Ἀντώνιος Οὐρεϊλίδης
Ὁ Ἰώβ ζοῦσε στὴν Αὐσίτιδα, μιὰ χώρα στὰ σύνορα Ἰδουμαίας καὶ Ἀραβίας. Ἦταν ἔντιμος καὶ δίκαιος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ εὐσεβής πρὸς τὸν Θεὸ· ἀπέφευγε τὶς πονηριές καὶ τὶς ἁμαρτωλές πράξεις. Εἶχε δέκα παιδιά, ἑπτά υἱούς καὶ τρεῖς θυγατέρες. Εἶχε ἐπίσης, πλῆθος ζώων· ἑπτά χιλιάδες πρόβατα, τρεῖς χιλιάδες καμῆλες, πεντακόσια ζεύγη βοδιῶν, ἀγέλη ἀπό πεντακόσιες θηλυκές ὄνους καθώς καὶ μεγάλο ἀριθμό ὑπηρετῶν γιὰ τὴ βοσκή τους. Ἔκανε μεγάλα ἔργα στὴ χώρα του καὶ ἦταν ἕνας ἀπό τοὺς ἐπιφανεῖς ἀνθρώπους της.
Ὅταν ὁ διάβολος, ἀφοῦ περιῆλθε ὅλη τὴ γῆ, παρουσιάστηκε στὸν Θεὸ, τὸν ρώτησε ὁ Κύριος ἐάν πρόσεξε καὶ τὸν δοῦλο Του τὸν Ἰώβ, γιὰ νὰ δῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἄνθρωπος μὲ τὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς του στὴ γῆ. Ὁ πονηρός διάβολος, ὁ αἰώνιος διαβάλλων, λὲς καὶ δὲν γνώριζε ὁ Θεός, ἀπέδωσε αὐτή τὴν εὐσέβεια τοῦ Ἰώβ ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὶς πολλές καὶ πλούσιες εὐλογίες καθώς καὶ τὴν προστασία ποὺ ἀπολάμβανε ἀπό τὸν Κύριο. Ἔτσι ζήτησε τὴν ἄδεια ἀπό τὸν Θεὸ νὰ ἀφαιρέσῃ ὅλες αὐτές τὶς εὐλογίες ἀπό τὸν Ἰώβ ἀποδεικνύοντας ὅτι ἔτσι τελικά θὰ Τὸν βλασφημήσῃ.
Τότε ὁ Κύριος ἔδωσε ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ Ἰώβ στὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, μὲ μία προϋπόθεση: νὰ μὴν πειράξῃ καθόλου τὸν ἴδιο. Ὁ διάβολος ἔφυγε καὶ ἔβαλε σὲ ἐφαρμογή τὸ σχέδιό του. Μιὰ, λοιπόν, ἡμέρα καὶ μέσα σὲ λίγη ὥρα ἦρθαν ἀλλεπάλληλες καὶ καταιγιστικές οἱ μαῦρες εἰδήσεις: ληστές ἅρπαξαν ὅλα τὰ βόδια καὶ τὶς θηλυκές ὄνους, ἀφοῦ προηγουμένως ἔσφαξαν ὅλους τοὺς δούλους του. Φωτιά ἔπεσε ἀπό τὸν οὐρανό καὶ ἔκαψε ὅλα τὰ πρόβατα καὶ τοὺς βοσκούς του. Ληστές ἅρπαξαν ὅλες τὶς καμῆλες καὶ φόνευσαν τοὺς δούλους του. Καὶ τέλος, ἕνας μεγάλος καὶ βίαιος ἄνεμος ἀπό τὴν ἔρημο γκρέμισε τὴν οἰκία στὴν ὁποία ἦταν συναγμένα ὅλα τὰ παιδιά του καὶ ἔτρωγαν σὲ κοινό συμπόσιο καὶ ὅλα ἐτάφησαν κάτω ἀπό τὰ ἐρείπια. Δὲν ἔζησε κανένα.
Τότε ὁ Ἰώβ σηκώθηκε, ἔσχισε τὰ ἐνδύματά του, κουρεύτηκε, ἔπεσε στὸ ἔδαφος καὶ προσκύνησε τὸν Κύριο λέγοντας τὸ γνωστό ἀπό τὴν Θεία Λειτουργία: «εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας». «Γυμνός γεννήθηκα, γυμνός θὰ πεθάνω. Ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε. Ἄς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων».
Ὅταν ξαναπῆγε ὁ διάβολος στὸν Κύριο, παρ’ ὅτι δὲν ἁμάρτησε ὁ Ἰώβ ἐνώπιόν Του μὲ ὅλες αὐτές τὶς συμφορές, ἀπέδωσε τὸ γεγονός στὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἰώβ δὲν ἔπαθε τίποτε καὶ ἐπέμενε ὅτι αὐτός (ὁ Ἰώβ) θὰ Τὸν βλασφημοῦσε ἐάν προσέβαλε τὴν ὑγεία του. Ἔτσι ὁ Κύριος ἔδωσε τὴν ἄδεια στὸν διάβολο νὰ ἐπιφέρῃ δεινά στὸν Ἰώβ, πάλι μὲ ἕναν ὅρο: νὰ μὴν τὸν σκοτώσῃ. Ἔτσι, ἔπληξε ὁ διάβολος τὸν Ἰώβ μὲ τρομερές πληγές σὲ ὅλο του τὸ σῶμα τὶς ὁποῖες ὑπέμεινε μὲ ὑπομονή, τὴ γνωστή «ἰώβεια ὑπομονή», καθισμένος ἐπάνω σὲ κοπριά ἔξω ἀπό τὴν πόλη. Δὲν τοῦ ἔφθαναν ὅσα τοῦ προξένησε ὁ διάβολος, εἶχε καὶ τὴ γυναῖκα του, ποὺ γκρίνιαζε καὶ τὸν παρότρυνε νὰ βλασφημήσῃ τὸν Θεό καὶ νὰ αὐτοκτονήσῃ! Κατόπιν τὸν ἐπισκέφτηκαν καὶ οἱ τρεῖς φίλοι του, ἀλλά γιὰ νὰ μὴ μακρηγορήσουμε (ἀξίζει νὰ μελετηθῇ ἀπό ὅλους αὐτό τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ἀπό τὸ ὁποῖο λαμβάνουμε πολλά καὶ ὠφέλιμα συμπεράσματα) θὰ μεταφερθοῦμε στὸ τέλος τῆς διήγησης.
Ὁ πολύπαθος Ἰώβ, ὑπέμεινε ὅλα τὰ δεινά, ὅλες τὶς συμφορές, τὰ βάσανα καὶ τὶς δοκιμασίες ποὺ τοῦ ὑπέβαλε ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, μὲ τὸν ὁποῖο θέλουν νὰ συμμαχήσουν οἱ ταλαίπωροι πολιτικοί, καὶ ἀνεδείχθη ἡ εὐσέβειά του, οἱ πραγματικές του ἀρετές. Καὶ ὁ Κύριος τὸν δόξασε καὶ τοῦ ἔδωσε τὰ διπλάσια, ἀπό ὅσα προηγουμένως εἶχε. «ἔδωκε δὲ ὁ Κύριος διπλᾶ ὅσα ἦν ἔμπροσθεν Ἰώβ εἰς διπλασιασμόν.» (Ἰώβ 42, 10). Ἀνῆλθαν τὰ κτήνη του, τὰ πρόβατά του σὲ δεκατέσσερεις χιλιάδες, οἱ καμῆλες του σὲ ἕξι χιλιάδες, τὰ ζεύγη τῶν βοδιῶν του σὲ χίλια, οἱ θηλυκές ὄνοι σὲ χίλιες. Ἀπέκτησε δὲ ἑπτά υἱούς καὶ τρεῖς θυγατέρες.
Ἐδῶ παρατηροῦμε τὸ ἐξῆς: Ὁ Ἰώβ πρὶν τὶς συμφορές, εἶχε 7.000 πρόβατα, 3.000 καμῆλες, 500 ζεύγη βοδιῶν, 500 θηλυκές ὄνους. Εἶχε 10 παιδιά· 7 υἱούς καὶ 3 θυγατέρες.
Μετά ἀπέκτησε τὰ διπλάσια, δηλαδή: 14.000 πρόβατα, 6.000 καμῆλες, 1000 ζεύγη βοδιῶν, 1.000 θηλυκές ὄνους, καὶ 10 παιδιά, 7 υἱούς καὶ 3 θυγατέρες! Βέβαια, φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ἀριθμητικά τὰ παιδιά του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ζῶα, ἔμειναν τὰ ἴδια. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, διπλασιάσθηκαν καὶ αὐτά, καθώς τὰ δέκα τέκνα ποὺ ἀπέκτησε προστεθειμένα σὲ αὐτά ποὺ ἐφονεύθησαν ἀλλά ζοῦν οἱ ἀθάνατες ψυχές τους, εἶναι συνολικά εἴκοσι. Σύμφωνα καί μὲ τὴ ρήση τοῦ Κυρίου: «ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» (Ματθ. 22, 32). Ὑποδηλώνεται, ἔτσι «σιωπηρῶς», πλήν ὅμως σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ἡ ἀθανασία τοῦ ἀνθρώπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ θνητότητα τῶν ζώων. Μιὰ βασική του διαφορά μὲ τὰ ζῶα, καθὼς ἡ ψυχή τῶν ζώων δὲν εἶναι ἀθάνατη· βρίσκεται δὲ στὸ αἷμα τους. «…ὅτι τὸ αἷμα αὐτοῦ ψυχή», σύμφωνα μὲ τὸ Δευτερονόμιο (Δευτ. 12, 23).
Διαπιστώνεται λοιπόν, καὶ μέσα ἀπό τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ἡ συνεπής διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὸ σημαντικότατο θέμα τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καὶ ὁ ἀστείρευτος πνευματικός πλοῦτος της. Ἡ Βίβλος δίδει στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾷ, ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γνωρίζει στὸν κόσμο αὐτόν, ὅλες τίς ἀπαντήσεις στὰ ὑπαρξιακά ἐρωτήματά του. Δὲν ὑπάρχουν ἐρωτήματα, λέγει ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ποὺ νὰ βασανίζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ γιὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴν ἔχει δοθῇ ἀπό τὴν Ἁγία Γραφή εἴτε ἄμεση εἴτε ἔμμεση ἀπάντηση. Ἀρκεῖ ἡ ψυχὴ νὰ διψᾷ πραγματικά, γιὰ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰω. 4, 11), ὅπως ἡ ψυχὴ τῆς Σαμαρείτιδας. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν, τὸν Κύριό μας γιὰ τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρό ποὺ μᾶς δώρισε γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς σωτηρίας μας. Ἄς Τὸν δοξολογήσουμε ἀπό τὰ μύχια τῆς ψυχῆς μας, διότι ὁ λόγος Του εὐφραίνει τὴν καρδιά μας, ἡ ὁποία γεύεται «πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 4, 14).




