Μιὰ κριτικὴ ἀνάγνωσις εἰς τάς προσφάτους θέσεις τοῦ Εὐαγγέλου Βενιζέλου
Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, θεολόγου
Ἡ πρόσφατη διάλεξη τοῦ πρώην Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὁμοτίμου Καθηγητῆ Συνταγματικοῦ Δικαίου, κ. Εὐάγγελου Βενιζέλου, στὸ Βυζαντινὸ καὶ Χριστιανικὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν μὲ θέμα «Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸ πρωτεῖο τοῦ λόγου μέσα σὲ ἕνα ἐμπερίστατο κόσμο», ἀποτελεῖ τὴν τοποθέτηση ἑνὸς πολιτικοῦ καὶ νομικοῦ στοχαστῆ, τοῦ ὁποίου ἡ διαδρομὴ ἔχει διασταυρωθεῖ οὐσιαστικά, σὲ βάθος δεκαετιῶν, μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα.
Ὡς καθηγητὴς Συνταγματικοῦ Δικαίου, μὲ βαθειὰ γνώση τῶν σχέσεων Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τῆς εἰδικῆς διεθνοπολιτικῆς θέσης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔχει καλλιεργήσει ἕνα σταθερό, προνομιακὸ καὶ διαρκῆ διάλογο μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ σχέση του μὲ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ προσωπικὰ μὲ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖο εἶναι μακρά, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἔχει ἀσχοληθεῖ τόσο ἐκ τῶν κυβερνητικῶν θέσεων μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν πανεπιστημιακή του ἕδρα.
Κορυφαῖο δεῖγμα αὐτῆς τῆς σχέσης καὶ τῆς θεσμικῆς του προσφορᾶς ὑπῆρξε ἀναμφίβολα ἡ συμβολή του στὴν προετοιμασία καὶ τὴν πραγμάτωση τῆς Συνόδου στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης τὸ 2016. Ἐκεῖ, ὅπως ἀναφέρουν κάποιοι ἐκ τῶν παρευρισκομένων, ἡ νομική του ὀξυδέρκεια, ἡ διεθνής του ἐμπειρία καὶ ἡ βαθειὰ κατανόηση τῶν λεπτῶν γεωπολιτικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν ἰσορροπιῶν, λειτούργησαν ὡς πολύτιμος ἀρωγὸς γιὰ τὴν συνοδικὴ ἔκφραση τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο. Ἂν βέβαια αὐτὰ τὰ λόγια ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα ἢ ὄχι δύναται ὁ καθένας νὰ τὸ κρίνει ἀπὸ μόνος του.
Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ κ. Βενιζέλος διαθέτει αὐτὸ τὸ κῦρος καὶ τὸ πολιτικὸ ἐκτόπισμα, ὁ λόγος του δὲν μπορεῖ νὰ προσπεραστεῖ ἀδιάφορα. Ἡ ὁμιλία του διήρκησε περὶ τὴν μία ὥρα καὶ τὸ σχετικὸ βίντεο εἶναι ἀναρτημένο στὸ διαδίκτυο. Οἱ θέσεις ποὺ διατύπωσε περὶ «πρωτείου τοῦ λόγου», ἡ διάκριση μεταξὺ «liberal» καὶ «illiberal» Ὀρθοδοξίας, καθὼς καὶ οἱ κρίσεις του γιὰ ἔννοιες ὅπως ἡ «ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος» καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, δὲν ἀφοροῦν μόνο τὴν πολιτειολογία ἢ τὴν φιλοσοφία τοῦ δικαίου. Ἀγγίζουν τὸν ἴδιο τὸν πυρήνα τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, ἀσκητικῆς καὶ ἐκκλησιολογίας. Εἶναι, συνεπῶς, χρέος τῆς θεολογικῆς κοινότητας νὰ συνομιλήσει κριτικὰ μὲ αὐτὲς τὶς θέσεις, μὲ τὴν θεολογικὴ παρρησία καὶ διάκριση ποὺ ἐπιβάλλει ὁ σεβασμὸς ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπο.
Τὸ σημεῖο ἐκεῖνο τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βενιζέλου ποὺ προκαλεῖ τὴν ἐντονότερη θεολογικὴ ἀμηχανία εἶναι ἡ ῥητή του ἀποτίμηση γιὰ τὴν «ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος». Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ὑποστήριξε ὅτι ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἀποτελεῖ μία «μοναστική, μοναχικὴ ἀρετὴ καὶ δὲν εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ζωῆς ἐν κοινωνίᾳ», ἀντιπαραβάλλοντάς την μὲ τὴν κατοχύρωση τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τὴν συγκρότηση τῆς θεολογίας τοῦ προσώπου.
Ἡ θέση αὐτή, ὅσο ἑλκυστικὴ κι ἂν ἀκούγεται σὲ ἕνα αὐστηρὰ δικαιοκρατικὸ ἢ δικαιωματιστικὸ πλαίσιο, πάσχει ἀπὸ μία θεμελιώδη παρερμηνεία τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς ἐμπειρίας. Στὴν πατερικὴ παράδοση, ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος οὐδέποτε ὑπῆρξε ἴδιον ἀποκλειστικὰ τῶν μοναχῶν, οὔτε νοήθηκε ποτὲ ὡς ἀκύρωση τῆς ἐλευθερίας, ὑποταγὴ σὲ κάποιον ἐξωτερικὸ αὐταρχισμὸ ἢ ἔκπτωση τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως.
Ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, τὸ ἀνθρώπινο θέλημα διακρίνεται στὸ φυσικὸ θέλημα (τὴν ἔμφυτη κίνηση τῆς φύσεως πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴ ζωή) καὶ στὸ γνωμικὸ θέλημα (τὴν ἰδιοτελῆ, διστακτικὴ καὶ κατακερματισμένη ἐπιλογὴ τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου). Τὸ «ἴδιον θέλημα» δὲν εἶναι ἡ δημιουργικὴ ἔκφραση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας· εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς φιλαυτίας, τοῦ ἐγωκεντρικοῦ ἐγκλεισμοῦ στὴν ἀτομικότητα, ὁ ὁποῖος διασπᾷ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
Κατὰ τὸν Ἀββᾶ Δωρόθεο, τίποτε δὲν δημιουργεῖ τόσο μεγάλη σύγχυση καὶ σύγκρουση στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις ὅσο ἡ ἐμμονὴ στὸ ἴδιον θέλημα. Ὅταν δύο ἄνθρωποι ἐπιμένουν νὰ ἐπιβάλουν ὁ καθένας τὸ δικό του θέλημα, ἡ συνύπαρξη μετατρέπεται ἀναπόφευκτα σὲ κόλαση καὶ διαρκῆ πόλεμο συμφερόντων —αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Thomas Hobbes περιέγραψε ὡς bellum omnium contra omnes.
Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἡ ἐκκοπὴ αὐτοῦ τοῦ διχαστικοῦ μηχανισμοῦ νὰ θεωρεῖται ἀκατάλληλη γιὰ τὴν «ζωὴ ἐν κοινωνίᾳ»; Ἀντιθέτως:
- Ἐντὸς τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογένειας: Τί ἄλλο εἶναι ἡ συζυγικὴ ἀγάπη παρὰ ἡ καθημερινή, ἔμπρακτη καὶ ἑκούσια ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος χάριν τοῦ ἄλλου; Χωρὶς αὐτήν, ἡ οἰκογένεια ἐκφυλίζεται σὲ μιὰ συμβολαιογραφικὴ ἑταιρεία συγκατοίκησης.
- Ἐντὸς τῆς πολιτικῆς κοινότητας: Ἡ δημοκρατία καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη δὲν οἰκοδομοῦνται πάνω στὴν ἀνεξέλεγκτη ἀξίωση τοῦ ἀτομικοῦ «ἐγώ», ἀλλὰ στὴν ἐθελούσια παραχώρηση καὶ αὐτοπεριορισμὸ τοῦ ἀτόμου χάριν τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ.
Ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος δὲν εἶναι ἀκύρωση τῆς βούλησης, ἀλλὰ θεραπεία της. Ὁ ὁμιλητής, λοιπόν, φαίνεται νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ βασικὲς ἀρχὲς τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ αὐτές. Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ποὺ θὰ ἀναφερθοῦν στὴν συνέχεια, μαρτυρεῖται ὅτι ὁ πρώην ὑπουργὸς προσπαθεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὴν θεολογία μὲ βάση νομικίστικη προσέγγιση, νοοτροπία καὶ τρόπο ἑρμηνείας, μακρυὰ ἀπὸ τὴν θεολογία. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὴν θεολογία, μία φιλοσοφία ποὺ προσπαθοῦσε σὲ πολλὲς περιπτώσεις νὰ προσεγγίσει τὸ θεῖο. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνα νομικὸ σύστημα σκέψης, τὸ ὁποῖο περιορίζεται ἀπὸ τὴν ἐνασχόλησή του μονάχα στὴν πτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς ἐργαλεῖο ἑρμηνείας τῶν θεολογικῶν ἐννοιῶν;
Τὸ δεύτερο σημεῖο κριτικῆς ἀφορᾷ τὴν κατηγορηματικὴ διατύπωση τοῦ κ. Βενιζέλου ὅτι «τὸ πρωτεῖο τοῦ λόγου τὸ κατέχει μία θεολογία, μία Ὀρθοδοξία ἡ ὁποία εἶναι liberal καὶ ὄχι illiberal», συμπληρώνοντας πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει «illiberal Ὀρθοδοξία».
Ἀσφαλῶς, κατανοοῦμε πλήρως τὸ πολιτικὸ καὶ ἱστορικὸ πλαίσιο μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται τὸ σχόλιο αὐτὸ τοῦ συνταγματολόγου. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ ἴδιος δὲν κατανοεῖ, ὅπως φαίνεται, ὅτι οἱ πολιτικοὶ χαρακτηρισμοὶ ποὺ ἔρχονται καὶ παρέρχονται μέσα στὴν ἱστορία, δὲν μποροῦν νὰ χαρακτηρίζουν τὴν Ἐκκλησία, διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν χωρίζει, δὲν χωρίζεται καὶ δὲν κομματίζεται. Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ κρίσης τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Σὲ αὐτὸ τὸ τοπίο, ἡ σαφὴς ἀπόρριψη τοῦ αὐταρχισμοῦ, τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ καὶ τῆς ἐργαλειοποίησης τῆς πίστης ἀπὸ ἀνελεύθερα καθεστῶτα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Αὐτὸ τὸ σχόλιο, ὅμως, θὰ πρέπει νὰ συμπεριλάβει καὶ τὰ φιλελεύθερα καθεστῶτα τῆς σύγχρονης Εὐρώπης.
Τὰ σχόλια τοῦ πρώην ὑπουργοῦ φανερώνουν τὸν κίνδυνο ποὺ ἐγκυμονεῖ ἡ ἄκριτη μεταφορὰ κοσμικῶν, ἰδεολογικῶν καὶ πολιτειολογικῶν ὅρων στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι οὔτε «liberal» (φιλελεύθερη) οὔτε «illiberal» (ἀνελεύθερη), διότι ἁπλούστατα δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὴ ἰδεολογία. Ἡ κατηγοριοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας μὲ βάση τὰ δίπολα τοῦ δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ, προγόνου τοῦ σημερινοῦ μηδενισμοῦ, ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἐπικίνδυνο ἰδεολογικὸ ἀνταγωνισμό.
Ἡ Ἐκκλησία διαλέγεται μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὰ πολιτικὰ συστήματα, ἀλλὰ δὲν ταυτίζεται μὲ κανένα ἀπὸ αὐτά. Ἂν ἀποδεχθοῦμε τὸν ὅρο «liberal Ὀρθοδοξία», κινδυνεύουμε νὰ ὑποτάξουμε τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα στὶς ἀξίες τοῦ κλασσικοῦ ἢ νεωτερικοῦ φιλελευθερισμοῦ —ἑνὸς ῥεύματος ποὺ ἱστορικὰ θεμελιώθηκε στὸν ἀτομοκεντρισμό, τὴν προτεραιότητα τοῦ ἰδιοκτησιακοῦ δικαιώματος καὶ τὴν αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπινου ὀρθολογισμοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μονάχα ἀκούει τὸ Εὐαγγέλιο τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία δύναται νὰ κατανοήσει ὅτι αὐτοὶ οἱ ὅροι τοποθετοῦνται ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ χριστιανικὸ πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Ὁ δικαιωματισμὸς τῆς σύγχρονης δυτικῆς πολιτικῆς φιλοσοφίας μοιάζει περισσότερο μὲ ἕνα ἔφηβο παιδί, τὸ ὁποῖο προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλει στὸν πατέρα του τὸ δικό του θέλημα.
Ἡ χριστιανικὴ ἐλευθερία δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν φιλελεύθερη «ἀρνητικὴ ἐλευθερία» (τὴν ἀπουσία ἐξωτερικῶν καταναγκασμῶν γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν). Ἡ κατὰ Χριστὸν ἐλευθερία εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλευθερία ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φόβο καὶ τὸν θάνατο. Εἶναι ἡ ἐλευθερία νὰ ἀγαπᾷς θυσιαστικά, ὄχι ἡ νομικὴ κατοχύρωση τῆς ἀτομικῆς αὐτονομίας. Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ μέσα στὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑποστήριξε πολιτικὰ συστήματα, ἀλλὰ προσπαθοῦσε μέσα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ νὰ ἀναδείξει τὶς χριστιανικὲς ἠθικὲς ἀξίες καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Διότι ὅλα τὰ πολιτικὰ συστήματα ἀποτελοῦν ἀνθρώπινες δημιουργίες καὶ μποροῦν νὰ κινηθοῦν εἴτε πρὸς τὸ καλὸ εἴτε πρὸς τὴν καταστροφή. Ἡ χριστιανικὴ πίστη, ὅμως, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τὰ μεταμορφώσει σὲ ἐργαλεῖα γιὰ τὴν καλλιτέρευση τῆς ζωῆς τῶν ἁπλῶν πολιτῶν.
Εἰσάγοντας τὴν διάκριση σὲ «καλὴ (liberal)» καὶ «κακὴ (illiberal)» Ὀρθοδοξία, δημιουργεῖται ἕνας τεχνητὸς πολωτικὸς δυϊσμός. Ἀντὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ λειτουργεῖ ὡς χῶρος ἑνότητας καὶ καταλλαγῆς («ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»), κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ σὲ ἰδεολογικὸ στρατόπεδο, ὅπου ὅσοι ἐμμένουν στὴν ἀσκητική, ἡσυχαστικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση θὰ καταγγέλλονται εὔκολα ὡς «illiberal» ἢ σκοταδιστές, ἐνῷ ὅσοι ἐκκοσμικεύουν τὸν λόγο της θὰ ἐπαινοῦνται ὡς «προοδευτικοί».
Στὴν διαρκῆ, ἐπίσης, προσπάθεια τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τὰ τελευταῖα χρόνια, μὲ πρωταρχικὸ ἰδεολογικὸ φάρο τὸν μακαριστὸ ἐπίσκοπο Ἰωάννη Ζηζιούλα, ἐπιχειρεῖται ἡ παποποίηση τοῦ θρόνου, γεγονὸς ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα, καθὼς εἶναι θεολογία ἀθεολόγητη, ἀντίθετη μὲ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μέχρι σήμερα. Ὁ εὐκολότερος δρόμος γιὰ τὴν ἐπιτυχία τέτοιων ἐπιχειρήσεων, ὅπως καὶ στὸ παρελθόν, εἴτε γιὰ καλὸ εἴτε γιὰ κακό, εἶναι ἡ συστράτευση μὲ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβάλει καὶ θὰ δικαιολογήσει τὴν ἀντικανονικὴ πράξη. Κορυφαῖο σύγχρονο παράδειγμα, ἡ ἀπαγόρευση τῆς Θείας Κοινωνίας κατὰ τὴν περίοδο 2020-2023.
Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι νὰ γίνει ὁ ἰδεολογικὸς ἀπολογητὴς ἢ ὁ «θρησκευτικὸς βραχίονας» τῆς δυτικῆς φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων. Ἡ ἀποστολή της εἶναι νὰ εἶναι προφητική: νὰ ὑπενθυμίζει στὴν δημοκρατία ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐξαντλεῖται στὰ ὅρια τοῦ πολίτη-καταναλωτῆ, ἀλλὰ εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ μὲ προορισμὸ τὴ θέωση.




