Γράφει ὁ κ. Δημήτριος Βανδῶρος, τ. διοικητὴς Ἱπποκρατείου Νοσοκομείου Ἀθηνῶν
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς σκέψεις αὐτὲς ἔλαβα ἀπὸ τὸ ἐπίκαιρο πρωτοσέλιδο ἄρθρο τοῦ ταπεινοῦ ἀγωνιστῆ Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφεὶμ στὸ τελευταῖο φύλλο τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» μὲ τίτλο «Οἱ Πατριάρχαι ἐνώπιον τοῦ Σουλτάνου ἐκράτουν τὸ σχοινὶ τῆς ἐκτελέσεώς των», ἀναφερόμενο εἰς τὴν ματαίωση τῶν παρελάσεων, τὴν ἀπουσία τῶν Ἀρχῶν ἀπὸ τὶς Δοξολογίες γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Ἐπέτειο, ἀλλὰ καὶ τὴν μὴ σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας αὐτὲς τὶς δύσκολες ὧρες!
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὲ δηλώσεις του κάλεσε τοὺς «δημοτικούς, περιφερειακοὺς καὶ λοιποὺς πολιτικοὺς ἀξιωματούχους… νὰ τιμήσουν τὶς ἡρωικὲς θυσίες τῶν προγόνων μας… χωρὶς νὰ λάβουν μέρος στὶς ἐπίσημες τελετές…»!
Παρ’ὅτι ἡ ἔκκληση εἶναι ὑπερβολική, δὲν ἀναφέρεται πάντως εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως!
Ὁ κ. Πατούλης ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμη μου δὲν συμμερίστηκε τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, διότι προφανῶς θεώρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ τιμήσει τοὺς νεκροὺς ἥρωες τοῦ Ἔπους.
Τὴν προτροπὴ ὅμως ἐδράξατο ἀσμένως ἡ Κυβέρνηση καὶ ἔδωσε γραμμὴ γιὰ μὴ συμμετοχὴ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ προφανῶς καὶ τῶν Βουλευτῶν καὶ ἄλλων ἀξιωματούχων, εἰς τὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις!
Δηλαδὴ θὰ ἦταν κακὸ παράδειγμα, ἂν ἡ Κυβέρνηση τιμοῦσε «τὶς ἡρωικὲς θυσίες τῶν προγόνων μας» μὲ τὴν συμβολικὴ ἔστω συμμετοχὴ εἰς τὴν Δοξολογία μόνο τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν τιμητικὴ παρουσία τῆς Ἑλληνικῆς Σημαίας πλαισιουμένης ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων;
Ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ Ἐκκλησία μας τίμησε δεόντως τὴν ἐπέτειο, ἀφοῦ στὴν Δοξολογία στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο δὲν πλαισίωσε κανεὶς ἄλλος Ἀρχιερεύς!
Σὲ ἄκρα ἀντίθεση στὴν Ἑλληνικὴ Κύπρο εἰς τὴν Δοξολογία προέστη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὲ δύο βοηθοὺς Ἐπισκόπους καὶ παρέστη ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, Ὑπουργοί, καὶ Πρόεδροι Κοινοβουλευτικῶν Κομμάτων. Ἐπίσης τιμητικὸ ἄγημα καὶ ἡ Φιλαρμονικὴ τῆς Ἐθνικῆς Φρουρᾶς ἀπέδωσαν τιμές!
Ἔχουμε ζήσει διάφορες καταστάσεις κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνες, Πάσχα μὲ κλειστοὺς Ναούς, βολὲς κατὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Θεία Κοινωνία, παραπομπὲς εἰς τὴν Δικαιοσύνη τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας καὶ τοῦ ἀξίου λευίτου στὸ Κουκάκι, πρόστιμο γιὰ τὴν περιφορὰ ἐπὶ αὐτοκινήτου στὴν πόλη τοῦ Αἰγίου τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Τρυπητῆς, περιόρισαν τὴν παρουσία τῶν Ἀρχῶν εἰς τὴν Δοξολογία γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Ἐπέτειο καὶ τώρα μαθαίνουμε ὅτι π.χ. εἰς τὸν τεράστιο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀχαρνῶν θὰ ἐπιτρέπεται νὰ λειτουργοῦνται μόνον ἐννέα πιστοί. Αὐτὸ ἔγινε ἐν γνώσει τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς ΔΙΣ ἢ ἐν ἀγνοίᾳ των; Ὅποιο ἐκ τῶν δύο καὶ ἂν συμβαίνει εἶναι τὸ ἴδιο δυσάρεστο.
Ποῦ πηγαίνουμε; Λαοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἱστορικὴ μνήμη δὲν ἔχουν μέλλον!
Τὶς ὧρες αὐτές ἔρχεται εἰς τὸν νοῦ μου ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν καταχώρηση εἰς τὸ ἡμερολόγιο τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Εὐρίπου κυροῦ Βασιλείου τῆς 25/3/1980 (πρὶν σαράντα χρόνια), ὅπως παρατίθεται εἰς τὸ βιβλίο «Ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἀσκητικοῦ Ἐπισκόπου» (Ἐκδόσεις Σαΐτη 2019 σελ. 366).
Ἔγραφε λοιπὸν μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ὁ ἅγιος αὐτὸς ἱεράρχης, γνωστὸς γιὰ τὸν εὐθὺ καὶ καθαρὸ λόγο του, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου δὲν ἐξελέγη ποτὲ Μητροπολίτης κάποιας Μητροπόλεως, ἀφοῦ ἐνοχλοῦσε:
«Ἡ καταπίεση ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ εἶναι τρομερή. Ἡ ἐξουθένωση προσώπων ποὺ δὲν συμπορεύονται μὲ τὸ πολιτικὸ κατεστημένο εἶναι τραγική. Ἡ Ἐκκλησία τραγικὴ δεσμώτης στὸ ἅρμα τῆς Πολιτείας…
Ἡ Ἐκκλησία- ἡ διοίκησις ἐννοῶ τῆς Ἐκκλησίας, θεραπαινίδα στὶς ἐπιθυμίες τῶν ἰσχυρῶν, εἶναι ἀνίκανη νὰ δώση πνοὴ ζωῆς στὸν λαό, τὸν προδομένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Θέλω νὰ φωνάξω …νοιώθω δέσμιος χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ προσφέρω κάτι σ’ αὐτὸν τὸν λαὸ ποὺ καταπιέζεται καὶ προσπαθοῦν …νὰ τοῦ βουλώσουν τὸ στόμα μὲ τὸ φάγωμεν πίωμεν.
Εἶπε ὁ Πρόεδρος (Τσάτσος) στὸ διάγγελμά του γιὰ τὴν σημερινὴ ἡμέρα: « Ἡ γῆ σήμερα πέρα ὡς πέρα ἀναδίνει ὀσμὴ αἵματος. Ἡ βία, τὸ ἄδικον καὶ ἡ ἀνομία βασιλεύουν. Ἡ Αἰδὼς καὶ ἡ Νέμεσις ἐγκαταλείψανε τοὺς ἀνθρώπους».
Καὶ σχολιάζει ὁ ἁγνὸς Ἐπίσκοπος:
«Τὶς διώξανε ἐκεῖνοι ποὺ ροφοῦν τὴν ἰκμάδα τοῦ λαοῦ μας καὶ τοῦ προετοιμάζουν μιὰ κάποια μακροχρόνια αἰχμαλωσία (σ.σ. δηλαδὴ πρὶν σαράντα χρόνια προφήτευσε τὴν ὑποδούλωσή μας εἰς τοὺς δανειστὲς)
Ἄκουσέ με, Κύριε. Εἶναι βαρειὰ ἡ καρδιά μου.
Κύριε, σῶσε τὸν λαόν Σου, Ἀμήν».




