Τοῦ κ. Γεωργίου Κούβελα, Συνταξιούχου Δικηγόρου παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ Σ.τ.Ε.,
Ἐπιτίμου Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Φοιτητικῆς Ἑνώσεως Κυπρίων
8ον
Στὰ 1940 ἡ φασιστικὴ Ἰταλία ἔπληξε ταυτόχρονα καὶ τὴ Ρωμιοσύνη καὶ τὴν Ὀρθοδοξία: Ἦταν 15η Αὐγούστου 1940, ὅταν στὴν Τῆνο τελεῖτο στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Μεγαλόχαρης ἡ Θεία Λειτουργία στὴ Χάρη Της. Ὅλη ἡ Ρωμιοσύνη εἶχε γονατίσει στὴν Παναγία καὶ Τὴν ἱκέτευε γιὰ τὴν Εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἐκείνη τὴν Ἅγια μέρα οἱ ἐχθροὶ τῆς Ρωμιοσύνης διάλεξαν νὰ μᾶς πλήξουν! Καὶ ἔπληξαν τὸ χαρακτηριστικότερο σύμβολο τῆς Ρωμιοσύνης: Τὴ Θρυλική «ΕΛΛΗ», ποὺ εἶχε καταπλεύσει ἐκεῖ, γιὰ νὰ ἀποδώσει τὶς καθιερωμένες τιμὲς στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό! Τότε ὅλη ἡ Ρωμιοσύνη μετέτρεψε τὸ Θρῆνο σὲ Ἱκεσία: Παναγία μου, μὴ μᾶς ἀφήσεις! Ὅλη ἡ Ρωμιοσύνη ἔψαλλε θερμά:
Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε…!
Καὶ ὅλος ὁ Λαὸς τραγουδοῦσε μαζὶ μὲ τὴ Σοφία Βέμπο:
Παιδιά, τῆς Ἑλλάδος παιδιά,
Ποὺ σκληρὰ πολεμᾶτε πάνω στὰ βουνά.
Παιδιά, τῆς Ἑλλάδος παιδιά, στὴ γλυκιὰ Παναγιὰ
Προσευχόμαστε ὅλες νὰ ρθεῖτε ξανά…!
Ἡ Ρωμιοσύνη νίκησε γιατὶ ἀρχηγὸς τοῦ Ἀγώνα Της ἦταν ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός. Τὴν ἔβλεπαν οἱ Ἕλληνες νὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὴ Νίκη. Καὶ -ἀπίστευτο- τὴν ἔβλεπαν καὶ οἱ Ἰταλοί! Ἡ Ἐφημερίδα «Ἐλεύθερον Βῆμα» τῆς 23 Ἰουνίου 1941 γράφει: «Δὲν εἶναι μόνον οἱ στρατιῶτες μας ποὺ βλέπουν τὴν Παναγία νὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὴ μάχη καὶ νὰ τοὺς κατευθύνει πρὸς τὴ νίκη. Ἰταλοὶ αἰχμάλωτοι ποὺ ἀνακρίθηκαν κατέθεσαν ὅτι καὶ ἀπὸ τὸ δικό τους μέρος βλέπουν μιὰ μαυροφορεμένη γυναίκα νὰ προχωρεῖ μπροστὰ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ καὶ νὰ τὸν ὁδηγεῖ! Ἡ ἐντύπωση αὐτὴ παρέλυσε σὲ ἐπανειλημμένες περιπτώσεις τὴν Ἰταλικὴ ἀντίσταση. Τὸ ἔγκλημα τῆς Τήνου δίνει ἔτσι καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς τοῦ πολέμου τὰ ἀσφαλῆ του ἀποτελέσματα. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος φανατίζει καὶ ἐγκαρδιώνει τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο κόβει τὰ γόνατα τοῦ ἐχθροῦ, στὸν ὁποῖο ἡ Παναγία μὲ τὴν ἐμφάνισή Της φέρνει τὸν πανικό. Εἶναι ἡ τύψη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐγκλημάτισε καταπατώντας κάθε ἀνθρώπινο καὶ Θεῖο Νόμο, ποὺ κυνηγᾶ τοὺς Ἰταλούς»!
Ὅλη ἡ Ρωμιοσύνη ἔγινε μιὰ γροθιά! Ὅλοι γιὰ τὸν ὑπὲρ πάντων Ἀγῶνα τὰ ἔδωσαν ὅλα: Καὶ πρώτη ἡ πληγωμένη Παναγιά: Στὶς 6 Δεκεμβρίου 1940 ὁ Λαὸς τῆς Τήνου ἔστειλε στὴν Κυβέρνηση τὸ πιὸ κάτω τηλεγράφημα: «Ὁ λαὸς τῆς Τήνου μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἱερὸ Κλῆρο προσῆλθε ὅλος στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Εὐαγγελίστριας καὶ προσευχήθηκε γιὰ τὴ νίκη τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων στὸν Ἱερὸ ἀγώνα ποὺ ἀναλάβαμε. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἱεροῦ Ἱδρύματος Εὐαγγελιστρίας διάβασε ψήφισμα τοῦ Ἱδρύματος, τὸ ὁποῖο ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τὸ λαὸ μὲ ἐπευφημίες καὶ συγκινητικὲς ἐκδηλώσεις καὶ μὲ τὸ ὁποῖο θέτει στὴ διάθεσή σας ὅλα τὰ ἀναθήματα καὶ τιμαλφῆ ἀντικείμενα καὶ κοσμήματα κάθε εἴδους, ποὺ ὑπάρχουν στὸ Ναό, ὅλο τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι γιὰ τὴν ἐνίσχυση τοῦ Ἱεροῦ Ἀγώνα μας»!
Γιὰ τὴ συμβολὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὸ Ἔπος τοῦ 1940, ὁ Νικόλαος Βασιλειάδης#[35] ἐπισημαίνει:
Τέσσερις δεκαετίες ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ Ἕλληνες δεχτήκαμε τὸ ἡλιόλουστο πρωϊνὸ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 τὸ δωρικὸ ἐγερτήριο.
Τὰ νιάτα ὅρμησαν πρὸς τὰ Βορειοηπειρωτικὰ βουνὰ μὲ ἀπίθανο ἐνθουσιασμό. Ἤξεραν ὅτι εἶχαν νὰ κάνουν μ᾽ ἕνα ἐχθρὸ πολυαριθμότερο σὲ ἄνδρες· μὲ ὁπλισμὸ ἀσύγκριτα ἀνώτερο ἀπ᾽ τὸ δικό τους· μὲ ἀεροπορία, ποὺ σκέπαζε κυριολεκτικὰ τὸν ἥλιο.
Κι ὅμως δὲ λιποψύχησαν. Φτερωμένοι ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεό, τὴ βεβαιότητα πὼς τοὺς σκέπει ἡ Παναγία, μὲ τὸ δίκιο τοῦ ἀγώνα καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ ἐλευθερία σκαρφάλωσαν στὰ βουνά. Φορτωμένοι μὲ λαμπρὴ Ἱστορία καὶ παράδοση ἡρωϊσμοῦ, ὅσο κανένας ἄλλος λαός, θωρακισμένοι μὲ τὶς ἀθάνατες ἑλληνικὲς ἀρετές, ἄγγιξαν τροπαιοῦχοι τὴν κορυφογραμμὴ τοῦ θρύλου. Θεματοφύλακες αἰώνιων ἀξιῶν ἔστησαν σ᾽ ὅλα τὰ κορφοβούνια τὸ λάβαρο τῆς παλληκαριᾶς τους.
Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ἡ Ἑλλάδα μας –ἡγεσία, στρατός, λαός, μέτωπο, μετόπισθεν, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά– ἔσυραν τὸ λεβέντικο χορὸ τοῦ «ὑπὲρ πάντων ἀγῶνος».
Ἐγκώμια ἀπὸ φίλους κι ἐχθροὺς ἀκούγονταν καθημερινά. Σημειώνουμε γιὰ τὴν ὥρα μόνο δυὸ ἀπ᾽ αὐτὰ πού ᾽γραψαν οἱ τότε ἐχθροί μας. Ὁ Ἰταλὸς στρατηγὸς Φάμπιο ντὲλ Φρίουλι σὲ ἄρθρο του, ποὺ εἶχε δημοσιευθεῖ στὴν Ἐπιθεώρηση «Ριβίστα Μιλιτάρε» μέ τίτλο «Ἡ κρίση στὸ Ἀλβανικὸ μέτωπο» ἔγραψε: «Καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ Β´ Παγκοσμίου πολέμου οἱ στρατιῶται τῶν Μονάδων μας, ποὺ ἔλαβαν μέρος στὸν Ἑλληνο – Ἰταλικὸ πόλεμο, ἔφεραν εἰδικὸ διακριτικὸ τιμῆς, διότι ἐπολέμησαν ἐναντίον στρατοῦ ὑψηλῆς ποιότητος, καὶ μαχητικῆς ἀξίας, ποὺ εἶχε ἀναγνωρισθεῖ παγκοσμίως».
Καὶ στὶς 4 Μαΐου 1941 ὁ Χίτλερ ὁμολογοῦσε στὸ Ράϊχσταγ:
«Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἠγωνίσθη τόσον γενναίως, ὥστε καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἐχθροί του δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι τὴν πρὸς αὐτὸν ἐκτίμησιν. Ἐξ ὅλων τῶν ἀντιπάλων, οἵτινες μᾶς ἀντιμετώπισαν, μόνον ὁ Ἕλλην στρατιώτης ἐπολέμησε μὲ παράτολμον θάρρος καὶ ὑψίστην περιφρόνησιν πρὸς τὸν θάνατον. Δὲν ἐσυνθηκολόγει παρὰ μόνον ὅταν πᾶσα περαιτέρω ἀντίστασις ἀπέβαινεν ἀδύνατος καὶ ἀπολύτως ματαία».
Οἱ δυὸ αὐτὲς ἐπίσημες ὁμολογίες τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ ναζισμοῦ ἐκφράζουν ὅλα ὅσα θά ᾽χαμε νὰ ποῦμε γιὰ τὰ φλεγόμενα νιάτα τοῦ ᾽40 καὶ τὶς λαμπρὲς νίκες τους. Ἄλλωστε ἡ Ἱστορία, ποὺ μὲ τὸ λευκὸ φτερὸ στὸ χέρι καὶ τὸ χαμόγελο ἐμπιστοσύνης στὰ χείλη παρακολούθησε λεπτὸ μὲ λεπτὸ τὸν τιτάνιο ἀγῶνα τους, ἔγραψε: Οἱ Ἕλληνες ἑνωμένοι κάτω ἀπὸ τὴν ἄξια ἡγεσία τους, τὸ βασιλιὰ Γεώργιο Β´, τὸν πρωθυπουργὸ Ἰω. Μεταξᾶ καὶ τὸ στρατηγὸ Ἀλ. Παπάγο (τὸ ἔπος 1940-41 ὡς στρατιωτικὴ προπαρασκευὴ καὶ στρατιωτικὴ ἐκτέλεση ἀνήκει οὐσιαστικὰ σ᾽ αὐτόν), ἔκαναν τὸ θαῦμα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ· ὁ μικρὸς Δαβὶδ νίκησε τὸ γίγαντα Γολιάθ. Ἀπὸ τότε οἱ δεκαετίες πῆραν ν᾽ ἀντιλαλοῦν τὸ μήνυμα αὐτὸ τῆς Ἱστορίας στὴ λεωφόρο τῆς μνήμης γιὰ νὰ τὸ φέρουν ὣς ἐσᾶς τὰ σύγχρονα νιάτα. Στοχαστεῖτε το…
Τρία γράμματα – μιὰ ὁλόκληρη ἱστορία
Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι πλούσια σὲ λεξιλόγιο, γόνιμη, πλαστική. Ἡ καταλληλότερη γιὰ νὰ ἐκφράσει τὶς πιὸ βαθιὲς ἔννοιες, τοὺς πιὸ δύσκολους ὅρους. Μελετώντας ὅμως τὶς κρίσιμες ἤ καλύτερα τὶς μεγάλες ὧρες τῆς Ἱστορίας μας, νομίζεις πὼς γίνεται ἀφάνταστα λιτή! Ὅσο πιὸ μεγάλες εἶναι οἱ στιγμές, τόσο καὶ συμπτύσσεται τὸ λεξιλόγιό μας. Κι ὅσο τοῦτο συμπτύσσεται, τόσο καὶ γίνεται ἐκρηκτικότερο…
Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατὶ τὴν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 ἀντήχησε ἡ ἀδίστακτη ἀπόκριση στὸ φασισμὸ μ᾽ ἕνα ΟΧΙ. Ἡ μονολεκτικὴ ἐκείνη ἀπάντηση ἀπὸ τὸν τότε κυβερνήτη τοῦ Ἔθνους τὸν Ἰω. Μεταξᾶ, ἔπεσε στὸ κεφάλι τοῦ σιδηρόφρακτου δράκου σὰν τὴν κοψιὰ τοῦ σπαθοῦ. Ὁ δράκος ζαλίστηκε μὲ μιᾶς. Οἱ στρατιές του στάθηκαν ἀνίκανες νὰ διασπάσουν τὸ φραγμὸ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς. Ἔμειναν μὲ τ᾽ ὄνειρο μιᾶς νίκης ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐξουθενωτικῆς.
Καθὼς τὸ ΟΧΙ ἀκούστηκε τὶς πρωϊνὲς ὧρες τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, ὁ ἦχος του εἶχε κάτι ἀπὸ ἐθνικὸ σάλπισμα. Ἀντιλαλοῦσε τὴν ἐσωτερική, βαθιὰ καὶ μυστικὴ κραταιότητα τῆς φυλῆς. Τὰ τρία γράμματα παιάνιζαν κιόλας τὴ νικητήρια ἀναμονή. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ τὸ Ἔθνος διεκδικοῦσε βῆμα πρὸς βῆμα τὴν τιμὴ τῆς νίκης. Γιατί ἄραγε;
Γιατί οἱ ρίζες τοῦ ΟΧΙ ἔφταναν βαθιὰ στὴν αὐγὴ τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας καὶ ἀντλοῦσαν τοὺς χυμούς τους ἀπὸ τὰ ἰδανικὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδας.
Τὸ ΟΧΙ δὲν ἦταν λόγος τῆς στιγμῆς· ἦταν λόγος παλιός, λόγος ὥριμος. Ἦταν ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἀρχαίου «μολὼν λαβέ». Ἡ συμπύκνωση τῆς φράσεως τῶν Ἑλλήνων τοῦ Βυζαντίου «τὴν πόλιν τοῖς βαρβάροις οὐδέποτε ἑῶμεν». Ἡ ἀνανέωση τοῦ θουρίου τῶν παλικαριῶν τοῦ ᾽21 «καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή». Τοῦτος ὁ λόγος εἶναι ριζωμένος στὶς ψυχὲς τῶν Πανελλήνων. Κυοφορεῖται σιωπηλά, ἀλλὰ μόνιμα, στὰ σπλάχνα τοῦ Γένους. Κυλάει στὸ αἷμα μας ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Καὶ στὴν κρίσιμη ὥρα ἐκφράζεται μὲ μιὰ δωρικὴ σοβαρότητα καὶ ἁπλότητα, μὲ μιὰ λιτὴ μεγαλοσύνη. Γίνεται τότε ἐγερτήριο, κι οἱ ἔφηβοι τῆς Ἱστορίας μας τὸ παίρνουν, τὸ κάνουν θούριο, τὸ κάνουν παιάνα καὶ τὸ τραγουδοῦν κονιορτοποιώντας τοὺς ἀριθμοὺς καὶ χλευάζοντας ὅσους ἀποτολμοῦν νὰ μᾶς ἀφαιρέσουν τὴν ἐλευθερία. Τὸ ψάλλουν σκαρφαλώνοντας στὶς πλαγιὲς τοῦ θανάτου κι ἀνεβαίνοντας στὶς κορυφογραμμὲς τοῦ θρύλου, ὅπου τοὺς περιμένει ἡ Ἱστορία μ᾽ ἕνα λευκὸ φτερὸ στὸ χέρι κι ἕνα χαμόγελο ἐμπιστοσύνης στὰ χείλη.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ΟΧΙ. Δὲν μποροῦσε λοιπὸν παρὰ καὶ στὸ ᾽40-᾽41 νὰ ἰσχύσουν οἱ ἴδιοι κανόνες. Παρακολουθῆστε: Λιτὸ τὸ ΟΧΙ τοῦ Μεταξᾶ στὸν Ἰταλὸ πρεσβευτὴ τοῦ Ντοῦτσε, τὸν κόμητα Γκράτσι. Λιτότατη κι ἡ πρώτη διαταγή, ποὺ διαβιβάστηκε τηλεφωνικῶς στὶς 5 τὸ πρωῒ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Μονάχα 21 λέξεις. Ἔλεγε ὁ ἀρχιστράτηγος Ἀλέξανδρος Παπάγος: «Ἀπὸ 6ης πρωϊνῆς σήμερον περιερχόμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν πρὸς Ἰταλίαν. Ἄμυνα ἐθνικοῦ ἐδάφους διεξαχθῇ βάσει διαταγῶν, ἃς ἔχετε. Ἐφαρμόσατε σχέδιον ἐπιστρατεύσεως». Λακωνικὲς οἱ πρῶτες διαταγές. Λιτὸ καὶ τὸ πρῶτο ἀνακοινωθέν· «Τὰ ἡμέτερα τμήματα ἀμύνονται τοῦ πατρίου ἐδάφους». Ὅπως τὸ ΟΧΙ ἦταν σταθερὸ κι ἔδειχνε τὴν ἀνδρεία καὶ αὐτοκυριαρχία τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἔτσι κι οἱ πρῶτες διαταγὲς καὶ τὰ πρῶτα ἀνακοινωθέντα. Ὅλα ἦσαν κείμενα μεγαλειώδη στὴ λιτότητά τους, ἡρωϊκὰ στὴ γαλήνη τους, θαυμαστὰ στὴν αὐτοκυριαρχία τους, βαθιὰ καὶ πλούσια στὸ περιεχόμενό τους.
Ἄκουσε τὸ ΟΧΙ, τὴ δισύλλαβη τούτη λέξη, ὁ κόσμος ἐκεῖνο τὸ πρωϊνό, καθὼς ἀπευθυνόταν σὲ μιὰ αὐτοκρατορία 45 ἑκατομμυρίων ποὺ ἦσαν πάνοπλοι, καὶ πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας ἡμέρα οἱ ἄνθρωποι πῆραν θάρρος, ἄρχισαν ν᾽ ἀναπνέουν διαφορετικά. Ἡ ψυχρὴ λογικὴ εἶχε καταρρακωθεῖ. Σὲ ἕξι μῆνες ἡ Εὐρώπη, πού ᾽χε γονατίσει σχεδὸν ὁλόκληρη, ξανάκουε τὸ ΟΧΙ γιὰ δεύτερη φορά. Ἡ Ἑλλάδα εἶχε δώσει τὴν ἴδια ἀπάντηση σὲ δεύτερη αὐτοκρατορία –τὴ ναζιστική– ποὺ εἶχε διπλάσια ἑκατομμύρια πάνοπλους στρατιῶτες ἀπὸ τὴν πρώτη. Σὲ δυὸ μῆνες περίπου ὁ κόσμος τὸ ξανάκουε γιὰ τρίτη φορὰ καθὼς ἡ Ἑλλάδα γονάτιζε κάτω ἀπὸ τὴν μπότα τῶν ναζί, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἔμεναν ὄρθιοι!…
Τὸ ἔπος τοῦ ᾽40-᾽41 ἄρχισε μὲ τὴ λιτὴ μεγαλοσύνη τοῦ ΟΧΙ. Κύλησε ὥς τὴν τελευταία του στιγμὴ στὴ δωρικὴ μεγαλοπρέπεια τοῦ ΟΧΙ. Ἔληξε στὸ Ροῦπελ καὶ στὴν Κρήτη μὲ τὸ γενναῖο ΟΧΙ τῶν ἀγωνιστῶν μας. Ὥστε τὸ ᾽40-᾽41 οἱ Ἕλληνες ἔγραψαν μὲ τρία μόνο γράμματα μιὰ ὁλόκληρη ὁλόλαμπρη Ἱστορία 216 ἡμερῶν!…
Στὴ λεωφόρο τῆς μνήμης βλέπω νὰ παρελαύνουν οἱ νέοι τοῦ 1940. Βαδίζουν σταθερά, κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ἐπικὴ μέθη. Προχωροῦν κύματα-κύματα, στεφανωμένοι μὲ τ᾽ ἄσπιλα χιόνια ἀπ᾽ τὶς κορυφογραμμὲς τῶν βουνῶν τῆς Β. Ἠπείρου μας. Πάμφωτοι ὅλοι τους, μὲ τὰ παράσημα τῆς φωτιᾶς στὰ στήθη. Στὸ μέτωπό τους εἶναι ἀποτυπωμένο τὸ φίλημα τῆς «Δόξης». Ὁ ζείδωρος ἄνεμος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς νίκης χαϊδεύει τὰ μπαρουτοκαπνισμένα πρόσωπά τους καὶ παίζει, ἀναδεύοντας μ᾽ ὄμορφη χάρη, τὴ λεβέντικη κόμη τους. Μιὰ φωνὴ ἀφήνουν ὅλοι: ΟΧΙ. Καὶ καθὼς βγαίνει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τους ἀντιλαλεῖ καὶ φτάνει ὥς τ᾽ αὐτιὰ τῆς δικῆς μας γενιᾶς. Φτάνει σὰν πίστη στὸ Θεό, σὰν ἀγάπη στὴν Πατρίδα, σὰν σεβασμὸς στὰ ἰδανικὰ τῆς φυλῆς, σὰν χρέος στὸν κόσμο μας, σὰν ἀπαίτηση τοῦ πολιτισμοῦ.
Καθὼς ἕνας-ἕνας ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ κύματα περνᾶ μπροστὰ στὰ σημερινὰ Ἑλληνόπουλα, στέκεται σεμνά, τὰ κοιτάζει στὰ μάτια καὶ ἀπιθώνει στὰ χέρια τους τὴ σκυτάλη τοῦ χρέους καὶ τῆς εὐθύνης. Καὶ τὰ σημερινὰ Ἑλληνόπουλα παίρνουνε τὴ σκυτάλη, ἡ καρδιά τους κτυπᾶ γρήγορα, τὸ αἷμα τους κοχλάζει καὶ τὰ χείλη τους ἀντιφωνοῦν τὴν προγονικὴ ἰαχή – κέλευσμα: ΟΧΙ!
Μαθήματα λεβεντιᾶς καὶ ἀνωτερότητoς#[36]
…Τὸ Ἔθνος μας στὰ φρικτὰ χρόνια τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς δερνόταν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴ δυστυχία. Ταυτόχρονα ἀντιμετώπιζε μόνιμο τὸ φόβο τῆς γενοκτονίας, ποὺ ἐνεργοῦσαν σὲ βάρος μας καὶ μὲ σύστημα οἱ ναζὶ κι οἱ Βούλγαροι στὴ Μακεδονία καὶ Θράκη. Ὅμως δὲ λύγισε. Διατήρησε τὸ σθένος του ἀδάμαστο. Ἔλαμψαν τότε ἡ ἐθνικὴ περηφάνια, ἡ εὐγένεια κι ἡ ψυχικὴ ἑνότητα τοῦ λαοῦ μας, ὅπως φανερώνει τ᾽ ἀκόλουθο περιστατικό#[37].
Στὸ ἀρχοντικὸ σεβάσμιας Ἀθηναίας εἶχε ἐγκατασταθεῖ μὲ τὸ «ἔτσι θέλω» ἀνώτερος Γερμανὸς ἀξιωματικός. Ὁ κατακτητὴς ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὸ ἀριστοκρατικὸ περιβάλλον. Ἐπειδὴ προερχόταν κι ὁ ἴδιος ἀπὸ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια, προσπαθοῦσε ἐπίμονα νὰ γνωρισθεῖ μὲ τὴν οἰκοδέσποινα. Ὅμως αὐτὴ τὸν ἀπέφευγε μὲ εὐγένεια καὶ φανερὴ ψυχρότητα. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ Γερμανοῦ πηγαινοερχόταν στὴν Ἑλληνίδα μὲ παραγγελίες, παρακλήσεις καὶ σημειώματα τοῦ κυρίου της. Στὴν τόση ἐπιμονή του ἡ Ἀθηναία δέχτηκε νὰ τὸν προσκαλέσει ἕνα βράδυ σὲ δεῖπνο. Παλιὰ ἡ οἰκοδέσποινα αὐτὴ εἶχε περιποιηθεῖ τὸν καλύτερο Ἀθηναϊκὸ κόσμο στὸ σπίτι της. Ἔχοντας ἀπὸ τότε πολλὰ καὶ πολυτελῆ «σερβίτσια» φρόντισε νὰ τὰ βγάλει ἀπ᾽ τὰ ντουλάπια της καὶ νὰ τ᾽ ἀραδιάσει γιὰ τὸ δεῖπνο. Ἔφερε κρύσταλλα, ἀσημένιες πιατέλες, ἐπάργυρα μαχαιροπήρουνα. Ὁ καμαριέρης της, ἕνας γέροντας, φορώντας τ᾽ ἄσπρα του γάντια, σερβίριζε ἄψογα…
Σημειώσεις:
[35]. Νικολάου Π. Βασιλειάδη, Γιὰ τὴν Ἐλευθερία, ἐκδ. Σωτήρ, Ἀθῆναι 2007. #[36]. Ἴδετε Νικολάου Π. Βασιλειάδη, Γιὰ τὴν Ἐλευθερία, ἐκδ. Σωτήρ, Ἀθῆναι 2007. #[37]. Τὸ περιστατικὸ τὸ δανείστηκα ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα «Ἑστία» τῆς 3ης Ἀπριλίου 1976.




