Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, Δρ. Φιλοσοφίας
Ἐσφαλμένα θεωροῦν πολλοὶ πιστοὶ ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα εἶναι κληρονομικό, ὅτι ὅσοι ἄνθρωποι γεννήθηκαν μετὰ τὸν Ἀδὰμ κληρονόμησαν τὸ ἁμάρτημά του καὶ τὴν ἐνοχή του, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οὐσιαστικὰ δέχονται τὴν παπικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνάντια σὲ αὐτὴ τὴν πλάνη, ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτὲ δὲν κατανόησε τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὡς κληρονομικὴ ἐνοχὴ ποὺ μεταβιβάζεται ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ στοὺς ἀπογόνους του. Ἀντιθέτως, τὸ ἀντιμετώπισε ὡς γεγονὸς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὡς τὴν ἀπαρχὴ μίας κατάστασης φθορᾶς, θνητότητας καὶ πνευματικῆς ἀποδυνάμωσης ποὺ ἐπηρεάζει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Ἀπὸ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἐξαρτᾶται καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τόσο τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση ὅσο καὶ τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία διατήρησε τὴν πατερικὴ ἀντίληψη περὶ τῆς πτώσεως ὡς ἀσθενείας, καὶ τῆς σωτηρίας διὰ τοῦ Χριστοῦ ὡς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ θεωρία τῆς κληρονομικῆς ἐνοχῆς τῆς δυτικῆς θεολογίας ἀρχίζει κυρίως ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου περὶ τοῦ peccatum originale. Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτή, ἡ ἐνοχὴ τῆς πρώτης ἁμαρτίας μεταβιβάζεται σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσῳ τῆς φυσικῆς γεννήσεως. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ μεσαιωνικὴ σχολαστικὴ θεολογία. Ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται πρωτίστως ἔνοχος καὶ ἡ λύτρωση νοεῖται ὡς ἀποκατάσταση μίας διαταραγμένης ἔννομης σχέσεως μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἀνατολικοὶ Πατέρες, ὅπως εἴπαμε, δὲν χρησιμοποίησαν ποτὲ τὴ γλώσσα τῆς κληρονομικῆς ἐνοχῆς. Ἂς ξεκαθαρίσουμε λοιπὸν τὰ πράγματα.
Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δυναμική τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν»
Ἡ ἀφήγηση τῆς Γενέσεως παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ κορύφωμα τῆς δημιουργίας. Ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ (Γέν. 1,26), καὶ καλεῖται νὰ ζήσει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Δημιουργό του μέσα στὸν Παράδεισο, ὥστε νὰ πορευθεῖ πρὸς τὴν τελείωση καὶ τὴ θέωση. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργήθηκε ἐξαρχῆς σὲ κατάσταση ὁλοκληρωμένης τελειότητας. Τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀποτελεῖ δωρεὰ τῆς δημιουργίας, ἐνῶ τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» συνιστᾶ προορισμὸ καὶ κλήση. Ὁ ἄνθρωπος ἦταν προορισμένος νὰ αὐξάνει ἀδιάκοπα στὴ μετοχὴ τῆς θείας ζωῆς, διατηρώντας ἐλεύθερα τὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση δημιουργήθηκε μὲ δυνατότητα ἀέναης προόδου πρὸς τὸν Θεό. Ἡ πορεία αὐτὴ προϋποθέτει τὴν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶναι δυνατὴ μόνο ὡς ἐλεύθερη συγκατάθεση στὸ θεῖο θέλημα. Χωρὶς ἐλευθερία δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἀληθινὴ κοινωνία. Ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε στοὺς πρωτοπλάστους, νὰ μὴ φᾶνε ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ σημαίνει ἐν τέλει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ ἀποκτήσει δικό του θέλημα, ἐὰν θέλει νὰ μείνει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Δὲν πρόκειται γιὰ αὐθαίρετη ἀπαγόρευση, ἀλλὰ γιὰ ἔκφραση τῆς σχέσεως ἐμπιστοσύνης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ τήρησή της ἀποτελοῦσε ἄσκηση τῆς ἐλευθερίας καὶ ὁδὸ πνευματικῆς ὡρίμανσης.
Ἡ πτῶσις ὡς ὑπαρξιακὴ ἀποξένωσις ἀπὸ τὸν Θεὸν
Ἡ παρακοὴ τῶν πρωτοπλάστων δὲν συνιστᾶ ἁπλῶς παράβαση μίας ἐντολῆς. Κατ’ οὐσίαν πρόκειται γιὰ ἐπιθυμία αὐτονόμησης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιχειρεῖ νὰ θεμελιώσει τὴν ὕπαρξή του στὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι πλέον στὴ σχέση του μὲ τὸν Δημιουργό. Ἡ ἁμαρτία ἐμφανίζεται ἔτσι ὡς διάρρηξη τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ οὐσία τῆς πτώσεως. Δὲν πρόκειται γιὰ νομικὸ γεγονός, μία παράβαση μὲ δικανικὲς συνέπειες, ἀλλὰ γιὰ μία ὀντολογικὴ μεταβολὴ στὴν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὸ ἔργο του «Περὶ Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου» λέγει ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀποστράφηκαν τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ στράφηκαν πρὸς τὰ φθαρτά, καὶ ἔτσι περιέπεσαν στὴ φθορὰ καὶ ἔγιναν ὑποκείμενοι στὸν θάνατο. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὸ «μὴ εἶναι», διότι μόνον ὁ Θεὸς ἀποτελεῖ θεμέλιο ἀληθινῆς ὑπάρξεως. Ἡ πτώση, ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται ὡς ἀλλαγὴ τῆς διαθέσεως τοῦ Θεοῦ ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς παραμένει πάντοτε ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία. Ἐκεῖνος ποὺ μεταβάλλεται εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴ ζωοποιὸ σχέση μὲ τὸν Δημιουργό του καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ ὑπάρχει σύμφωνα μὲ τὸ δικό του θέλημα.
Ἡ νόσος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως
Ἡ πατερικὴ θεολογία χρησιμοποιεῖ συστηματικὰ θεραπευτικὴ ὁρολογία, γιὰ νὰ περιγράψει τὴν κατάσταση τῆς πτώσεως καὶ τὴν ἁμαρτία. Οἱ Πατέρες ἀντιλαμβάνονται τὴν ἁμαρτία ὡς ἀσθένεια τῆς ὑπάρξεως καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς παράβαση κανόνων. Ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν γίνεται κακὴ μετὰ τὴν πτώση, δὲν διαφθείρεται, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ δυτικοὶ θεολόγοι. Ἡ ἄποψη αὐτὴ θὰ ἀντέβαινε στὴν ἴδια τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία περὶ δημιουργίας. Ὁ Θεὸς δὲν δημιουργεῖ κάτι κακό, καμία φύση δὲν εἶναι κακὴ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κακή, μπορεῖ μόνο νὰ νοσήσει καὶ νὰ θεραπευτεῖ. Ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου μεταβάλλεται σὲ κάτι οὐσιωδῶς διεφθαρμένο.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, μετὰ τὴν παράβαση, «ὑπέπεσεν εἰς τὴν φθορὰν» καὶ κατέστη θνητός. Ἡ φύση του δὲν καταστράφηκε, οὔτε ἀπώλεσε τὴν ἀγαθότητά της. Ὑπέστη ὅμως τὶς συνέπειες τῆς ἀπομακρύνσεώς της ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐὰν ἡ φύση εἶχε καταστεῖ ἐγγενῶς κακή, τότε ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου θὰ ἦταν ἀδύνατη. Ἀντιθέτως, ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία δημιούργησε, γιὰ νὰ τὴ θεραπεύσει καὶ νὰ τὴ δοξάσει. Ἐν προκειμένῳ ἰσχύει ἡ πατερικὴ ἀρχὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον». Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτή, παρὰ τὸν τραυματισμό της, παραμένει θεραπεύσιμη.
Φθορὰ καὶ θάνατος ὡς κληροδοτήματα τῆς πτώσεως
Κληρονομοῦμε λοιπὸν τὴν εἴσοδο στὴν κατάσταση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τίποτε ἄλλο. Ἐπίσης, σὲ καμία περίπτωση δὲν κληρονομοῦμε πάθη καὶ ἁμαρτίες τῶν προγόνων μας, ὅπως ἀτυχέστατα ἰσχυρίζονται κάποιοι τὰ τελευταῖα χρόνια. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνδέει εὐθέως τὴν ἁμαρτία μὲ τὸν θάνατο: «δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ. 5,12). Ἡ ἔμφαση βρίσκεται στὴ μετάδοση τοῦ θανάτου ὄχι κάποιας ἐνοχῆς. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύει τὸ χωρίο αὐτὸ τονίζοντας ὅτι ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα ἔγινε θνητὴ ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ. Ἡ ἀνθρώπινη φύση μεταδίδεται πλέον μέσα σὲ συνθῆκες θνητότητας καὶ φθορᾶς. Ἡ Ἐκκλησία ἑπομένως διδάσκει ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γεννῶνται θνητοί, ὄχι ἔνοχοι. Κληρονομοῦν τὴν κατάσταση τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπότητας, ὄχι τὴν προσωπικὴ εὐθύνη τοῦ Ἀδάμ.
Ὁ σκοτισμὸς τοῦ νοὸς
Παράλληλα μὲ τὴ φθορὰ καὶ τὴ θνητότητα, ἡ πτώση ἐπέφερε καὶ βαθιὰ ἀλλοίωση στὶς πνευματικὲς λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν πατερικὴ παράδοση ὁ νοῦς ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ νοῦς ὡς ἀνώτερο μέρος τῆς ψυχῆς εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμή της, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Θεὸ καὶ κοινωνεῖ μαζί Του. Μετὰ τὴν πτώση ὁ νοῦς χάνει τὸν φυσικό του προσανατολισμὸ καὶ διασκορπίζεται στὰ αἰσθητὰ καὶ φθαρτὰ πράγματα.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς περιγράφει τὸν ἄνθρωπο ὡς ὕπαρξη, τῆς ὁποίας ὁ νοῦς ἔχει αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὰ πάθη. Ἡ κατάσταση αὐτὴ συνιστᾶ τὸν λεγόμενο «σκοτισμὸ τοῦ νοός». Ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ νὰ φέρει τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἀλλὰ ἡ λειτουργία του ἔχει ἀποδυναμωθεῖ. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ὡς ἐκ τούτου, συνίσταται σὲ μία διαδικασία καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, δηλαδὴ στὴν ἀποκατάσταση τῆς φυσικῆς λειτουργίας τοῦ νοός. Ἡ ἀσκητική τῆς ἐκκλησίας μας μαζὶ μὲ τὴν συμμετοχὴ στὴν θεία χάρη διὰ τῶν μυστηρίων ὁδηγεῖ στὴν θεραπεία τῆς κληρονομικῆς μας νόσου, ἀφοῦ ἀποκαθιστᾶ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ
Ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐν Χριστῷ
Ἡ ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὁδηγεῖ φυσικὰ σὲ μία ἀντίστοιχη κατανόηση τῆς σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔρχεται ἁπλῶς νὰ ἐξαλείψει μία νομικὴ ἐνοχή. Ἔρχεται νὰ νικήσει τὸν θάνατο, νὰ θεραπεύσει τὴ φθορὰ καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴ διαρραγεῖσα κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος συνοψίζει τὴ διδασκαλία αὐτὴ μὲ τὴ φράση ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀθώωση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἡ ἀνακαίνιση καὶ ἡ θέωσή του. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾶ ἔτσι κεντρικὴ σημασία. Δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐπιβεβαίωση τῆς θεότητάς Του, ἀλλὰ ὀντολογικὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ ἀπαρχὴ τῆς ἀνακαινισμένης ἀνθρωπότητας.
Συμπέρασμα
Ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος διατηρεῖ τὴν ἀλήθεια περὶ τῆς πτώσεως καὶ τὴν ἀλήθεια περὶ τῆς ἀγαθότητας τῆς δημιουργίας. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γεννιέται ἔνοχος ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ, οὔτε κληρονομεῖ τὸ προσωπικό του ἁμάρτημα. Κληρονομεῖ ὅμως τὶς ὀντολογικὲς συνέπειες τῆς πτώσεως: τὴ φθορά, τὴ θνητότητα, τὸν σκοτισμὸ τοῦ νοὸς καὶ τὴν κλίση πρὸς τὴν ἁμαρτία.
Ἡ πατερικὴ παράδοση, ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο καὶ τὸν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας ἕως τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, παραμένει σταθερὴ σὲ αὐτὴ τὴ θεώρηση. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι κληρονομικὴ ἐνοχὴ ἀλλὰ ἀσθένεια τῆς ὑπάρξεως. Καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀθώωση, ἀλλὰ θεραπεία, ἀνακαίνιση καὶ θέωση. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν κηρύσσει ἕνα Θεὸ ποὺ ζητεῖ ἱκανοποίηση γιὰ μία κληρονομημένη ἐνοχή, ἀλλὰ ἕνα Θεὸ ποὺ «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» καὶ ὁ ὁποῖος, διὰ τοῦ Χριστοῦ, θεραπεύει τὴ φθορά, καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν κοινωνία τῆς θείας ζωῆς. Διὰ τοῦ Χριστοῦ , καὶ μέσα στὸ στὸ πλαίσιο τοῦ συνολικοῦ ἔργου τῆς οἰκονομίας, ἔλαβε πραγματικὰ χώρα ἡ θεραπεία τῆς φύσεώς μας, καὶ τώρα καλούμαστε καθένας ἀπὸ ἐμᾶς προσωπικὰ νὰ συμμετάσχουμε στὴν δυνατότητα ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς κοινωνοὶ θείας ζωῆς. Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νὰ οἰκειοποιηθεῖ τὴν σωτηρία, ἀποδεχόμενος τὸν Χριστὸ ὡς σωτήρα του, ἀποβάλλοντας τὸ ἀτομικό του θέλημα καὶ γινόμενος ὑπήκοος στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὁ ἄνθρωπος νὰ πράττει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, κατ’ οὐσίαν νὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του, ὥστε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὰ πάθη του. Χάνει μὲν ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τὰ ἐπίπλαστα ἀγαθὰ τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀλλὰ κερδίζει τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ αἰώνια μακαριότητα.




