ ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεό.

– Νὰ προχωρήσουμε τότε σύμφωνα μὲ τὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα ἐν ὄψει τοῦ φοβεροῦ κινδύνου;

– Ναί. Ἔχει ὁ Θεός.

Ἡ ἐπιστήμη ἄρχισε νὰ κάνει ὅ,τι ἤξερε μὲ σφιγμένη τὴν καρδιά…

Ὅμως, δές, τὸ παιδάκι, ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι, ἦλθε στὸν κόσμο μὲ ἀπίθανη εὐκολία καὶ ἡ μητέρα ἔλαμπε ἀπ’ τὴ χαρά της ὑγιέστατη!».

Συγκινημένος ὁ μακαριστὸς Ἀναστάσιος συνέχισε: “Ἕνα ἀπὸ τοῦτα τὰ παιδιά, ποὺ ἔσωσε ἡ καλὴ μητέρα του, εἶναι καὶ αὐτὸς ποὺ σᾶς ὁμιλεῖ”.

Ἡ συζήτηση ἔλαβε ἀμέσως τέλος… Τί νὰ ποῦν μπροστὰ σ’ αὐτὸν τὸν ὑπέροχο ἄνθρωπο, τὸν μακαριστὸ πλέον Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας Ἀναστάσιο;

Πόσο τὸν χάρηκε καὶ τὸν καμάρωσε ἡ μητέρα του, καὶ πόσο, βαθύτερα ἀκόμα, πίστεψε, εἶπε στὸν ἑαυτό της καὶ λέει καὶ σὲ μένα καὶ σὲ σένα γιὰ ὅποια δυσκολία».

  • Στὸ περιοδικὸ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» ὁ μοναχὸς Ἀ. Ν. ἀναφέρει τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός:

«Κατάγομαι ἀπὸ ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ μὲ 80 περίπου κατοίκους. Οἱ γονεῖς ἦταν ἀγρότες πτωχοί, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ χωριανοί. Τὸ σπίτι μικρὸ μὲ τρία δωμάτια καὶ μία ἀποθήκη. Εἶχαν ἀποκτήσει τέσσερα παιδιά. Τρία κορίτσια καὶ ἕνα ἀγόρι.

Ἡ μητέρα μου ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἐγὼ ἥμουν τὸ πέμπτο παιδὶ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῶ. Ἄρχισαν ὅμως οἱ σκέψεις γιὰ τὸ πῶς θὰ ἀνατραφοῦν τόσα παιδιά. Τὸ σπίτι δὲν χωράει. Τὰ τρόφιμα λίγα. Ἔσοδα λίγα. Ἔξοδα πολλά. Πῶς θὰ τὰ βγάλωμε πέρα;

Ἔτσι, μέσα τὴ σύγχυση καὶ τὴ στενοχώρια, σκέπτονται κάτι τρομερὸ γιὰ μένα· νὰ κάνουν ἔκτρωση. Ἔτσι μόνο θὰ λυθῆ τὸ πρόβλημα. Τὸ ἀποφάσισαν καὶ ἑτοιμάστηκαν νὰ τὴν κάνουν τὴν ἑπομένη ἡμέρα.

Τὸ βράδυ ὅμως ὁ πατέρας μου βλέπει στὸν ὕπνο του πὼς ἦταν στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ, ἕνα πολὺ ὥραιο νέο νὰ βγαίνη ἀπὸ τὴν ὡραία πόλη καὶ νὰ τὸν πλησιάζη. Ὅταν ἔφθασε ἀρκετὰ κοντά του ἄλλαξε ὕφος καὶ τοῦ λέει ἐπιτακτικά·

– Αὐτὸ ποὺ σκέπτεσαι νὰ κάνης μὴ τὸ κάνης. Αὐτὸ τὸ παιδὶ εἶναι δικό μου. Ἂν τὸ καταστρέψης, θὰ σὲ καταστρέψω.

Αὐτὰ τοῦ εἶπε καὶ ἐξαφανίστηκε.

Ὅταν ξημέρωσε ρωτάει τὴ μητέρα μου·

– Εἶδες τίποτα σήμερα τὸ βράδυ;

-Εἶδα στὸ ὄνειρο μία μαυροφορεμένη γυναίκα καὶ μοῦ εἶπε· «Αὐτὸ ποὺ σκέπτεσαι νὰ κάνης μὴ τὸ κάνης, γιατί θὰ πάθης μεγάλη ζημιά».

Αὐτὰ τῆς εἶπε καὶ ἐξαφανίστηκε.

Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ μὴ κάνουν ἔκτρωση καὶ νὰ μὲ ἀφήσουν νὰ ζήσω.

Ἦταν τὸ πρῶτο θαῦμα διασώσεως στὴ ζωή μου, ὅπου πολλὲς φορὲς κινδύνεψα, ἀλλὰ σώθηκα καὶ μάλιστα μερικὲς φορὲς χάρη στὴν φανερὴ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας, ὅπως καὶ τότε πρὶν ἀκόμα γεννηθῶ.

Ἀργότερα φόρεσα καὶ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ἐκτελῶ τὴν διακονία μου σὲ ἕνα μοναστήρι. Ἔτσι φάνηκε ἡ ἰδιαίτερη εὔνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας σὲ ὅποιον ἀκολουθήση τὸν μοναχικὸ βίο. Ἐδῶ ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ ἐπέμβη ὁ Θεός, γιὰ νὰ σωθῆ ἕνας μοναχός.

Ἀλλὰ καὶ πόσοι ἄνθρωποι χάθηκαν ἀδίκως ἐξ αἰτίας τῶν ἐκτρώσεων! Πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ Πατρίδα μας, ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν οἱ ἐκτρώσεις! Τώρα κινδυνεύουμε νὰ χαθοῦμε σὰν ἔθνος, νὰ γίνουμε ἕνα ἔθνος χωρὶς νέους ἀνθρώπους, ἕνα ἔθνος γηροκομεῖο.

Ἂς ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας στὸν Θεὸ καὶ ἄς ἀφήσουμε τὴν πρόνοιά του, ὥστε νὰ κατευθύνη αὐτὸς τὸ μέλλον μας».

  • Ρώτησαν τὸν Ἅγιο Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστή, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν δίνει τὸ φάρμακο γιὰ τὸν καρκῖνο καὶ ἀπάντησε: Τὸ ἔδωσε δύο φορές, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸ εὕρισκαν, τοὺς ἔκαναν ἔκτρωση.
  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ