Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου
ΠΡΩΤΟΝ ΜΕΡΟΣ
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος ἐλεύθερα θέλει νὰ ὑπάρχει, διότι προηγεῖται ἡ βούληση τῆς οὐσίας Του, τουλάχιστον κατὰ τοὺς ὑποστηρικτὲς τῆς ὀντολογίας τοῦ προσώπου, ἡ κτιστὴ φύση στερεῖται αὐτῆς τῆς προαναφερθείσας ἐλευθερίας, καθότι δὲν προηγεῖται ἡ θέληση τῆς ὕπαρξής της, δηλαδὴ τῆς οὐσίας της, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ κτιστὴ οὐσία ὑπάρχει ἀναγκαστικά, δηλονότι ἀθέλητα καὶ μὲ μηχανικὸ τρόπο, ἐφόσον αὐτὴ δὲν ἐρωτᾶται γιὰ τὸ ἐὰν θέλει νὰ ὑπάρχει.
Ὁ καθ. Χρῆστος Γιανναρᾶς παρατηρεῖ τὸ ἑξῆς: «Μᾶς φανερώνει ἡ ἐνανθρώπηση (μᾶς χαρίζει τὴ γνώση) ὅτι ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ὕπαρξης καὶ τῶν ὑπαρκτῶν δὲν εἶναι προκαθορισμένη νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν προκαθορίζεται ἀπὸ μιὰ οὐσία ἢ φύση θεότητας, ἕνα ἀνερμήνευτα δεδομένο λόγο-τρόπο ποὺ προηγεῖται ὑπαρκτικὰ καὶ καθορίζει αὐτὸ ποὺ «ὀφείλει» νὰ εἶναι ὡς Θεός.Ἕνας τέτοιος προκαθορισμὸς συμβαίνει μόνο στὰ κτιστά (τὰ αἰτιατὰ), ποὺ ἔχουν τὴν αἰτία τῆς ὕπαρξής τους ὄχι στὴν ἐλεύθερη θέλησή τους, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Ἕνα τριαντάφυλλο, ἕνας πάνθηρας, ἕνα ἠλεκτρόνιο, ὁ ἄνθρωπος, εἶναι προκαθορισμένα νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν τὸ ἐπέλεξαν. Ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ τὸν δεδομένο λόγο-τρόπο ποὺ κάνει κάθε τριαντάφυλλο νὰ εἶναι τριαντάφυλλο, κάθε πάνθηρα νὰ εἶναι πάνθηρας, κάθε ἠλεκτρόνιο νὰ εἶναι ἠλεκτρόνιο, κάθε ἄνθρωπο νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Ὅμως δὲν ὑπάρχει δεδομένος λόγος-τρόπος (οὐσία-φύση) ὑπαρκτικὰ προγενέστερος τῆς Αἰτιώδους Ἀρχῆς τοῦ ὑπάρχειν, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Θεὸς «ὡς ἐκ τοῦ λόγου τῆς οὐσίας του» νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι — ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει μὲ προκαθορισμένη «κατὰ λόγον ἀναγκαιότητος» τὴν ὕπαρξή του, ὅπως συμβαίνει στὴν περίπτωση κάθε ἄλλου ὑπαρκτοῦ»[1].
Μὲ τὸν ἀνωτέρω ἀναγκαστικὸ τρόπο ὕπαρξης τῆς κτιστῆς ἀνθρώπινης φύσεως φαίνεται νὰ διαφωνεῖ, ὅμως, ὁλόκληρη ἡ θεολογικὴ παράδοση τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνυπαρξία ὁποιασδήποτε μορφῆς ἀναγκαιότητας στὴν κτιστὴ νοερή, δηλαδὴ ἔλλογη, πραγματικότητα φανερώνεται ἀπὸ τὴν κατὰ φύσιν ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἄκτιστο Τριαδικὸ Θεό, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ αὐτεξουσίου, τὸ ὁποῖο εἶναι αὐτὸ ποὺ διασφαλίζει τὴ δυνατότητα τῆς μεθέξεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα καί, ὡς ἐκ τούτου, αὐτὸ ποὺ διασφαλίζει τὴν ἀνυπαρξία ὁποιασδήποτε μορφῆς ἀναγκαιότητας ἐντὸς τῆς ἔλλογης, νοερῆς καὶ αἰσθητῆς, κτιστῆς πραγματικότητας[2]. Τὸν ἐλεύθερο χαρακτῆρα τῆς νοερῆς κτιστῆς πραγματικότητας ὑποστηρίζει καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει μὲ σαφήνεια: «Οὐ μόνον ἡ θεία καί ἄκτιστος φύσις οὐδέν ἠναγκασμένον ἔχει φυσικόν, ἀλλ᾿ οὐδέ ἡ νοερά καί κτιστή. Τό γάρ φύσει λογικόν, δύναμιν ἔχει φυσικήν τήν λογικήν ὄρεξιν,ἥτις καί θέλησις καλεῖται τῆς νοερᾶς ψυχῆς· καθ᾿ ἥν θέλοντες λογιζόμεθα· καί λογιζόμενοι, θέλοντες βουλόμεθα», πρᾶγμα τό ὁποῖο, ἀκολούθως, σημαίνει ὅτι «μηδέν φυσικόν εἶναι ἐν τῇ νοερᾷ φύσει ἀκούσιον»[3].
Ἔτσι, καθίσταται σαφὲς ὅτι ἡ αὐτεξούσια θέληση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐλεύθερη, ἕνεκα τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἀκούσια, ἀλλὰ ἑκούσια. Τὸ ἑκούσιον, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει τὸ νοερὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης, δηλώνει πὼς ὁ,τιδήποτε πράττουμε, τὸ πράττουμε πάντοτε μὲ τὴ θέλησή μας, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχουμε δημιουργηθεῖ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε «θέλοντες ζητοῦμεν, σκεπτόμεθά τε καί βουλευόμεθα, καί κρίνομεν, καί διατιθέμεθα, καί προαιρούμεθα, καί ὁρῶμεν, καί κεχρήμεθα. Κατά φύσιν δέ ἡμῖν, ὡς εἴρηται, προσόντος τοῦ λογικῶς ὀρέγεσθαι, ἤγουν θέλειν, καί λογίζεσθαι· βουλεύεσθαί τε καί ζητεῖν, καί σκέπτεσθαι, καί βούλεσθαι, καί κρίνειν, καί διατίθεσθαι, καί αἱρεῖσθαι, καί ὁρμᾷν, καί κεχρῆσθαι». Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητὴς καταλήγει ἀβιάστως στὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «οὐκ ἄρα ἠναγκασμένα τὰ τῶν νοερῶν φυσικὰ»[4]. Ὁ Μέγας Βασίλειος παρατηρεῖ ὅτι ἡ φυσικὴ ὁρμὴ πρὸς τὸ ὀρεκτό, δηλαδὴ ἡ θέληση – βούληση, εἶναι ἰδίωμα τῆς ἐλλόγου ψυχῆς, ἡ ὁποία, πέραν τοῦ ὅτι ζωοποιεῖ τὸ σωματικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, χαρακτηρίζεται καὶ ἀπὸ τὴ λογικότητα. Αὐτὴ ἡ λογικότητα ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ταυτίζεται ἐννοιολογικὰ μὲ τὸ λογικὸν τοῦ νοός, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε εἴδους ἀναγκαιότητα, ἕνεκα τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτὴ ἔχει δημιουργηθεῖ «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ ἀπολύτως ἐλεύθερου δημιουργοῦ της[5]. Ὁ ἀνωτέρω ἀναφερθεὶς μιμητικὸς τρόπος ὕπαρξης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, δηλονότι τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ δημιουργεῖται «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν» τῆς ἄκτιστης θείας πραγματικότητας, δὲ σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα, καθότι ὁ ἄνθρωπος διαθέτει φυσικὴ ἐλευθερία, ἕνεκα τῆς λογικότητας – αὐτεξουσιότητας ποὺ ὑπάρχει ἐντὸς τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἡ ὁποία, μὲ τὴ σειρά της, ἔμφυτα τὸν ὁδηγεῖ πρὸς τὸ ἀγαθό. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ἀβιάστως τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὡς τεχνητὴ εἰκόνα καὶ μίμημα τῆς θείας φύσεως, εἶναι ἐκ φύσεως ἐλεύθερη[6].
Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα καθίσταται σαφὲς ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὡς μίμημα τῆς θείας φύσεως, εἶναι λίαν καλή, πλήρης, ἀγαθὴ καὶ δημιουργημένη μὲ ἔμφυτες ἀρετές, δίχως νὰ διαθέτει κάποιο ἐγγενὲς στοιχεῖο ἀναγκαιότητας, προκαθορισμοῦ, ἀκόμη καὶ κακίας. Ἐφόσον, ὅμως, ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ἀγαθὴ κατὰ τὴ φύση της, τότε γιὰ ποιὸ λόγο ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος χρειάζεται τὴν ἄσκηση ἢ νηπτικὸ ἀγῶνα; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ φαίνεται δύσκολη, ἀλλὰ δὲν εἶναι, τουλάχιστον γιὰ ὅσους ἔχουν ὡς βάση τῆς σκέψεών των τὴν πατερικὴ θεολογία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀσκεῖται, δὲν προσπαθεῖ νὰ εἰσάγει στὴ φύση του ἐξωτερικὲς ἀρετές, διότι οἱ ἀρετὲς εἶναι δοσμένες καὶ στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ὁ πνευματικὸς ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι μία προσπάθεια εἰσαγωγῆς ἐξωτερικῶν ἀρετῶν μέσα στὴ φύση του, ὅπως θὰ ἤθελε ἡ ἠθικὴ φιλοσοφία σὲ ὅλες της τὶς ἐκφάνσεις. Δὲν εἶναι μία προσπάθεια ὑπέρβασης τῆς ἀναγκαιότητας τῆς φύσης, ἀλλὰ εἶναι μία προσπάθεια ἐκδίωξης ὅλων τῶν παρὰ φύσιν στοιχείων ποὺ εἰσχώρησαν διὰ τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται ὡς ἑκούσια ἀποβολὴ τῶν θείων δεδωρημένων ἀγαθῶν, μέσα του. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, ἡ νηπτικὴ ζωὴ δὲ δημιουργεῖ ἐξωτερικὲς ἀρετές, ἀλλὰ ἐξαλείφει καθετὶ τὸ ὁποῖο ἔχει εἰσχωρήσει παρασιτικὰ καὶ διαβρωτικὰ στὴν τεχνητὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο. Συνεπῶς, μέσῳ τῆς ἀσκήσεως ἢ τῆς νήψεως ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνει ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ ἀντιμάχονται τὴ φυσική του ροπὴ πρὸς τὸ ἀγαθό, δηλαδὴ πρὸς τὸν ἄκτιστο Τριαδικὸ Θεὸ[7]. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων ἐξάγεται ἀβιάστως τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀρετὴ ἀποτελεῖ ἕνα φυσικὸ δῶρο, τὸ ὁποῖο ἔμφυτα διαθέτει κάθε ἄνθρωπος, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἔχει ἐμφυτευθεῖ ἐκ γενετῆς στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄκτιστο Τριαδικὸ Θεό. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξύ της φυσικῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητας. Ἡ μετοχὴ στὴν ἀρετὴ σημαίνει τὴ μετοχὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐνῷ ἡ μετοχὴ στὴ ἁγιότητα σημαίνει τὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη θεοποιὸ δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὑφίσταται ὅταν ὁ ἄνθρωπος μεταβεῖ ἀπὸ τὸ παρὰ φύσιν στὸ κατὰ φύσιν[8]. Ἄρα, ἡ ἀποδοχὴ τῆς φυσικῆς ἀρετῆς ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῆς θεοποίησης τοῦ ἀνθρώπου, καθότι τὸ ὑπὲρ φύσιν χορηγεῖται μονάχα σὲ ὅσους ζοῦν κατὰ φύσιν.
Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα φαίνεται νὰ μὴ ἰσχύει ἡ ἄποψη τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεου Βλάχου, ὁ ὁποῖος, προσπαθώντας νὰ γεφυρώσει τὸ χάσμα ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς νεωτερικῆς καὶ μετανεωτερικῆς προσωποκεντρικῆς ὀντολογίας καὶ τῆς παραδοσιακῆς, δηλαδὴ διαχρονικῆς, βιβλικῆς – πατερικῆς θεολογίας, συνδέει τὴ νηπτικὴ ἄσκηση ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑπόσταση, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ κοινωνὸς τῆς ἀκτίστου θείας δόξης, δηλονότι ὁ τεθεωμένος ἄνθρωπος, ταυτίζεται μὲ τὴν ὑπόσταση ἢ τὸ πρόσωπο[9]. Ἐν ὀλίγοις, ἡ ἄποψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος μετατρέπεται σὲ πρόσωπο μέσῳ τῆς ἀσκήσεως ἢ τῆς νήψεως δὲν εὐσταθεῖ ἐπ’ οὐδενὶ λόγω, διότι τοῦτο προϋποθέτει κάποιου εἴδους σχάση καὶ διαφοροποίηση μεταξὺ τῆς φύσεως καὶ τοῦ προσώπου. Ἐνδεχόμενη ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς σχάσης, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ προσώπου καὶ τῆς φύσεως, θὰ σήμαινε ὅτι ἡ ἀρετὴ κατορθώνεται μόνο διὰ τοῦ προσώπου καὶ ὅτι ἡ φύση ἔχει οὐδέτερο ἢ ἀρνητικὸ χαρακτῆρα. Σύμφωνα, ὅμως, μὲ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη Δαμασκηνό, ἡ ἀρετὴ δὲν εἶναι ἀπότοκο καὶ ἀποκλειστικὸ ἐπίτευγμα τοῦ προσώπου, οὔτε εἰσάγεται στὴ φύση ἔξωθεν ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ εἶναι ἡ παραμονὴ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς φύσεως, δηλαδὴ ἡ ἐμμονὴ στὸ φυσικὸ τρόπο ὕπαρξης τῆς οὐσίας[10].
Σημειώσεις:
[1] Χρ. Γιανναρᾶς, Ἐνθάδε – Ἐπέκεινα (ἀπόπειρες ὀντολογικῆς ἑρμηνευτικῆς), ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 2016, σελ.18. [2] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, PG 44, 184BC: «Οὐκοῦν ἐστιν ἐν ἡμῖν παντὸς μὲν καλοῦ ἰδέα, πᾶσα δὲ ἀρετὴ καὶ σοφία, καὶ πᾶν ὅ,τιπέρ ἐστι πρὸς τὸ κρεῖττον νοούμενον. Ἓν δὲ τῶν πάντων καὶ τὸ ἐλεύθερον ἀνάγκης εἶναι, καὶ μὴ ὑπεζεῦχθαί τινι φυσικῇ δυναστείᾳ· ἀλλ’ αὐτεξούσιον πρὸς τὸ δοκοῦν ἔχειν τὴν γνώμην. Ἀδέσποτον γάρ τι χρῆμα ἡ ἀρετὴ καὶ ἑκούσιον, τὸ δὲ κατηναγκασμένον καὶ βεβιασμένον ἀρετὴ εἶναι οὐ δύναται».
[3] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Διάλογος πρὸς Πύρρον,PG 91, 293D-296A.
[4] Ὅπ.π., PG 91,293 BC.
[5] Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 344BC: «∆ιὰ τί δὲ ὅλως δεκτικὴ τοῦ κακοῦ; ∆ιὰ τὴν αὐτεξούσιον ὁρμὴν, μάλιστα πρέπουσαν λογικῇ φύσει. Λελυμένη γὰρ πάσης ἀνάγκης, καὶ αὐθαίρετον ζωὴν λαβοῦσα παρὰ τοῦ κτίσαντος, διὰ τὸ κατ’ εἰκόνα γεγενῆσθαι Θεοῦ, νοεῖ μὲν τὸ ἀγαθὸν, καὶ οἶδεν αὐτοῦ τὴν ἀπόλαυσιν, καὶ ἔχει ἐξουσίαν καὶ δύναμιν, ἐπιμένουσα τῇ τοῦ καλοῦ θεωρίᾳ καὶ τῇ ἀπολαύσει τῶν νοητῶν, διαφυλάσσειν αὑτῆς τὴν κατὰ φύσιν ζωήν· ἔχει δὲ ἐξουσίαν καὶ ἀπονεῦσαί ποτε τοῦ καλοῦ».
[6] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Διάλογος περὶ ψυχῆς καὶ Ἀναστάσεως, PG 46, 101CD: «Πᾶσα δ’ ἐλευθερία μία τίς ἐστι τῇ φύσει καί πρός ἑαυτήν οἰκείως ἔχει».
[7] ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Διάλογος πρὸς Πύρρον, PG 91, 309B – 312A: «ΠΥΡ. Τί οὖν; φυσικαί εἰσιν αἱ ἀρεταί; ΜΑΞ. Ναί, φυσικαί. ΠΥΡ. Καί εἰ φυσικαί, διά τί μή ἐπίσης πᾶσιν ἐνυπάρχουσι τοῖς ὁμοφυέσι; [ΜΑΞ. Πᾶσι τοῖς ὁμοφυέσιν ἐπίσης ἐνυπάρχουσι.] ΠΥΡ. Καί πόθεν ἐν ἡμῖν τοσαύτη ἀνισότης; ΜΑΞ. Ἐκ τοῦ μή ἐπίσης ἐνεργεῖν τά τῆς φύσεως. Ὡς εἴπερ πάντες ἴσως, ἐφ᾿ ᾧ καί γεγόναμεν, ἐνηργοῦμεν τά φυσικά, μία ἄρα ἐδείκνυτο ἐν πᾶσιν, ὥσπερ ἡ φύσις, οὕτω καί ἀρετή, τό μᾶλλον καί ἧττον οὐκ ἐπιδεχομένη. ΠΥΡ. Εἰ οὐκ ἐξ ἀσκήσεως ἡμῖν τά φυσικά πρόεισιν, ἀλλ᾿ ἐκ δημιουργίας, ἡ δέ ἀρετή φυσική, πῶς πόνῳ καί ἀσκήσει τάς ἀρετάς, φυσικάς οὔσας, κτώμεθα; ΜΑΞ. Ἡ ἄσκησις, καί οἱ ταύτῃ ἑπόμενοι πόνοι, πρός τό μόνον διαχωρίσαι τήν ἐμφυρεῖσαν δι᾿ αἰσθήσεως ἀπάτην τῇ ψυχῇ ἐπενοήθησαν τοῖς φιλαρέτοις· οὐ πρός τό ἔξωθεν προσφάτως ἐπεισαγαγεῖν τάς ἀρετάς· ἔγκειται γάρ ἡμῖν ἐκ δημιουργίας, ὡς εἴρηται· ὅθεν καί ἅμα τελείως διακριθῇ ἡ ἀπάτη, ἅμα καί τῆς κατά φύσιν ἀρετῆς τήν λαμπρότητα ἐνδείκνυται ἡ ψυχή. Ὁ γάρ μή ἄφρων, φρόνιμος· καί ὁ μή δειλός ἤ θρασύς, ἀνδρεῖος· καί ὁ μή ἀκόλαστος σώφρων· καί ὁ μή ἄδικος, δίκαιος. Κατά φύσιν δέ ὁ λόγος, φρόνησίς ἐστι· καί τό κριτήριον, δικαιοσύνη, καί ὁ θυμός, ἀνδρεία· καί ἡ ἐπιθυμία, σωφροσύνη. Ἄρα τῇ ἀφαιρέσει τῶν παρά φύσιν, τά κατά φύσιν καί μόνα διαφαίνεσθαι εἴωθεν· ὥσπερ καί τῇ τοῦ ἰοῦ ἀποβολῇ, ἡ τοῦ σιδήρου κατά φύσιν αὐγή καί λαμπρότης».
[8] ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 1353B
[9] Ἱεροθ. Βλάχος, Μεταπατερικὴ θεολογία καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία, Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Λειβαδιὰ 2016, σελ. 262 – 265.
[10] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Κατὰ Μανιχαίων Διάλογος, P.B. Kotter Die Schriften des Johannes von Damaskos, τ. 4, σελ. 370: «ἀρετή γάρ ἐστι τό μένειν ἐν τοῖς ὅροις τῆς φύσεως».




