Ἡ τριαδικὴ θεολογία τοῦ G. Greshake

Share:

Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου

  Ὁ ρωμαιοκαθολικὸς θεολόγος G. Greshake ἀντιλαμβάνεται τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς ἕνα διαπροσωπικὸ – ἀγαπητικὸ γεγονός [1]. Ἔτσι, τὰ πρόσωπα δὲν προηγοῦνται τῆς θείας οὐσίας, οὔτε ἀσφαλῶς ἡ θεία οὐσία προηγεῖται τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων [2]. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ζωὴ τῆς ἀμοιβαίας κοινωνίας τῶν προσώπων [3]. Τί θὰ μποροῦσε, ὅμως, νὰ σημαίνει ὁ ὅρος «πρόσωπο», σύμφωνα μὲ τὸ Γερμανὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο; Ὁ Greshake καταφεύγει στὴ σχολαστικὴ παράδοση καὶ θὰ ὁρίσει τὸ πρόσωπο ὡς σχέση, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάθε πρόσωπο τῆς ἀκτίστου θεότητας ἔχει τὸ «εἶναι» του ἀπευθυνόμενο πάντα πρὸς κάποιο ἄλλο [4]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς ἀκτίστου θεότητας θεμελιώνεται στὴν ἀμοιβαία σχεσιακότητα τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων.

  Ἡ πολλαπλότητα παραδοσιακὰ (δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία) ἑρμηνευόταν ὡς πτώση ἀπὸ μία πρωταρχικὴ – αὐθεντικὴ ἑνότητα. Ἡ πολλαπλότητα τῶν ὄντων ἐθεωρεῖτο ὡς ἔλλειψη τελειότητας καὶ ὡς μείωση τοῦ εἶναι [5]. Ἡ θεολογία, λοιπόν, δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἀνατρέψει τὴν ἀνωτέρω ἀναφερθεῖσα ἄποψη σχετικὰ μὲ τὴν ἐλαττωματικότητα τῆς πολλότητας. Ἔτσι, ὁ G. Greshake θὰ ὑποστηρίξει ὅτι ἡ πολλαπλότητα, τουλάχιστον σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν Ἁγία Τριάδα, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑνότητα, ἤτοι ἀπὸ τὴν ὑπόσταση τοῦ Πατρὸς ἢ τὴ θεία οὐσία. Στὴν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει ἱεραρχία, κατὰ τόν G. Greshake πάντοτε, ἀλλὰ ὄχι ἀνισότητα. Τοιουτοτρόπως, δὲ γίνεται ἀποδεκτὸς οὔτε ὁ ἀρειανισμός, ὁ ὁποῖος δέχονταν τρεῖς ἀνόμοιες μεταξὺ των κατὰ τὴν οὐσία ὑποστάσεις, οὔτε ὁ σαβελλιανισμός, ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει μία ὑπόσταση μὲ τρεῖς ἔγχρονες ἐμφανίσεις – μάσκες. Ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας, λοιπόν, ἔχουν τὴν ἴδια καὶ τὴν αὐτὴ ἀξιοπρέπεια (μεταφράζω τὸν ὅρο dignita ὡς ἀξιοπρέπεια).

  Γιὰ νὰ θεμελιώσουμε τώρα τὴ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴ μεταφυσικὴ θεώρηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἑνός, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κοινωνία ἑρμηνευμένη ὡς διαπροσωπικὸ γεγονός [6]. Πλέον ἔχουμε ἄλλους τρόπους νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν πολλαπλότητα, ὅπως καὶ τὴν πολλαπλότητα μέσα στὴν ἑνότητα, τουλάχιστον κατὰ τὸν G. Greshake. Ἡ ἑνότητα ὡς διαπροσωπικὴ κοινωνία περιλαμβάνει μέσα της τὶς διαφορὲς καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο δὲ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι προέρχεται ἀπὸ ἔξω ἢ ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ. Εἶναι μία ἑνότητα ποὺ πραγματώνεται μέσα στὴν πολλαπλότητα [7]. Ἡ πολλαπλότητα, ἐπαναλαμβάνει ὁ G. Greshake, δὲν ἀποτελεῖ μία μείωση ἢ ἐλάττωση τῆς ἑνότητας, ἀλλὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ πραγματώνεται. Ὁ Θεός, λοιπόν, ἀποτελεῖ τὸ πιὸ ὑψηλὸ εἶδος ἑνότητας, καθότι αὐτοπραγματώνεται μέσα στὴν ἀγάπη. Ὁ G. Greshake στὴν προκειμένη περίπτωση κάνει λόγο γιὰ μία ἀΐδια ἀνταλλαγὴ ἀγάπης μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα, ἡ ὁποία συστήνει τόσο τὴν ἑνότητα ὅσο καὶ τὴν πολλαπλότητα τῶν προσώπων τῆς ἀκτίστου θεότητας. Δὲν ὑπάρχει καμία οὐσία τῆς ἀκτίστου θεότητας, ἡ ὁποία νὰ μὴ πραγματώνεται ἀπὸ τὴ διαπροσωπικὴ κοινωνία τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων [8].

 Στὴ συνέχεια ὁ G. Greshake, ὑποστηρίζοντας ἕνας ἰδιότυπο ἐξεικονισμὸ μεταξύ τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας, ἀποδίδει στὴ ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας τὸν ὅρο ἀμοιβαιότητα. Ἐφόσον ἡ οἰκονομία χαρακτηρίζεται ἀπὸ κάποιο εἶδος ἀμοιβαιότητας ποὺ ὑπάρχει μεταξύ τῆς οἰκονομικῆς τριάδας καὶ τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, θὰ πρέπει αὐτὴ νὰ ἐντοπίζεται καὶ στὴν ἀΐδια τριάδα [9]. Ἐδῶ ὁ G. Greshake υἱοθετεῖ τὸ θωμιστικὸ ἀξίωμα ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ τρόπος δράσης ἀκολουθεῖ τὸν τρόπο τοῦ εἶναι.

  Ἀνωτέρω εἴδαμε ὅτι ὁ G. Greshake θεωρεῖ τὸ πρόσωπο, ὅπως ὅλοι οἱ Λατῖνοι, ὡς σχέση. Ὅμως, ὁ Γερμανὸς ρωμαιοκαθολικὸς θεολόγος θὰ ὑποστηρίξει στὴ συνέχεια ὅτι τὸ πρόσωπο ὡς ἀντιθετικὴ σχέση προέλευσης δὲν ἀρκεῖ, γιὰ νὰ περιγράψει τὴ πολλαπλότητα ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὁ G. Greshake ὁδηγεῖται στὴν ταύτιση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀγάπη [10]. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα ἀμοιβαῖο περιχωρητικὸ παιχνίδι μεταξὺ τῶν προσώπων. Ἐὰν ἡ οὐσία εἶναι ἀγάπη, τότε τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος διακρίνονται ἀνάλογα μὲ τὸ πῶς παίζουν αὐτὸ τὸ ἀγαπητικὸ παιχνίδι [11]. Ὡς ἀμοιβαῖο παιχνίδι θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Greshake ἡ ἀΐδια ἀνταλλαγὴ ἀγάπης, δηλαδὴ ἡ ἀνταλλαγὴ τῆς οὐσίας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ διακρίνει τὰ πρόσωπα τῆς ἀκτίστου θεότητας καὶ ὄχι οἱ ὑποστατικὲς πρόοδοι (οἱ λατινικὲς πρόοδοι τοῦ Υἱοῦ ὡς νόησης καὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ὡς βούλησης).

 Ὁ Πατὴρ μέσα στὸ ρυθμὸ τοῦ ἀγαπητικοῦ αὐτοῦ παιχνιδιοῦ ἀποτελεῖ τὴν πρωταρχικὴ ἀγάπη. Εἶναι τὸ αὐθεντικὸ δῶρο, ἐπειδὴ θεμελιώνει τὴν ἑνότητα τῆς διαπροσωπικῆς κοινωνίας. Ἀποτελεῖ τὸ κέντρο αὐτῆς τῆς διαπροσωπικῆς κοινωνίας, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἄνευ τῶν ἄλλων δύο προσώπων. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ Πατὴρ δὲ βρίσκεται ἐκτός τοῦ δικτύου τῶν ἀμοιβαίων ἐνδοτριαδικῶν σχέσεων, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἄνευ αὐτῶν, καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι συστήνεται ὡς πρόσωπο μέσῳ τῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα [12]. Ὁ Υἱὸς μέσα στὸν ρυθμὸ τοῦ ἀγαπητικοῦ αὐτοῦ παιχνιδιοῦ ἀποτελεῖ τὴ παραλαβὴ τῆς πρωταρχικῆς ἀγάπης. Λαμβάνει τὸ δῶρο, ἤτοι τὴ θεία οὐσία, τὴν ἀντιδίδει ἢ ἐπιστρέφει στὸν Πατέρα καὶ τὴ μεταδίδει στὸ Ἅγ. Πνεῦ­μα [13]. Τέλος, τὸ Ἅγ. Πνεῦμα μέσα στὸ παιχνίδι τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης ἀποτελεῖ ἀπὸ τὴ μία μεριὰ τὴ καθαρὴ παραλαβή, διότι μόνο λαμβάνει τὴν οὐσία ἢ ἀγάπη, δίχως νὰ τὴν ἀντιδίδει. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὸ Ἅγ. Πνεῦ­μα ἀποτελεῖ τὸ σύνδεσμο ἀγάπης μεταξύ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ ὁποῖο τοὺς κάνει νὰ εἶναι ἕνα [14]. Ἐκτὸς ἀπὸ σημεῖο ἑνότητας τὸ Ἅγ. Πνεῦμα θεωρεῖται καὶ ὡς καρπὸς τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Τοιουτοτρόπως, φανερώνεται ἐναργῶς ὅτι ὁ ὅρος ἀμοιβαιότητα, ὅταν ἀποδίδεται στὴν Ἁγία Τριάδα, συνεισάγει ἀναπόφευκτα τὸ filioque, τὸ ὁποῖο προϋποθέτει τὴν ἀνταλλαγὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία προϋποθέτει, μὲ τὴ σειρά της, τὴν ἀντιθετικὴ σχέση προελεύσεως τῶν ὑποστάσεων τῆς ἀκτίστου θεότητας.

  , τὸ Ἅγ. Πνεῦμα σὲ σχέση μὲ τὴ θεία οἰκονομία θεωρεῖται ὡς ἡ ἔκσταση τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὸν G. Greshake, ὑπάρχει μία ἀναλογία μεταξύ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως, λοιπόν, σὲ μία ἀνθρώπινη οἰκογένεια ἡ μητέρα ἀποτελεῖ τὸ σημεῖο ἑνότητας μεταξύ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ πατρός του, ἔτσι καὶ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα μπορεῖ κάλλιστα νὰ παραλληλιστεῖ μὲ τὸ μητρικὸ στοιχεῖο τῆς οἰκογένειας. Ἔτσι, ὅπως τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἑνώνει καὶ συνάμα διακρίνει τὸν Πατέρα ἀπὸ τὸν Υἱό, ἔτσι καὶ ἡ μητέρα ἑνώνει καὶ διακρίνει τὸν πατέρα ἀπὸ τὸν υἱὸ ἢ τὴ θυγατέρα μέσα σὲ μία ἀνθρώπινη οἰκογένεια.

  Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ὁ G. Greshake ἀνήκει στὴ μερίδα τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων, τόσο παπικοὶ ὅσο καὶ προτεστάντες, οἱ ὁποῖοι παραλληλίζουν τὴν Ἁγία Τριάδα μὲ μία οἰκογένεια, καταστρέφοντας στὴν οὐσία τὸν ἀποφατικὸ χαρακτήρα τοῦ τριαδικοῦ δόγματος καὶ τὸ ἀμέθεκτο τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων τῆς ἀκτίστου θεότητας.

Σημειώσεις:

[1] Ladaria L. F., La Trinita mistero di comunione, traduzione: M. Zapella, edizioni Paoline, Milano 2004, p. 209. [2] Ἡ ἀνωτέρω ἀναφερθεῖσα φράση θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὀρθόδοξη. Ὅμως ὁ G. Greshake τὴν ἑρμηνεύει ἐντελῶς διαφορετικά, ὅπως θὰ δοῦμε ἀμέσως παρακάτω, καθότι ἐκεῖ­νος θὰ ταυτίσει τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀγάπη, πρᾶγμα ποὺ οἱ Ἕλληνες Πατέρες δὲ θὰ ἔκαναν ποτέ. [3] Ὅπ.π. [4] Ὅπ.π., p. 210. [5] Ὅπ.π. [6] Ὅπ.π., p. 211. [7] Ladaria L. F., La Trinita mistero di comunione, traduzione: M. Zapella, edizioni Paoline, Milano 2004, p. 211. [8] Ἐδῶ διαφαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ὁ G. Greshake ἀναζητεῖ μία πιὸ θεμελιώδη ἑνότητα τῶν προσώπων ἢ ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δὲν τοῦ ἀρκεῖ ἡ ἔννοια τῆς ὁμοουσιότητας τῶν Ἑλλήνων καὶ Λατίνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διασφαλίζει τὴν ἑνότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὁ Γερμανὸς ρωμαιοκαθολικὸς θεολόγος θὰ ὑποστηρίξει μία ἄλλου εἴδους πρωταρχικὴ ἑνότητα, ἡ ὁποία θὰ θεμελιώνει τόσο τὴν οὐσία ὅσο καὶ τὶς προσωπικὲς διαφορές. [9] Ὅπ.π., p. 212-213. [10] Ὅπ.π., p. 213. [11] Ὅπ.π. [12] Ὅπ.π., p. 214. [13] Ὅπ.π. Κάτι παρόμοιο μὲ τὸν G. Greshake φαίνεται νὰ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν π. Ν. Λουδοβῖκο, τουτέστιν ὅτι μέσα στὸ Θεὸ ὑπάρχει μία ἀλληλοδιάδοση καὶ ἀνταλλαγὴ τῆς οὐσίας. Βλ. καὶ N. Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self, Volume 2, Intermeaningfulness Self-Catholicization, Meta-Narcissism, and Christian Theology, Brepols Publishers, Turnhout / Belgium 2024, p. 18: «This event of essential participation should not be taken as the contents of relationship, or as a relationship, but rather as a timeless mutual giving, not of course in the sense that someone possesses the divine nature “first”, and “then” he distributes it; this mutual inter-givenness is not a process in time, but a pre-eternal mode of existence». Βλέπουμε ὅτι ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος χρησιμοποιεῖ τὸν δυτικὸ ὅρο ἀμοιβαιότητα, ὅταν ἀναφέρεται στὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις. [14] Ὅπ.π., p. 215.

Previous Article

Προβληματισμοὶ «στὸ κατώφλι» τοῦ νέου χρόνου

Next Article

Τό μήνυμα τῆς Κυριακῆς μετά τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως μέ τόν Σεβ. Μητρ. Κυθήρων κ. Σεραφείμ