Τοῦ κ. Γκόραν Ἴγκιτς2
Ἡ ἔννοια τῆς ἐσφαλμένα νοούμενης ἰσότητας βρίσκεται στὴ ρίζα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πνευματικὸ προϊόν τῆς μινιμαλιστικῆς δογματικῆς ἀντίληψης τοῦ Ὁλλανδοῦ ὀρθολογιστῆ Βαροὺχ Σπινόζα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄθεος. Συγκεκριμένα, προκειμένου νὰ συμφιλιώσει Καθολικοὺς καὶ Προτεστάντες, πρότεινε οἱ κοσμικὲς καὶ θρησκευτικὲς ἀρχὲς νὰ διαμορφώσουν ἕνα ἐλάχιστο ἀριθμὸ δογμάτων, στὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ συμφωνοῦν καὶ οἱ δύο πλευρές, ἐνῶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ὁ καθένας θὰ μποροῦσε νὰ πιστεύει, ὅπως ἐπιθυμεῖ.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴ λογική, ὅ,τι δὲν ἀπαγορεύεται ρητὰ ἐπιτρέπεται· ἔτσι ὅμως στὴν πράξη ὁδηγούμαστε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ρίζα τοῦ οἰκουμενισμοῦ βρίσκεται στὸν ἀδογματισμό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς οἰκουμενιστικῆς λογικῆς, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ ἀναπτύχθηκε στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ἀγγλοσαξονικῆς γεωπολιτικῆς ἀποτελεῖ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ τρόπου σκέψης.
Ὁ Τζὸν Μότ, Ἀμερικανὸς μασόνος, ὑπῆρξε ὁ κύριος ὀργανωτὴς τῆς Συνέλευσης τοῦ Ἐδιμβούργου τὸ 1910, ὅπου, στὸ πλαίσιο τῆς Παγκόσμιας Ἱεραποστολικῆς Διάσκεψης, τέθηκαν οἱ βάσεις γιὰ τὴν προσέγγιση μεταξὺ διαφόρων προτεσταντικῶν ὁμάδων.
Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὁ οἰκουμενισμὸς κατέστη μία σύγχρονη καὶ ἀποδεκτὴ πραγματικότητα καὶ γιὰ πολλοὺς Ὀρθοδόξους. Ὡστόσο, αὐτὸ δὲν ἀλλάζει τὴ ρίζα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ καρπὸ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ ἴδιου τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ.
Γι’ αὐτὸ δὲν προκαλεῖ ἔκπληξη ἡ ἀμφίσημη στάση τοῦ Βατικανοῦ ἀπέναντι στὸ ζήτημα αὐτό, καθώς, ἀπὸ τὴ μία πλευρά, ἐνθαρρύνει τὴν οἰκουμενικὴ δράση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν τὸ 1948, ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία ἔχει λάβει τὴ θέση ὅτι δὲν διαθέτει καθεστὼς μέλους ἀλλὰ καθεστὼς παρατηρητῆ, κάτι ποὺ δὲν ἰσχύει γιὰ πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Παράλληλα, ἀπὸ τὸ 1965 λειτουργεῖ ἕνα μικτὸ ὄργανο (Joint Working Group) μεταξὺ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ τοῦ Δικαστηρίου γιὰ τὴν Προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητας τοῦ Βατικανοῦ. Τὸ Βατικανὸ θεωρεῖ τὸν Πάπα ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καί, ὡς ἐκ τούτου, θεωρεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ ὡς «μία ἀπὸ τὶς ἴσες» ὁμολογίες μέσα σὲ ἕνα εὐρύτερο συμβούλιο. Τὸ Βατικανὸ χρησιμοποιεῖ τὸν οἰκουμενισμὸ ὡς ἐργαλεῖο γιὰ τὴ διεύρυνση τῆς ἐπιρροῆς του, διατηρώντας ὅμως τὴ θέση του περὶ ἀποκλειστικότητας.
Ἡ προτεσταντικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν οἰκουμενισμὸ εἶναι σαφής, καθὼς ἀπὸ τὴ δική τους κοσμοθεωρία προκύπτει καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖο βασίζεται στὴν ἐξωτερικὴ προσέγγιση μεταξὺ τῶν διαφόρων κοινοτήτων.
Τίθεται, ἑπομένως, τὸ ἐρώτημα: τί κερδίζει καὶ τί χάνει ὁ ὀρθόδοξος κόσμος ἀπὸ τὸν οἰκουμενισμό;
Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄξονες τῆς ρωμαιογερμανικῆς ὑπεροχῆς εἶναι ἡ ἰδέα τῆς κυριαρχίας ἐπὶ τοῦ σλαβικοῦ κόσμου. Ὁ οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ πνευματικὸ τέκνο τῆς ἀπομάκρυνσης τῆς Δύσης ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ὁ οἰκουμενισμὸς μιλᾶ γιὰ ἰσότητα, ἀλλὰ πολὺ συχνὰ σιωπᾶ ἐπιμελῶς, ὅταν λαμβάνουν χώρα διώξεις εἰς βάρος τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου.
Θὰ μπορούσαμε νὰ μιλήσουμε καὶ γιὰ ὀρθοδοξοφοβία. Ὡστόσο, ἐδῶ θὰ περιοριστῶ κυρίως στὴν ἔννοια τῆς ρωσοφοβίας.
Ἔχουν περάσει ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ μαθηματικὸς Ἰγκὸρ Σαφαρέβιτς, μέλος τῆς Ρωσικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν, ἐξέδωσε τὸ 1989 τὸ δοκίμιο «Ρωσοφοβία». Τὸ ἔργο αὐτὸ ἐκδόθηκε μόλις τότε, παρότι εἶχε γραφτεῖ ἤδη τὸ 1982, κυρίως λόγῳ τῆς λογοκρισίας καὶ τοῦ κινδύνου ποινικῆς δίωξης γιὰ «ἀντισοβιετικὴ προπαγάνδα». Ξεκινῶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο, διότι ὁ ὅρος «ρωσοφοβία» ἄρχισε νὰ γίνεται γνωστὸς στὴ σερβικὴ δημόσια ζωὴ καὶ νὰ εἰσέρχεται στὴ συλλογικὴ συνείδηση μετὰ τὴ μετάφραση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖο — ὅπως ἀπέδειξε ὁ χρόνος — δὲν ἀποτελοῦσε ἔργο κατὰ τοῦ κράτους, ἀλλὰ μία τολμηρὴ ἀνάλυση τῶν δυτικῶν σχημάτων σκέψης, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν κλασσικὸ παράδειγμα διαδικασιῶν μακρᾶς διάρκειας.
Οἱ ἐκδυτικισμένες μῆτρες σκέψης ἀποτελοῦν τὴ ρίζα τῆς ρωσοφοβίας καὶ τῆς διαρκοῦς σλαβοφοβίας, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς σερβοφοβίας, κάτι ποὺ εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ διαπιστώσουμε κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1990, στὴ διάρκεια τῆς πολεμικῆς προπαγάνδας τῆς Δύσης, ἡ ὁποία διέλυε ἐξωτερικὰ τὴ Γιουγκοσλαβία μὲ τὴ βοήθεια ἀποσχιστικῶν καὶ ἄλλων χρήσιμων παραγόντων.
Ὁ Ἀλεξάντρ Μοσγιάκιν στὸ ἄρθρο του «Ἡ ρωσοφοβία καὶ ἡ σλαβοφοβία τοῦ μαρξισμοῦ» γράφει στὸ σημαντικότερο κεφάλαιο μὲ τίτλο «Ἡ χιλιετὴς ἱστορία τοῦ μίσους» τὰ ἑξῆς:
«Οἱ πηγὲς τῆς σλαβοφοβίας καὶ τῆς ρωσοφοβίας προέρχονται ἀπὸ τὸ Μεγάλο Σχίσμα τοῦ 1054. Ἀπὸ τότε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, ἡ ὁποία κατοικεῖται ἀπὸ ρωμανογερμανικοὺς λαούς, ἄρχισε νὰ διαμορφώνεται ἡ ἀντίληψη γιὰ τὰ ἀνατολικὰ σύνορα τοῦ “ἀληθινοῦ χριστιανικοῦ κόσμου”, πέρα ἀπὸ τὰ ὁποῖα βρισκόταν κάτι ξένο, μυστηριῶδες καὶ ἐχθρικό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ προφυλάσσονται καὶ ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἀγωνίζονται».
Αὐτὴ εἶναι μία σημαντικὴ παρατήρηση, διότι πολλοὶ ἐξηγοῦν, γιὰ παράδειγμα, τὸ μῖσος ἀπέναντι στοὺς Σέρβους μὲ ὀρθολογικὰ γεωπολιτικὰ αἴτια, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἡ ρίζα αὐτῆς τῆς ρατσιστικῆς στάσης ἔχει πνευματικὴ προέλευση.
Στὰ τέλη τοῦ 2011 κυκλοφόρησε ἡ μονογραφία τοῦ Σὸν ΜακΜίκιν (Sean McMeekin) «Οἱ ρωσικὲς ρίζες τοῦ Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» (στὸ πρωτότυπο: The Russian Origins of the First World War). Τὸ συμπέρασμα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι ὁ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε ἐξαιτίας τοῦ «σερβικοῦ ἐθνικισμοῦ» καὶ τοῦ «ρωσικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ» καὶ ὄχι ἐξαιτίας τῆς Γερμανίας. Ἐκδόσεις τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δημοσιεύθηκαν ἐπίσης ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρντ καὶ τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Κέιμπριτζ.
Τέτοιες θέσεις ὑποστηρίζονται ἀπὸ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὴν ΕΣΣΔ γιὰ τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιουργώντας τὸ ἀφήγημα ὅτι ὁ Χίτλερ «ἁπλῶς ἐξαπέλυσε ἕνα προληπτικὸ κτύπημα», παραβλέποντας τὴν προφανῆ ρατσιστικὴ ἰδεολογία τῶν ναζί, ἡ ὁποία ἀποκαλύφθηκε σὲ πολλὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οἱ ἴδιοι συγγραφεῖς κατηγοροῦν καὶ σήμερα τοὺς Ρώσους ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ προκαλέσουν τὸν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Διαμορφώνονται ἐπίπεδα ἀναθεώρησης τῆς ἱστορίας γιὰ τὶς εὐρύτερες μᾶζες, μὲ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς καὶ γενικότερα τὸν ἀγγλοσαξονικὸ κόσμο νὰ παρουσιάζονται ὡς ἡγέτες τοῦ «Ἐλεύθερου Κόσμου». Πρόκειται γιὰ γνωστικὲς μῆτρες ἀρνητικοποίησης τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, μέσα στὶς ὁποῖες στοὺς Ρώσους καὶ στοὺς Σέρβους ἀποδίδεται ὁ ρόλος τῶν «ἀρνητικῶν πρωταγωνιστῶν», ὡς λαῶν δεύτερης κατηγορίας.
Ὁ Βαρντὰν Μπαγκντασαριάν, Ρῶσος ἱστορικὸς καὶ πολιτικὸς ἀναλυτής, γράφει στὸ βιβλίο του «Μῆτρες τῆς κοινωνικῆς γνώσης» τὴν ἀκόλουθη παράγραφο, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὴν οὐσία αὐτοῦ τοῦ ζητήματος:
«Τελικά, ἡ χριστιανικὴ ἱστοριοσοφία ἐπιτρέπει τὴν ἀνάδειξη τῶν μεταφυσικῶν βάσεων τῆς σύγκρουσης τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τὸ φασιστικὸ σχέδιο ἦταν, ὡς πρὸς τὴ μεταφυσική του, ἕνα νεοπαγανιστικὸ σχέδιο, τὸ ὁποῖο ἀμφισβητοῦσε τὸ σύστημα τῶν χριστιανικῶν ἀξιῶν. Ἡ ἰδέα τῆς παγανιστικῆς ἀνισότητας καὶ τοῦ παγανιστικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ συγκρούστηκε μὲ τὸ σύστημα ἀξιῶν, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ἀνθρωπολογικὰ ἑνιαία (δὲν ὑπάρχει οὔτε Ἕλληνας οὔτε Ἰουδαῖος, οὔτε βάρβαρος οὔτε Σκύθης, οὔτε δοῦλος)».
Ὑπάρχουν καὶ σήμερα στὴ Δύση ἔντιμοι ἄνθρωποι. Ἔτσι, θὰ ἐπαινέσω τοὺς Γερμανοὺς συγγραφεῖς Βίνφριντ Βὸλφ καὶ Κλάους Γκέτινγκερ, οἱ ὁποῖοι τὸ 2017 ἀποκάλυψαν τὴ ρεβιζιονιστικὴ μήτρα τοῦ Αὐστραλοῦ ἱστορικοῦ Κρίστοφερ Κλάρκ, ὁ ὁποῖος ἔγραψε ἕνα σερβοφοβικὸ καὶ ρωσοφοβικὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Οἱ Ὑπνοβάτες: Πῶς ἡ Εὐρώπη ὁδηγήθηκε στὸν πόλεμο τοῦ 1914».
Ἡ ἰδέα αὐτοῦ του βιβλίου εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῆς γερμανικῆς εὐθύνης γιὰ τοὺς πολέμους καὶ ἡ πλήρης ἀπόρριψη τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων τοῦ Φρὶτς Φίσερ, ἑνὸς ἀκόμη Γερμανοῦ ποὺ ἀναζήτησε τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια, τὰ ὁποῖα διατύπωσε στὸ βιβλίο του «Ἡ ἐπιδίωξη τῆς παγκόσμιας ἰσχύος» τὸ 1964.
Ἡ θέση τοῦ Φίσερ ἦταν ἡ ἑξῆς: «Ἡ Γερμανία προκάλεσε τὸν πόλεμο, δὲν παρασύρθηκε σὲ αὐτόν». Ὡστόσο, τὰ στοιχεῖα τοῦ Φίσερ σήμερα θεωροῦνται πλέον ἀσήμαντα. Τὸ βιβλίο τοῦ Κρίστοφερ Κλὰρκ διαδόθηκε παγκοσμίως σὲ ἑκατομμύρια ἀντίτυπα, μὲ τὴν ὑλικοτεχνικὴ ὑποστήριξη τῶν γερμανικῶν πρεσβειῶν, ἐνῶ ἡ πρώην βασίλισσα τῆς Βρετανίας Ἐλισάβετ Β΄ ἀπένειμε σὲ αὐτὸν τὸν Αὐστραλὸ ἀναθεωρητὴ τὸν τίτλο τοῦ ἱππότη (Sir), γιὰ τὴ συμβολή του στὶς βρετανογερμανικὲς σχέσεις.
Οἱ δύο κορυφαῖες εὐρωπαϊκὲς προτεσταντικὲς χῶρες, οἱ Βρετανοὶ καὶ οἱ Γερμανοί, μὲ ἔντιμες ἐξαιρέσεις, ἔτσι ἀντιλαμβάνονται σήμερα τὸ μεγαλύτερο ὀρθόδοξο ἔθνος στὸν κόσμο, τοὺς Ρώσους. Γιὰ ποιὸν οἰκουμενισμὸ μποροῦμε λοιπὸν νὰ ἐλπίζουμε στὸ ἑξῆς; Ὄχι μόνο δὲν θεωρούμαστε ἴσοι, ἀλλὰ μᾶς προσφέρεται οὐσιαστικὰ μόνο ἡ δυνατότητα νὰ γίνουμε πνευματικοὶ καὶ διανοητικοὶ δοῦλοι τῆς Δύσης, εἴτε αὐτὴ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴ ρωμαιοκαθολικὴ εἴτε μέσα ἀπὸ τὴν προτεσταντικὴ παράδοση.
Ἡ ἀντιπαράδοση τοῦ ἐκδυτικισμένου οἰκουμενισμοῦ ἔχει ὡς συνέπεια, μεταξὺ ἄλλων, τὴ ρωσοφοβία καὶ τὴ σερβοφοβία, ἀλλὰ ὄχι μόνο αὐτό. Ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι, πάνω ἀπ’ ὅλα, μία ὑποκρισία. Προσποιεῖται τὴν ἑνότητα χωρὶς δογματικὸ περιεχόμενο, προσποιεῖται τὴν ἀγάπη, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ στόχος εἶναι νὰ διαλυθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μέσα σὲ μία θάλασσα διαφορετικῶν διδασκαλιῶν καὶ νὰ καταστεῖ ἄχρωμη καὶ χωρὶς ταυτότητα.
Σημειώσεις:
1. Ὁμιλία στὴ Διεθνῆ Διάσκεψη «Ὁ Οἰκουμενισμὸς μεταξὺ διαλόγου καὶ πολιτικῆς ἐργαλειοποίησης» ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη τήν 30ήν Ἰουνίου 2026 εἰς τὸ Κέντρον Τύπου τῆς Ἑνώσεως Δημοσιογράφων Σερβίας εἰς τὸ Βελιγράδι καί συνεκέντρωσε διακεκριμένους θεολόγους, ἀναλυτάς καὶ δημόσια πρόσωπα ἀπὸ τὴν Σερβίαν, τὴν Ρωσίαν, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἰταλίαν
2. Ὁ Γκόραν Ἴγκιτς εἶναι πτυχιοῦχος φιλόλογος καὶ ἀρθρογράφος.




