«Τί σὲ καλέσωμεν, ὦ Κεχαριτωμένη;»

Share:

  Κάθε φορά, καλοί μου φίλοι, ποὺ ἀκοῦμε νὰ κτυποῦν χαρμόσυνα οἱ καμπάνες σὲ κάποια γιορτὴ τῆς Παναγίας μας, κάθε φορὰ ποὺ βρισκόμαστε μπροστὰ στὰ πλήθη τῶν πιστῶν ποὺ συρρέουν, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα της, κάθε φορὰ ποὺ βλέπουμε τὰ τάματα καὶ τὰ πολύτιμα κοσμήματα κρεμασμένα στὶς εἰκόνες της, τόσο πολὺ ποὺ νὰ μὴ φαίνεται τὸ πρόσωπό Της, τότε συνειδητοποιοῦμε, πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ Πίστη μας. Πόσο μοναδικὴ εἶναι ἡ Παναγία μας.

Κάθε ναὸς κι ἕνα εἰκόνισμα ἢ καὶ τὸ ὄνομά Της, κάθε μοναστήρι καὶ ἡ Χάρη Της. Σπαρμένη ἡ Ἑλλάδα ὅλη, ἀπὸ ναοὺς καὶ μοναστήρια, γεμάτη ἀπ’ τὶς εἰκόνες Της μὲ τὶς χίλιες δυὸ ὀνομασίες. Μ΄ ἕνα κερί, μὲ μιὰ λαμπάδα, μὲ τὸ ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ της, μὲ τὸ ψέλλισμα κάποιου ὕμνου της, μ’ ἕνα λουλούδι, καὶ τὴν αἰσθανόμαστε δική μας. Καταδική μας!

*  *  *

Ἆραγε ποιὸ εἶναι γιὰ ὅλους μας τὸ γλυκύτερο πρόσωπο μετὰ τὸν Χριστό; Τῆς Παναγίας μας ἀσφαλῶς!

Ἆραγε ποιὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ γυναίκα στὴν παγκόσμια ἱστορία ποὺ ἀξιώθηκε νὰ γίνει Μητέρα τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ; Ἡ Θεοτόκος βέβαια!

Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τὴ μητέρα του, ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ μητέρα ὅλων μας; Σαφέστατα ἡ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», δηλαδὴ ἡ Μάνα Παναγιά μας!

Πραγματικὰ εἶναι ἄφθαστη καὶ μοναδικὴ ἡ δόξα Της. Νὰ τί λέει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Περιτριγύρισε ὦ ἄνθρωπε, ὅλη τὴ γῆ, ἐξερεύνησε τοὺς οὐρανούς, τὴν θάλασσα, τὸν ἀέρα μὲ τὴ διάνοιά σου, δὲς μὲ τὸ νοῦ σου ὅλες τὶς ἀόρατες ἀγγελικὲς δυνάμεις, ὅλους τοὺς Ἁγίους καὶ πρόσεξε καλὰ ἂν ὑπάρχει ἄλλη ὕπαρξη μεγαλύτερη ἢ ἔστω ἴση πρὸς τὴν Ἁγία Θεοτόκο Παρθένο».

Ἐκστατικὸς καὶ ὁ ὑμνογράφος ἀναφωνεῖ: «Τί σὲ καλέσωμεν, ὦ Κεχαριτωμένη;». Δηλαδή, πῶς νὰ σὲ ὀνομάσουμε; Κι ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ τὴν ἀπάντηση ἀπὸ γήινες εἰκόνες, γιὰ νὰ τὴν ὑμνήσει, καταφεύγει στὶς οὐράνιες. Ὁπότε καὶ συνθέτει τὸν ὕμνο του ὡς ἑξῆς:

«Τί σὲ καλέσωμεν, ὦ Κεχαριτωμένη;

Οὐρανόν, ὅτι ἀνέτειλες τὴν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης.

Παράδεισον, ὅτι ἐβλάστησας τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας.

Παρθένον, ὅτι ἔμεινας ἄφθορος.

Ἁγνὴν Μητέρα, ὅτι ἔσχες σαῖς ἁγίαις ἀγκάλαις υἱόν, τὸν πάντων Θεὸν»

Καὶ πῶς νὰ μὴ μένει ἐκστατικὸς ὁ ἅγιος αὐτὸς ὑμνογράφος, ὅταν αὐτὸ τὸν χαρακτηρισμό, τῆς «Κεχαριτωμένης» δηλαδή, ἀλλὰ καὶ τῆς «εὐλογημένης ἐν γυναιξί», δὲν τῆς τὸν ἀπέδωσε κάποιος ἄνθρωπος, ὅσο σπουδαῖος κι ἂν ἦταν αὐτός, ἀλλὰ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἐκεῖνος ποὺ στέκεται «διὰ παντὸς» στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ;

Ἆραγε σὲ ποιὸν ἄλλο ἄνθρωπο, ἀπευθύνθηκε ποτὲ ἕνας τέτοιος χαρακτηρισμός; Ναί, τόσο πολὺ τίμησε ὁ Θεὸς ἐκείνη τὴν τόσο ἄσημη Κόρη τῆς Ναζαρέτ. Βλέπετε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι καθόλου σημαντικοὶ αὐτοί, ποὺ ἔχουν τὰ μεγάλα ἀξιώματα, τὴν ὀμορφιά, τὰ πλούτη κ.λπ., ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ διαθέτουν κάλος ψυχῆς.

Ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε ἡ Παναγία μας, βρίσκεται πάνω ἀπ’ ὅλους. Καὶ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς Ἀγγέλους. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται ἔτσι. Δηλαδὴ Παναγία. Εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑμνοῦν οἱ πάντες. Εἶναι ἀσύλληπτο στὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ τὸ ἠθικό της μεγαλεῖο. Εἶναι ἡ «Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν». Εἶναι ἡ «μετὰ Θεὸν Θεός».

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἦταν ἐκείνη ποὺ τὴν ὀνόμασε ἔτσι, δηλαδὴ «Παναγία». Κι αὐτὸ γιατί, ἐνῶ ἦταν ἁγία πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, «Κεχαριτωμένη», ὅπως τὴν ἀποκάλεσε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ,  ὁπότε καὶ ἀξιώθηκε τῆς παμμέγιστης τιμῆς νὰ γίνει Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ καθαρίστηκε κι ἀπ’ αὐτὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὁπότε καὶ ἔγινε Παναγία.

Πρωτάκουστο! Ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς ἔχει μόνον Πατέρα καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει μόνο μητέρα. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ Παναγία μας.

Θὰ τὸ ἔχετε προσέξει. Τί ἀκολουθεῖ μετὰ τὴν ἐπίκληση τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ; Ἡ ἐπίκληση τῶν πρεσβειῶν καὶ τῆς μεσιτείας τῆς Παναγίας μας, βέβαια. Καὶ γιατί αὐτό; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν δίνει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς ὡς ἑξῆς: «Ἐπειδὴ αὐτὴ μόνη στάθηκε μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καθὼς ἔκανε τὸν μὲν Θεό, ἄνθρωπο, τοὺς δὲ ἀνθρώπους, υἱοὺς τοῦ Θεοῦ».

Μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι αὐτὴ ποὺ κατέβασε τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ καὶ ἀνέβασε τὴν γῆ στὸν οὐρανό. Εἶναι Ἐκείνη πού, ὅπως λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, παραθέτει τράπεζα σὲ ὅλους μας, μὲ τί; Μὰ μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της. Γιατί τὸ σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα, ποὺ Τοῦ ἔδωσε Ἐκείνη.

Ἂν ἡ ἀνυπακοὴ τῆς Εὔας ἔφερε τὸν θάνατο, ἡ ὑπακοὴ τῆς Παρθένου Μαρίας ἔφερε τὴ ζωή. Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Ἡ Θεοτόκος ἦλθε στὴ ζωὴ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὴν παγκόσμια σωτηρία».

Ὅλες οἱ εἰκόνες ἔχουν τὴν Παναγία μὲ τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά Της. Κι αὐτὸ γιατί ἡ Παναγία εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴ σωτηρία μας. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, οὔτε καὶ χριστιανικὴ ζωή, χωρὶς ἀγάπη καὶ τιμὴ πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα Του. Κατὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «ὅποιος δὲν θεωρεῖ Θεοτόκο τὴν ἁγία Μαρία, εἶναι ἄσχετος μὲ τὴ θεότητα».

Ἂς δοῦμε κι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: «Μὲ τὸ νὰ πεῖ ἡ Παναγία Παρθένος «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, ἂς γίνει σ’ ἐμένα ὅπως εἶπες» (Λουκᾶ 1, 38), φανέρωσε αὐτό: Εἶμαι πίνακας πάνω στὸν ὁποῖο γράφεται ὅ,τι θέλει ὁ Κύριος τοῦ παντός». Τί μεγαλεῖο! Τί ταπείνωση! Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς ἔγραψε σ’ αὐτὸ τὸν ἐξαίσιο πίνακα τὴ φράση «Θεο­τόκος»! Αὐτὸ δὲ εἶναι καὶ τὸ κατ’ ἐξοχὴν θεολογικό της ὄνομα.

Γιὰ τὴν Θεοτόκο, αἰῶνες πρὶν γεννηθεῖ, μίλησαν οἱ Προφῆτες. Μὲ πλῆθος προτυπώσεων καὶ προεικονίσεων ποὺ ὑπερβαίνουν τὶς 40, μᾶς μιλᾶ γι’ αὐτὴν ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως μὲ τὴν φλεγόμενη καὶ μὴ καιγόμενη βάτο, τὴν κλίμακα τοῦ Ἰακώβ, τὴν ἑπτάφωτη λυχνία, τὴ χρυσὴ στάμνα, τὸ ραβδὶ τοῦ Ἀαρὼν ποὺ βλάστησε, τὸν πόκο τοῦ Γεδεών, τὸ ἀλατόμητο ὄρος κ.λπ.

Ἀπὸ τὴ γέννησή της κι ὕστερα μᾶς μιλᾶ ἡ Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀσφαλῶς ἡ Ἱερὴ Παράδοση. Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὴν δόξα, τὴν λαμπρότητα καὶ τὸ μεγαλεῖο της κανεὶς ἄλλος δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἀποκτήσει.

*   *   *

Τὸ ὄνομά της εἶναι Μαρία. Ἀλλὰ κι αὐτὸ τὸ ὄνομα δὲν εἶναι χωρὶς σημασία. Γιατί τῆς δόθηκε «κατὰ πρόγνωσιν καὶ βουλὴν τοῦ Θεοῦ». Καὶ τί σημαίνει ἆραγε; Σημαίνει Κυρία! Ἕνας χαρακτηρισμὸς ποὺ δηλώνει τὴν δύναμη ἐκείνης ποὺ κατόρθωσε νὰ ἑνώσει τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.

Κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη τὸ ὄνομα Μαρία ἔχει τριπλῆ ἑρμηνεία. Σημαίνει δύναμη, σοφία καὶ ἀγαθότητα.

Ἀπὸ τὸν Πατέρα ἔλαβε τὸ δύναμη, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει σὰν Μητέρα στὴ γῆ, ἐκεῖνο ποὺ ἐκπληρώνει ὁ Θεὸς σὰν Πατέρας στὸν οὐρανό.

Ἀπὸ τὸν Υἱὸ ἔλαβε τὴ σοφία σὰν Μητέρα Του, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ συμφιλιώσει τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο.

Ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τέλος, ἔλαβε τὴν ἀγαθότητα, γιὰ νὰ μεταδίδει τὰ πνευματικὰ χαρίσματα σὲ ὅλα τὰ κτίσματα.

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴ τὴν τιμοῦμε κι ἐμεῖς; Ὅλοι μας δὲ γνωρίζουμε πολὺ καλά, πὼς ὅταν τιμοῦμε τὴν Παναγία, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό μας τιμοῦμε, γιατί τὴν τιμοῦμε ὡς Θεοτόκο. Κι ὅταν τιμοῦμε τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ σεσαρκωμένο, τιμοῦμε κι Ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση.

*   *   *

Καθὼς ἔγραφα τὶς πτωχὲς αὐτὲς γραμμές, καλοί μου φίλοι, διαπίστωσα κι ἐγὼ αὐτὸ τὸ χιλιοειπωμένο. Πῶς πραγματικὰ καμμία ἀνθρώπινη γλώσσα, καμμία πέννα καὶ καμμία τέχνη, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιγράψει τὴν «Ὑπέραγνον Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ», Ἐκείνην μπροστὰ στὴν ὁποία ἰλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς.

Πραγματικὰ τὸ ἔργο αὐτὸ ὑπερβαίνει τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Μόνο οἱ ἄγγελοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτό. Κι ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τόσο μόνο μποροῦμε νὰ τὴν ἐγκωμιάσουμε, ὅσο χρειάζεται, γιὰ νὰ ἁγιάσουμε τὴ γλώσσα μας καὶ τὴν ψυχή μας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ φωτισμένοι ἀπ’ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὑμνογράφοι τῆς Ἐκκλησίας μας, διατύπωσαν φράσεις σὰν αὐτές: «Πάντα ὑπὲρ ἔννοιαν, πάντα ὑπερένδοξα τὰ σὰ Θεοτόκε μυστήρια».

Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος

  Next Article

«Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον» (Λουκ. α΄ 46)*