Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου
Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος γράφει τὴν ἐπιστολὴ 147 στὴν Παολίνα, προκειμένου νὰ τῆς ἐξηγήσει τὸ πῶς ἀκριβῶς δύναται νὰ ὁραθεῖ ὁ Θεός. Σὲ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει τὸ τί σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς βλέπεται μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ ὄχι μὲ αὐτὰ τοῦ σώματος. Ἀκόμη, ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸ μέλλον καὶ ἀφορᾶ στοὺς ἄξιους. Σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὰ ἀποκάλυψη, ὁ Θεὸς βλέπεται στὸν οὐρανό, ἤτοι μονάχα μετὰ θάνατον, πρᾶγμα μὲ τὸ ὁποῖο δὲ θὰ μποροῦσε νὰ συμφωνήσει ἡ ὀρθόδοξη βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση.
Ὁ Αὐγουστῖνος στὴν παροῦσα ἐπιστολὴ διακρίνει τρία εἴδη θεωρίας. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ σωματική, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὶς σωματικὲς αἰσθήσεις (ὀφθαλμοὶ τοῦ σώματος). Μὲ τὴ σωματικὴ θεωρία ὁ ἄνθρωπος ἀτενίζει τὰ ὑλικὰ ἀντικείμενα, ὅπως τὸν ἥλιο καὶ τὴ γῆ. Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ πνευματική, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὶς εἰκόνες σωμάτων ἀπόντων ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις. Ἐν ὀλίγοις, μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν οἱ εἰκόνες τῶν ἀντικειμένων, τὶς ὁποῖες ἐκείνη ἐνθυμεῖται ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ σωματικὰ ἀντικείμενα ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴ σωματική μας θέα. Παραδείγματος χάριν, ἕνας ἄνθρωπος ἔχει τὴν εἰκόνα τῆς κατοικίας του ἐντός τοῦ νοός του καὶ μπορεῖ νὰ τὴν ἐνθυμεῖται, ὅταν βρίσκεται ἐκτὸς αὐτῆς. Ἡ πνευματικὴ θέα τῶν πραγμάτων ἀφορᾶ στοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς. Τέλος, τὸ τρίτο εἶδος θεωρίας καλεῖται διανοητικὴ καὶ ἀφορᾶ στὴ γνώση πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ σωματικὰ ἀντικείμενα (σωματικὴ θεωρία) καὶ τὶς ἀσώματες εἰκόνες των (πνευματική). Μὲ τὴ διανοητικὴ θεωρία γνωρίζεται ἡ ψυχή, ἡ ζωή, ἡ θέληση, ἡ σκέψη, ἡ μνήμη, ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. (ἐδῶ φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ὁ Αὐγουστῖνος ἐξισώνει τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴ θέα τοῦ Θεοῦ, καθότι ἀμφότερες τὶς τοποθετεῖ στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἤτοι ἐκεῖνο τῆς διανόησης).
Ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὴν ὑλικὴ πραγματικότητα μέσῳ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ σώματος. Ὅμως, ἡ γνώση τῶν ἀΰλων πραγματικοτήτων γίνεται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς. Γιὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ Θεὸ μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος. Ἀκόμη, δὲ μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ Θεὸ οὔτε μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς, τουλάχιστον ὅσο εἴμαστε παρόντες σὲ αὐτὴν τὴν ἐπίγεια ζωὴ [1]. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος θεωροῦσε τὸν Θεὸ ἐπίγεια, εἴτε σωματικῶς εἴτε ψυχικῶς, τοῦτο θὰ σήμαινε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τὸν γνωρίζει ἄμεσα καὶ μὲ προφάνεια. Κάτι τέτοιο, ὅμως, δὲν ἰσχύει, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος δὲ μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεό, τουλάχιστον στὴν παροῦσα ζωή. Ὅμως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς θὰ ὑποστηρίξει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Ἡ θεὰ τοῦ Θεοῦ δὲν ἀφορᾶ μόνον στὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωὴ [2]. Ἡ πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τῶν ἐσχάτων κατ’ ἐνέργειαν παρουσία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στοὺς χάριτι υἱοποιημένους ἁγίους – ἀξίους καλεῖται ἀρραβώνας τῆς μελλοντικῆς ὑποσχέσεως, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, πρᾶγμα πού, ἀκολούθως, σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ φτάνει στὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως δὲν ἀναμένει παθητικὰ καμία ἐσχατολογικὴ – μελλοντικὴ μέθεξη στὸ Θεό, καθότι βιώνει τὰ ἴδια τὰ μέλλοντα ὡς παρόντα. Τὸ φῶς, λοιπόν, ποὺ εἶδαν οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἐπάνω στὸ ὄρος Θαβώρ, τὸ φῶς ποὺ βλέπουν οἱ φωτιζόμενοι καὶ θεώμενοι κάθε ἱστορικῆς περιόδου καὶ τὸ φῶς τῶν μελλοντικῶν αἰωνίων ἀγαθῶν εἶναι τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρᾶγμα, τουτέστιν ἡ θεοποιός δύναμη τῆς ἀκτίστου θεότητας ἤ, ἀλλιῶς, ἡ ἄκτιστη θεία Βασιλεία [3].
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τώρα στὸν ὁρισμὸ τῆς πίστης, κατὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο, ἐκείνη εἶναι ἕνα εἶδος γνώσης ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὴ θεωρία. Εἶναι μία γνώση ἔμμεση, καθότι βασίζεται στὴν μαρτυρία ἑνὸς ἄλλου καὶ ὄχι σὲ κάτι ἄμεσο. Ἔτσι, ἡ γνώση μας ἀποτελεῖται ἀπὸ πράγματα ποὺ βλέπονται καὶ πράγματα ποὺ πιστεύονται [4]. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὅμως, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διάζευξη πίστης καὶ ὅρασης, καθότι ἡ πίστη ἀποτελεῖ ἔκφραση ἀκτίστων πραγμάτων ὁραθέντων. Ὁ κάθε ἄνθρωπος βλέπει ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἀναλογεῖ, ἤτοι ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματική του κατάσταση (κάθαρση, φωτισμός, θέωση). Ὁ κεκαθαρμένος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνάγκη τῆς μαρτυρίας τοῦ τελειωμένου, ἀλλὰ ὁ τελειωμένος ἢ θεούμενος δὲν ἔχει ἀνάγκη καμίας ἔξωθεν μαρτυρίας, καθότι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τοῦ μαρτυρεῖ κατ’ἐνέργειαν τὴν παρουσία Του μέσα στὴν καρδιά του.
Ὅμως, τί συμβαίνει μὲ τὶς ὁράσεις τοῦ Θεοῦ πού καταγράφονται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη; Φαίνεται ὅτι ἀρκετοὶ πρωταγωνιστὲς τῆς Βίβλου, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Ἰώβ, ὁ Μωυσῆς, ὁ Μιχαίας, ὁ Ἡσαΐας καὶ τόσοι ἄλλοι, κατάφεραν νὰ δοῦν τὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ θέα πῶς συμβιβάζεται μὲ τὸ βιβλικὸ χωρίο ποὺ ἀναφέρει ὅτι κανεὶς δὲν εἶδε ποτὲ τὸ Θεὸ καὶ οὔτε πρόκειται νὰ τὸν δεῖ (Ἰω. 1,18 καὶ 4, 12); Ὁ Αὐγουστῖνος ἀπαντᾶ ὅτι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δὲν εἶδαν τὸν Θεό, ὅπως θὰ τὸν δοῦν οἱ ἄξιοι στὸ μέλλον, ἤτοι μετὰ τὴν ἀνάσταση ὁλάκερης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀόρατος κατὰ τὴ θεία του φύση. Ὅποτε ἐμφανίζεται στοὺς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὸ κάνει μέσῳ μίας αἰσθητῆς μορφῆς, προκειμένου οἱ δίκαιοι νὰ μποροῦν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλα τὰ ἱερὰ πρόσωπα ποὺ εἶδαν τὸ Θεὸ δὲν εἶδαν τίποτε ἄλλο παρὰ κτίσματα (θέση ποὺ θὰ ὑποστηριχθεῖ αἰῶνες ἀργότερα ἀπὸ τὸν Βαρλαὰμ Καλαβρὸ κατὰ τὶς ἡσυχαστικὲς ἔριδες). Ὁ Θεός, λοιπόν, δὲν εἶναι μόνον ὁ Πατήρ, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα, εἶναι ἀόρατος κατὰ τὴ φύση ἢ οὐσία του. Δὲν εἶναι μόνον ἀόρατος, ἀλλὰ καὶ ἀκίνητος ἢ ἀμετάβλητος. Ἐμφανίζεται σὲ ὅσους θέλει καὶ μὲ ὅποια (κτιστὴ) μορφὴ ἢ ἐμφάνιση θέλει, χωρὶς νὰ καταλύεται ἡ ἀμεταβλησία καὶ ἀκινησία του….Ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ δεῖ τὸ Θεὸ δὲν περιορίζεται μόνον στὴν μορφὴ, ὑπὸ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται ὁ Θεός, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται ἀκόμη καὶ στὴν θεία οὐσία [5] (ἐλεύθερη ἀπόδοση τοῦ συγγραφέα). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία ἐπιθυμία νὰ δεῖ τὴν ἴδια τὴ θεία οὐσία, πρᾶγμα ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει μόνον μετὰ θάνατον καὶ γιὰ μία ὁρισμένη μερίδα ἀνθρώπων, ἤτοι τῶν δικαίων ἢ προορισμένων.
Πῶς θὰ γίνει ἡ θέα τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ στὴ μέλλουσα ζωή; Σύμφωνα μὲ τὸν Αὐγουστῖνο, κατὰ τὴ Δευτέρα παρουσία, ὅλοι θὰ δοῦν τὸν δοξασμένο Χριστό. Οἱ δίκαιοι θὰ τὸν δοῦν τόσο κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα ὅσο καὶ κατὰ τὴν θεότητα, ἔχοντας προσλάβει ἕνα σῶμα δοξασμένο καὶ ἄφθαρτο. Οἱ ἄδικοι, ὅμως, θὰ δοῦν τὸν Χριστὸ μόνο κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἄδικοι θὰ στερηθοῦν τῆς θέας τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ τοποθετηθοῦν στὸ πῦρ τὸ ἐξώτερο, τὸ ὁποῖο εἶναι ἑτοιμασμένο γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του. Ὅμως, τὸ πῦρ αὐτὸ δὲν εἶναι κτιστὸ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἀλλὰ ἄκτιστο [6]. Ἑπομένως, ἡ ἴδια ἡ θεότητα, ἤτοι οἱ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, θὰ ἰδωθεῖ τόσο ἀπὸ τοὺς δικαίους ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Οἱ πρῶτοι θὰ εὐφραίνονται, ἐπειδὴ θὰ ἀποκτήσουν ἐκεῖνο ποὺ μία ὁλόκληρη ζωὴ ἐπιθυμοῦν, ἐνῶ οἱ δεύτεροι θὰ κολάζονται, γιατί θὰ ἀποκτήσουν ἐκεῖνο ποὺ μία ὁλόκληρη ζωὴ ἀποστρέφονται μετὰ βδελυγμίας.
Τέλος, ὁ Αὐγουστῖνος, καθότι ταυτίζει τὰ φυσικὰ ἰδιώματα μὲ τὴ θεία οὐσία, θὰ ὑποστηρίξει ὅτι οἱ δίκαιοι θὰ θεωροῦν τόσο τὴ θεία οὐσία ὅσο καὶ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος [7]. Ἡ θεία ἐπιφάνεια κατὰ τὸν Αὐγουστῖνο ἀφορᾶ ἐντέλει στὴν ἴδια τὴ θεία οὐσία, ἐνῶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες ἡ ἐπιφάνεια ἀφορᾶ στὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες. Πῶς θὰ μποροῦσε, λοιπόν, νὰ ἑρμηνευτεῖ ἡ φράση ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ δοῦν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση; Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες, ἡ ἔννοια «πρόσωπο» σημαίνει τὴν 1) κατὰ χάριν ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀξίους καὶ τὴ 2) φύση ἢ οὐσία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἐκφαίνεται ἢ φανερώνεται σὲ καμία ἀπολύτως τῶν περιπτώσεων. Στὴν πρώτη περίπτωση, λοιπόν, τὸ βλεπόμενο ἀπὸ τοὺς ἁγίους πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὴν ἄκτιστη οὐσιώδη ἢ φυσικὴ ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου θεότητας, ἐνῶ στὴ δεύτερη τὸ ἀθέατο πρόσωπο ταυτίζεται μὲ τὴ θεία ὑπερουσιότητα ποὺ ὑπάρχει σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, στὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα [8]. Συνεπῶς, τὸ ὁραθὲν ἀπὸ τοὺς ἀξίους ἢ ἁγίους πρόσωπο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμία ὑπαρξιστικὴ ἢ περσοναλιστικὴ συμπαραδήλωση, ὅπως ἀκριβῶς ἰσχύει γιὰ τὸν Αὐγουστῖνο, καθότι κανένα κτιστὸ ὂν δὲ μπορεῖ νὰ μετέχει τῆς οὐσίας καὶ τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων τῆς ἀκτίστου θεότητας, τουλάχιστο σύμφωνα μὲ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας [9]. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ δοῦν, λοιπόν, ὅλοι, τουλάχιστον κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, εἶναι οἱ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες προέρχονται τόσο ἀπὸ τὴν θεία φύση ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ ἔμψυχο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο, ὅμως, δὲ σημαίνει ὅτι ἡ θέα αὐτὴ θὰ γίνει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο στοὺς ἀξίους καὶ τοὺς ἀναξίους. Οἱ πρῶτοι θὰ θεωθοῦν μὲ ἕνα τρόπο σύμφωνο μὲ τὴ θεία χάρη, ἐνῶ οἱ δεύτεροι μὲ ἕνα τρόπο παρὰ τὴν χάρη, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.
Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν συνείδηση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ὁμολογίας, καθότι ἡ μὴ διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὸ Θεὸ τὸν κάνει νὰ μὴ μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀόρατος (κατὰ τὴν οὐσία καὶ τὶς ὑποστάσεις) καὶ ὁρατὸς (κατὰ τὴν ἐνέργεια) ταυτόχρονα. Ἀκόμη, ἡ ὅραση δὲν ἀφορᾶ μόνον τὸ διανοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ὅλον τὸν ἄνθρωπο (ψυχὴ καὶ σῶμα), κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες.
Σημειώσεις:
[1] Αὐγουστῖνος, Ἐπιστολὴ 147, 1, 3. [2] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3, 1, 6, Π. Χρήστου Α΄, σσ. 620-621. [3] Βλ. τοῦ ἰδίου, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1, 3, 43, Π. Χρήστου Α΄, σελ. 455. [4] Αὐγουστῖνος, Ἐπιστολὴ 147, 3, 8. [5] Ἐπιστολὴ 147, 8, 20. [6] Ὁ παράδεισος καὶ ἡ κόλαση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καθότι ἀμφότεροι εἶναι πράγματα ἑτοιμασμένα πρὸ καταβολῆς κόσμου, καὶ τοῦτο δεικνύεται μὲ σαφήνεια ἀπὸ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ ὅτι τὸ «ἑτοιμασμένον» δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι δημιουργημένο σὲ καμία περίπτωση, εἰδάλλως θὰ ἦταν γινόμενον καὶ θὰ ὑπέπιπτε στὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο. Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἀντιρρητικὸς Λόγος πρὸς Ἀκίνδυνον Γ’, 20, 93, Π. Χρήστου Γ’, σελ. 228. Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ δὲ γνώρισε, τουτέστιν ἀρνήθηκε ἑκούσια, τὴ φυσικὴ δόξα ἢ λαμπρότητα τῆς ἀκτίστου θεότητας στὸν παρόντα αἰώνα, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, πρόκειται νὰ τὴ δεῖ κατὰ τὴν ὄγδοη ἡμέρα ὡς πῦρ (κόλαση) καὶ ὄχι ὡς ἄκτιστο φῶς (παράδεισος). Βλ. τοῦ ἴδιου, Ἀντιρρητικὸς Λόγος πρὸς Ἀκίνδυνον Β’, 8, 25, Π. Χρήστου Γ’, σέλ. 102. Συνεπῶς, ἡ κόλαση δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος προσφέρει ἐκθεωτικὰ τὸν Ἑαυτό του στοὺς ἀθεράπευτους ἀπὸ τὸ γνωμικὸ ἢ προσωπικό τους θέλημα (ἀνάξιοι), ἤτοι σὲ ὅλους ὅσους δὲν ἔχουν ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὴν κτιστὴ ἑτερότητά τους. Συνελόντι εἰπεῖν, ἡ κόλαση εἶναι ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν Τὸν ἐπιθύμησαν κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωὴ – δράση τους καὶ ὄχι ἡ ἀπουσία Του, ὅπως λανθασμένα ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν σύγχρονων θεολόγων. Ἀκόμη, ἡ κόλαση ὡς στέρηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Βλ. ἐνδεικτικὰ J. T. White, The Incarnate Lord. A Thomistic Study in Christology. The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2015, p. 313. [7] De Trinitate, 1, 8, 16 καὶ 18. [8] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὁμιλία ΙΑ’, Εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὴν Κυριακὴν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 12, Migne PG 151, 132D-133A. Γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ὡς ἐνεργειακῆς ἐπιφάνειας βλ. ἀκόμη τοῦ ἰδίου, Ἀντιρρητικὸς Λόγος πρὸς Ἀκίνδυνον Ἐ’, 4, 10, Π. Χρήστου Γ’, σελ. 294: «Τοιαύτη ἐστὶν ἡ μακαριστὴ θεωρία τῶν τὴν καρδίαν κεκαθαρμένων· τοιοῦτον ἡ τοῖς χριστοειδέσιν ἀφωρισμένη θέα καὶ μέθεξις τοῦ φωτὸς τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν εἰπόντα, «ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε». «Πρόσωπον γὰρ ἀκούων Θεοῦ», φησὶν ὁ Χρυσόστομος θεολόγος, «μηδὲν σωματικὸν ὑποπτεύσης· ἐνταῦθα γὰρ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ δηλοῖ». Πάντως, τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο σὲ σχέση μὲ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ ὑποστηρίζει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ὁ ὁποῖος ταυτίζει τὸ «βλεπόμενο πρόσωπο» τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἴδια τὴ θεία οὐσία, καθότι οἱ δίκαιοι ὑποτίθεται ὅτι θὰ ἔχουν διανοητικὴ πρόσβαση – μετοχὴ κατὰ τὴν ἔλευση τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν στὴν ἄκτιστη θεία φύση. Βλ. Αὐγουστῖνος, De Trinitate, liber primus, 31, PL 42, 844. [9] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὁμιλία ΙΑ΄, Εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὴν Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως, 12, Migne PG 151, 132D-133A.




