Τοῦ κ. Παναγιώτου Δ. Παπαδημητρίου, PhD
1ον
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου, ὅπως καὶ κάθε Ἀκολουθία στὴν Ἐκκλησία μας τελεῖται ἁγιοπατερικά, παραδοσιακά, πρὸς τὴν Ἀνατολή. Καὶ τὸ Μνημόσυνον προσευχή εἶναι. Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰώνα, κυρίως λόγῳ τῆς προτεσταντολατινογενοῦς πλάνης «versus populum» τῆς λειτουργικῆς κινήσεως (τουτέστι κατ’ οὐσίαν «θεατρική» προσευχή πρὸς τὸν Λαόν, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὸν Λούθηρο καὶ τοὺς Προτεστάντες, πέρασε στοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, καὶ ὑπεστηρίχθη στήν αἱρετική Βʹ Βατικάνειο Σύνοδόν των), τὴν ὁποίαν προώθησαν καθ’ ἡμᾶς ἡμέτεροι παρασυρθέντες θεολόγοι, λειτουργιολόγοι, κληρικοί, τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῶν Ἱερέων μας – δυστυχῶς – τελοῦν τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὸν Λαόν. Ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ὑποστηρικτὲς τοῦ παρασυρθέντος Φουντούλη, ποὺ προωθοῦν τὴν ἀδιαφορία ἐν γένει γιὰ τὴν κατ’ Ἀνατολάς τέλεση τῶν Ἀκολουθιῶν, καὶ ὅτι ὅλα εἶναι «ἐντάξει». Αὐτὸ εἶναι μεγάλη πλάνη (ὑποσ. 1), καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶχαν ἔτσι, οὔτε στὴν νεότητά μας στὸ χωριό, ὅπου οἱ Ἱερεῖς τελοῦσαν τὸ Μνημόσυνον πάντοτε πρὸς Ἀνατολάς, στὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ, κάτω ἀπὸ τὸν μέγα Πολυέλαιο (στὸ ἴδιο περίπου σημεῖο ὅπου διαβαζόταν παλαιὰ καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος Εὐχή). Πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἄλλων χωρῶν τηροῦν τὴν Παράδοση τῆς κατ’ Ἀνατολὰς τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου, ἀκόμη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς ποὺ ἄγνωστο πῶς δὲν παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς δικούς μας.
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου εἶναι κυρίως Ἀκολουθία εὐεργετικὴ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ποὺ γίνεται ἀπὸ τὴν στρατευομένη Ἐκκλησία (ἀπὸ τοὺς ζῶντες Χριστιανούς). Οἱ κεκοιμημένοι ἅπαξ καὶ ἐκοιμήθησαν δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν, διότι ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια. Ὅμως ἡ ἀγάπη τῶν πιστῶν καὶ τῶν κληρικῶν πρὸς αὐτοὺς μέσῳ τῆς προσευχῆς τους στὰ Μνημόσυνα, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Λειτουργία καὶ εἰδικὰ στὰ 40λείτουργα (ποὺ μποροῦν νὰ γίνονται καὶ ὁποτεδήποτε, ἀρκεῖ νὰ βρεθεῖ Ἱερεὺς ἢ Μοναστήρι νὰ λειτουργεῖ καθημερινῶς), τοὺς εὐεργετεῖ πάρα πολύ, καὶ ἀναλόγως τῆς καταστάσεως πού ἔφυγαν (Κύριος οἶδεν).
Ὀλίγας δεκαετίας πρίν, ἕνα μνημόσυνο γινότανε γιὰ ὅλα μαζὶ τὰ κόλλυβα.
Tὸ μνημόσυνον τελοῦνταν πάντοτε μὲ Θεία Λειτουργία, ἀφοῦ στὴν Θεία Λειτουργία γίνεται τὸ κατ’ ἐξοχὴν μνημόσυνον τοῦ τεθνεῶτος.
Τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου εὑρίσκοντο «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, στὴν ἴδια εὐθεῖα μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας), περίπου κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυέλαιο. Δὲν ὑπῆρχαν λουλούδια, οὔτε ἀνθοστολισμοὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, παρὰ μόνον δύο μεγάλες λαμπάδες δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῶν τραπεζιῶν τῶν κολλύβων καὶ πρὸς τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῶν τραπεζιῶν (πρὸς τὸ Ἱερό).
Οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀποθανόντος στέκονταν στὸ κεντρικὸν κλῖτος τοῦ Ναοῦ, πίσω ἀπὸ τὰ κόλλυβα σὲ κάποια ἀπόσταση (γιατὶ θὰ ἐρχόταν ὁ Ἱερεὺς στὸ τραπέζι τῶν Κολλύβων νὰ τελέσει τὸ μνημόσυνον, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς). Λίγες καρέκλες ὑπῆρχαν μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα σὲ μία σειρά. Καθὼς ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι δημιουργοῦσαν στὸ κεντρικὸν κλῖτος «σειρὲς» πρὸς τὰ πίσω, ἱστάμενοι ὄρθιοι μέχρι τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας καὶ τοῦ Μνημοσύνου (ὅπως καὶ ὁ πλεῖστος Λαὸς ὄρθιοι στέκονταν μέχρι τὸ τέλος).
Κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου, οἱ ἱερεῖς ἐξέρχοντο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ ἵσταντο ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων μὲ τὸ πρόσωπο στραμμένο γιὰ Προσ-Εὐχή, ἤτοι στραμμένοι πρὸς Ἀνατολάς.
Ὁ Λαὸς τῆς Ἐκκλησίας στὸ Μνημόσυνο ἄφηνε τὴν θέση του καὶ προσέγγιζε καὶ στεκόταν πίσω καὶ στὰ πλάγια ἀπὸ τὸ Μνημόσυνον.
Τί ὡραῖα νὰ προσεύχεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ Πιστοὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους σου!
Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ προσευχή!
Σύγκρινε μὲ τὴν σημερινὴ πρακτικὴ τῶν πολλαπλῶν ξεχωριστῶν μνημοσύνων μετὰ τὴν Λειτουργία καὶ τὸ ἀντίδωρον, ἀφότου φύγει ὁ Λαός, εἰς τὰς ἐνορίας τῶν μεγαλουπόλεων ἢ τὰ ἰδιωτικὰ μνημόσυνα.
Ἀλοίμονο, μὲ τοὺς μοντερνισμοὺς καὶ προτεσταντισμοὺς ἐξασθενίζει ἡ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ποτὲ δὲν θυμόμαστε στὴν ἐπαρχία Μνημόσυνο νὰ τελέστηκε σὲ νεκροταφεῖο, ἢ ἀφ’ ὅτου φύγει ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Δὲν φταίει ὁ κόσμος πού τυχὸν κάνει ἰδιωτικὰ μνημόσυνα στὰ νεκροταφεῖα. Ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Ἐπίσκοπος πρέπει νὰ κατηχοῦν τὸν κόσμο νὰ κάνει τὰ μνημόσυνα στὴν ἐνορία, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ὅλος ὁ λαὸς γιὰ τὸν κεκοιμημένο τους. Τὰ μνημόσυνα πρέπει νὰ τελοῦνται μὲ τὸν κόσμο παρόντα στὴν Ἐκκλησία, λαὸς ὁλόκληρος λέει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καὶ ὁ κόσμος πρέπει νὰ κατηχηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς, ὅτι ἰδιαίτερα ἐκείνη τὴν ἡμέρα πού τελεῖται τὸ μνημόσυνο πρέπει νὰ προσεύχονται (καὶ) γιὰ τὴν ψυχή τοῦ ἀποθανόντος.
Ἐπανερχόμενοι στὴν ἱστορία, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδο τοῦ Ναοῦ, κρατοῦσαν δύο Ἐπίτροποι ἕνα μεγάλο λευκὸ σεντόνι, ἢ μία λεκάνη ἀργότερα, ὅπου ἔριχναν μαζὶ ὅλα τὰ κόλλυβα (ἀπὸ ὅλα τὰ μνημόσυνα). Μοιράζανε στὸν κόσμο χαρτοπετσέτες, καὶ μὲ ἕνα πιατάκι (σέσουλα τότε) ἔδιδαν στὴν χαρτοπετσέτα πού κράταγε ὁ κόσμος τὰ κόλλυβα (οὔτε κύπελα, οὔτε χαρτοσακκοῦλες μὲ σταυρούς καὶ ἀγγελάκια, οὔτε κουταλάκια, κλπ.).
Ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα στὸ χωριὸ πού μεγαλώσαμε, καὶ μὲ ἔγγαμους Κληρικούς· οἱ Ἱερεῖς τελοῦσαν τὰ Μνημόσυνα «ἐν τῷ μέσῳ» πρὸς τὴν Ἀνατολή. Καὶ ὄχι μόνον στὸ χωριό, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα ὅπως μᾶς εἶπε ὁ π. Γεράσιμος Ἁγιορείτης: «Σὲ ὅσες ἐκκλησίες θυμᾶμαι Μνημόσυνα (ἀπὸ παιδί), κατ’ Ἀνατολὰς ἦταν στραμμένος ὁ Ἱερέας».
Περίπου τὸ 2010 παρατηρήσαμε (συνειδητά) πρώτη φορά στὴν Ἀθήνα Ἱερεῖς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἐξ’ ἀποστάσεως, πρὸς τὴν Δύση, καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη (οἱ περισσότεροι παρασυρθέντες ἐν ἀγνοίᾳ μὴ γνωρίζοντες γιατί, ἀλλὰ πολλοὶ δυστυχῶς οὔτε ἐνδιαφερόμενοι νὰ μάθουν), ἀτενίζοντες καὶ προσευχόμενοι πρὸς τὸν Λαόν, δηλ. προσευχόμενοι πρός τὴν Δύσιν (versus populum). Ἄλλοτε, ἂν εἶναι «Τρισάγιο», λίγα κόλλυβα τοποθετημένα στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἱεροῦ, πάλιν Ἱερεῖς τὸ τελοῦν εἴτε πρὸς Βορρᾶ, εἶτε πρὸς Νότο, ὄχι ὅμως πρὸς τὴν Ἀνατολή, ἀναλόγως σὲ ποιὰ μεριὰ εἶναι τοποθετημένα τὰ κόλλυβα, μὴ μετακινούμενοι οὐδόλως ἐκ τῆς Ὡραίας Πύλης.
Τὴν σήμερον στὴν Ἑλλάδα, μεγάλο μέρος τῶν Κληρικῶν συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν Ἐπισκόπων, παρασυρθέντες, τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἀντικανονικῶς πρὸς τὴν Δύση. Καὶ στὴν Κύπρο, καὶ στὴν Αὐστραλία παρατηρήσαμε Ἑλληνορθόδοξους Ἐπισκόπους νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὴν Δύση ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη.
Μὲ μεγίστη ἔκπληξη ἐπίσης μάθαμε ὅτι ἄλλοι Χριστιανοί, μεσήλικες μάλιστα, δὲν ἔχουν δεῖ ποτὲ τὸν Ἱερέα στὴν Ἑλλάδα νὰ τελεῖ τὸ Μνημόσυνον κατ’ Ἀνατολάς!
Ὅμως καὶ τὸ Μνημόσυνον προσευχὴ εἶναι, καὶ ἔτσι καὶ αὐτὸ πρέπει ἱεροκανονικῶς, ἁγιοπατερικῶς, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρας μας καὶ τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση νὰ τελεῖται πρὸς Ἀνατολάς.
Τελεῖται πρὸς Ἀνατολάς, σημαίνει νὰ ἐξέρχεται ὁ Ἱερεὺς (καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς) τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ νὰ ἵσταται «ἐν τῷ μέσῳ» (στὴν εὐθεῖα μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό τῆς Ἁγίας Τραπέζης), μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου, μὲ τὸ πρόσωπον διὰ Προσ-Εὐχὴν, ἤτοι στραμμένος πρὸς Ἀνατολάς, ὅπως καὶ ὅλος ὁ Λαὸς πρὸς τὴν Ἀνατολή προσεύχεται.
Πάντως καὶ στὶς ἡμέρες μας εἴδαμε πρόσφατα παραδοσιακὴ τέλεση Μνημοσύνου στὴν Ἀθήνα, σὲ ἐνοριακὸ ναό.
Στὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς, καὶ παλαιά, καὶ σήμερα, τελοῦν τὰ Μνημόσυνα πρὸς τὴν Ἀνατολήν, καὶ σὲ Συλλείτουργο. Καὶ σὲ μοναστήρια τοῦ γ. Ἐφραίμ στὴν Ἀμερική, εἴδαμε ὅτι οἱ Ἱερεῖς πρὸς Ἀνατολάς τελοῦν τὸ Μνημόσυνον.
Στό δέ Ἅγιον Ὄρος, σύμφωνα μὲ τὸν π. Γεράσιμο Ἁγιορείτη: «σὲ μοναστήρια καὶ κελλιά, σὲ ὅσα Μνημόσυνα ἔτυχα (εἴτε Κτιτορικά, εἴτε Πατέρων) ὅλοι οἱ Ἱερεῖς Ἀνατολικὰ ἦταν στραμμένοι (λέω Ἱερεῖς “πληθυντικό”, γιατί στὰ Κτιτορικά, λόγῳ πανηγύρεως τοῦ Καθολικοῦ, λαμβάνουν μέρος πολλοὶ Ἱερεῖς καὶ Διάκοι)».
Στὶς ἑπόμενες ἑνότητες θὰ μελετήσουμε Τυπικά, ἐτήσια Τυπικά (Δίπτυχα), Ἱερατικά, καὶ ἄλλες πηγές, καὶ φυσικὰ τὴν ζῶσα Παράδοση, σχετικὰ μὲ τὴν τέλεση τοῦ Μνημοσύνου.
Τὸ ἰσχῦον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ΤΜΕ)
Τό ΤΜΕ δὲν ἔχει λεπτομέρειες γιὰ τὸ Μνημόσυνον (τὸ ὁποῖον θεωρεῖται αὐτονόητο), ἀλλὰ γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον ἀναφέρει:
«… εἶτα ψάλλονται τὰ Τροπάρια Μετὰ πνευμάτων δικαίων, μνημονεύονται ἐπὶ τῶν κολλύβων τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων …».
Μνημονεύονται λέει «ἐπὶ τῶν κολλύβων», ὄχι ἐξ ἀποστάσεως. Τὸ «ἐπὶ τῶν κολλύβων» εἶναι δηλωτικό ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἐξέρχεται τοῦ Βήματος καὶ τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ ἄρα τελεῖ τὸ Μνημόσυνον πρὸς Ἀνατολάς (πρβλ. ὑποσ. 1).
Τὸ ΤΜΕ καίτοι δὲν ἀναφέρει ἀκριβῶς τὴν θέσιν τῶν κολλύβων γιὰ τὸ Μνημόσυνον/Ψυχοσάββατον (προφανῶς τὰ μνημόσυνα δὲν ἤθελαν ἰδιαίτερη ἐπεξήγηση καθότι τελοῦνται τακτικότατα), ὑπονοεῖται ὅμως ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, ὅπως ἡ Παράδοσις μᾶς κληρονόμησε καὶ τὸ εἴδαμε στὴν νεότητά μας στὶς ἐνορίες, καὶ ὅπως τὸ ἀναφέρει τό ΤΜΕ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ὅπως:
Γιὰ τὴν Ἀρτοκλασία, λέγοντας: «ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἱερεὺς … ἵστανται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ὅπου εἰσὶ προτεθειμένοι οἱ ἄρτοι, οἶνος καὶ ἔλαιον».
Ἐπίσης γιὰ τὴν Παγκόσμιο Ὕψωση τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἔχει: «Ὁ ἱερουργῶν Ἱερεύς … φέρει τὸν Σταυρὸν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ ἔνθα ἵσταται τὸ Τετραπόδιον ηὐτρεπισμένον, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ περιελθών τρὶς ἵσταται, καὶ βλέπων πρὸς Ἀνατολὰς, κρατῶν δὲ εἰς χεῖρας τὸν δίσκον ἐκφωνεῖ Σοφία, ὁρθοὶ, …».
Ἐπίσης καὶ γιὰ τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τό ΤΜΕ ἔχει: «… ὁ δὲ Πατριάρχης (ἢ ὁ Ἀρχιερεὺς) κατέρχεται τοῦ Θρόνου καὶ ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, ἔνθα κεῖται ἡ τράπεζα καὶ τὸ δοχεῖον τοῦ Ἁγιασμοῦ, φορῶν ἐπιτραχήλιον καὶ ὠμόφορον».
Ἄρα, ἡ σωστὴ τάξη τοῦ Μνημοσύνου εἶναι νὰ τεθοῦν τὰ κόλλυβα στὸ «κέντρο», «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (ὅπως παλαιὰ στὶς ἐνορίες, τὸ ὁποῖον εἴδαμε νὰ ἀκολουθεῖται καὶ σήμερα) ἢ ὁπωσδήποτε στὴν ἴδια εὐθεῖα μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας), καὶ ὁ Ἱερεύς νὰ τελέσει τὸ Μνημόσυνον μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα μὲ τὸ πρόσωπον γιὰ προσευχή δηλ. στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολή.
Τὸ Τυπικὸν τοῦ π. Γεωργίου Ῥήγα (1908)
Τὸ Τυπικὸν τοῦ π. Γεωργίου Ῥήγα ἀναφέρει στό Κεφάλαιον ΚΗʹ, «7. Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου»: «Μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον Εὐχήν, ἐξέρχονται οἱ Ἱερεῖς [ἐννοεῖται ἐκτὸς τοῦ Βήματος] μετὰ κηρίων ἀνημμένων καὶ ἵστανται πέριξ τῶν κολλύβων». Δὲν ἀναφέρει καθόλου τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἐννοεῖται τὸ σύνηθες, ἤτοι «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, περίπου κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλαιο, καὶ φυσικὰ οἱ Ἱερεῖς νὰ εἶναι στραμμένοι πρὸς Ἀνατολάς.
Ἡ Παράδοσις νὰ ἐξέρχονται οἱ Ἱερεῖς «μετὰ κηρίων ἀνημμένων» πού ἀναφέρει ἤδη ἀπὸ τό 1908 ὁ π. Γεώργιος Ῥήγας, εἶναι ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «εἰπέ γάρ μοι, τί βούλονται αἱ λαμπάδες αἱ φαιδραί; οὐχ ὡς ἀθλητὰς αὐτοὺς [τοὺς κεκοιμημένους] προπέμπομεν;» [PG 63, 43].
Αὐτὴ ἡ παράδοσις εἴδαμε τηρεῖται σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ σὲ Σλαυικὲς ἐκκλησίες.
Ἡ παράδοσις αὐτὴ τηροῦνταν φυσικὰ καὶ στὴν Ἑλλάδα στὸ παρελθὸν, ἀφοῦ τὴν ἀναφέρει ὁ π. Γεώργιος Ῥήγας. Μάλιστα καὶ ὁ Γεώργιος Μπεκατῶρος ἀναφέρει τὴν παράδοση αὐτὴ τό 1966 (γιὰ τὶς ἐνορίες φυσικά), καὶ λέει ὅτι οἱ Ἱερεῖς «λαμπαδηφοροῦν», ὅπως θὰ δοῦμε καὶ παρακάτω.
Κατάλοιπο αὐτῆς τῆς παραδόσεως εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ ἐναπόθεση κεριῶν στὸ τραπέζι δίπλα στὰ κόλλυβα, σὲ ἐνορίες χωριῶν καὶ σὲ μοναστήρια. Σὲ ἀρχαῖες ἐποχὲς αὐτὰ τὰ κεριὰ διανέμονταν στοὺς πιστούς (οἱ Κληρικοὶ εἶχαν δικά τους ψυχοκέρια) κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μνημοσύνου. Σήμερα συνήθως ἀνάβονται ὅλα μαζί στὰ μανουάλια, καὶ ἐπίσης τὰ ἀναμμένα κεριὰ ἀντὶ νὰ τὰ κρατᾶνε οἱ ἄνθρωποι, τὰ «κρατοῦν» πλέον τὰ κόλλυβα.
Γιὰ νὰ ἀντιπαραθέσουμε τὸ ἰσχῦον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας (ΤΜΕ), αὐτὸ ἀναφέρει ὅτι καὶ στὴν Ἀρτοκλασία ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἱερεὺς ἐξέρχονται «φέροντες εἰς χεῖρας λαμπάδας». Ὅμως καὶ ὁ Λαὸς κρατοῦσε λαμπάδες παλαιά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ Τυπικόν Ἀγρυπνίας τοῦ 1933.
Τὸ αὐτὸ Τυπικὸν τοῦ π. Γ. Ῥήγα ἀναφέρει καὶ γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον: «Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Ἑσπερινοῦ ἐξερχόμενοι ἐν τῷ νάρθηκι ποιοῦμεν ἐκεῖ Παννυχίδα ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων …». Ἄρα τελεῖται τὸ Μνημόσυνον (Παννυχίδα) πρὸς τὴν Ἀνατολή, καὶ τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται εἴτε στὸ ὕψος τοῦ Νάρθηκα (ἂν γίνει στὸν Νάρθηκα ἡ Παννυχίδα), εἴτε «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (πρβλ. §1), ἐννοεῖται στὸν κεντρικὸ (διαμήκη) ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα, ἐὰν γίνει ἡ Παννυχίδα στὸν κυρίως Ναό.




