Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου πρὸς τὴν Ἀνατολήν τελεῖται – 3ον

Share:

Τοῦ κ. Παναγιώτου Δ. Παπαδημητρίου, PhD

3ον

Ἐτῶν 1983, 1984, 1989, 1994,

1997, 1998, 1999, 2000, 2001

Τὸ ἐπίσημο Ἡμερολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ 1983, τοῦ 1984, τοῦ 1989, καὶ τὰ (μετονομασθέντα πλέον) Δίπτυχα τοῦ 1994, 1997-2001, ἐπίσης, Μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχουν καμία σημείωση τύπου Μπεκατώρου (βλ. §11),  ἀλλὰ ἔχουν τὸν Κανόνα εἰς Κοιμηθέντας, ἀπό θʹ ᾠδῆς τὸν Εἱρμό, εἶτα τό Τρισάγιον, τὰ Ἀπολυτίκια, τὴν Ἐκτενῆ δέησιν, καὶ τὰ τροπάρια Μετὰ πνευμάτων, κ.λπ., καὶ μετὰ καταγράφει πῶς «μνημονεύονται τὰ ὀνόματα τῶν Κεκοιμημένων»: «Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, ….».

Ἐτῶν 2002, 2003, 2007

Τὰ Δίπτυχα ὅμως τοῦ 2002, 2003, ὡς μὴ ὤφειλαν, υἱοθέτησαν τὴν μοντερνιστικὴ «τάξη» τῆς Τάξεως τοῦ Μπεκατώρου (1957, 1977, 1986), ἡ ὁποία δυστυχῶς «πέρασε» ἤδη ἀπὸ τὸ 1962 καὶ στὰ νεωτερίζοντα Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ὡς θὰ δοῦμε παρακάτω, ὅπου μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, ἔχουν: «… Νῦν ἀπολύεις (οὗ ἀναγινωσκομένου, ἐξέρχεται ὁ ἱερεύς, φέρων ἐπιτραχήλιον, εἰς τὰ Βημόθυρα, ἔνθα καὶ παραμένει μέχρις τῆς ἀπολύσεως τῆς ἀκολουθίας) …».

Τὰ Δίπτυχα τοῦ 2007 ἐπίσης, διατηροῦν τὴν τάξη τοῦ Μπεκατώρου ἐλαφρῶς παραλλαγμένη, ὅπου μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, ἔχουν: «Μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις (κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ ὁποίου ὁ ἱερεὺς φέρων ἐπιτραχήλιον ἐξέρχεται εἰς τὰ Βημόθυρα, ὅπου καὶ παραμένει μέχρις τῆς ἀπολύσεως) …».

Ἀλήθεια, ποιὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς μοντερνιστικῆς παγκόσμιας παραφωνίας (ἢ μᾶλλον ἀταξίας) στὰ Δίπτυχα τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπ. Χριστοδούλου, καὶ ποῖος ὁ ἐγκέφαλος αὐτῆς;

Ἐτῶν 2008, 2009, 2017, 2025

Τὰ Δίπτυχα τοῦ 2008, τοῦ 2009, τοῦ 2017, καὶ τοῦ 2025, εὐτυχῶς ἔβγαλαν τὴν μοντερνιστικὴ αὐτὴ σημείωση, ἀλλὰ ἡ ζημιὰ στὴν Παράδοση ἔχει ἤδη γίνει, καὶ πρέπει νὰ ἀντιστραφεῖ. Μετὰ τὸν Νεκρώσιμο κανόνα, … καὶ τὴν ἐκφώνησιν Ὅτι ἐλεήμων, ἀναφέρουν:

«… Μετὰ πνευμάτων δικαίων κ.λπ., καὶ μετὰ ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ δεσπότου Χριστοῦ [ὄχι ἐν τῷ μέσῳ], κάτωθι τῆς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ ὑπὲρ τῶν ἀποιχομένων κόλλυβα, ἐκφωνεῖ τὸ μνημόσυνον τῶν κεκοιμημένων …», παρόμοια μὲ τοῦ Μπεκατώρου (Τάξις 1977, 1986).

Τὸ «πρὸ τῆς εἰκόνος» κυριολεκτικά σημαίνει «μπροστά ἀπό τὴν εἰκόνα», «ἐνώπιον τῆς εἰκόνος», ἄρα κάτω ἀπὸ τὰ Βημόθυρα καὶ τὰ σκαλιά, μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, βλέπων φυσικὰ (ὁ Ἱερεὺς) πρὸς Ἀνατολάς. Πρέπει ὅμως νὰ τονισθεῖ τὸ πρὸς Ἀνατολάς (μήπως κανεὶς ἑρμηνεύσει τὸ «πρὸ τῆς εἰκόνος» καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν, «πλαγίως» γιὰ παράδειγμα), καὶ λόγῳ τῆς παρούσης καταστάσεως τελέσεως τῶν Μνημοσύνων πρὸς τὴν Δύση, π.χ. ὡς:

«ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος πρὸ τῶν κολλύβων ποὺ κατὰ τὴν Παράδοσιν τοποθετοῦνται ἐν τῷ μέσῳ (πρβλ. §1), ἐκφωνεῖ τὸ μνημόσυνον τῶν κεκοιμημένων, ἐστραμμένος πρὸς Ἀνατολάς».

Θρησκευτικὴ καὶ Ἡθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία (ΘΗΕ)

Μετὰ τὰ Τυπικά, τὰ ἐνιαύσια Τυπικά, καὶ τὰ Δίπτυχα ποὺ εἴδαμε στὶς προηγούμενες παραγράφους, ἄλλος ἕνας παράγοντας (φορέας) τοῦ μοντερνισμοῦ αὐτοῦ ἦταν ἡ Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια (1962 − 1968).

Στὸν τόμο Ηʹ (1966) ὑπάρχει τό θέμα «Μνημόσυνον» ὅπου ἡ ἑνότητα «Τάξις Λατρείας» εἶναι ἄρθρο τοῦ Γεωργίου Μπεκατώρου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὁ μοντερνισμός, οἱ Ἱερεῖς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνο ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη:

«… ἐξερχομένων τοῦ Ἱεροῦ Βήματος λαμπαδηφορούντων … τῶν τελετουργούντων πρεσβυτέρων μετὰ τῶν διακόνων καὶ ἱσταμένων πρὸ τῶν Βημοθύρων, ἄρχονται οἱ χοροὶ ψάλλοντες τοὺς διὰ τὰς ἀκολουθίας τῶν ἀποιχομένων ἐκλεγέντας στίχους τοῦ ριηʹ ψαλμοῦ (τοῦ Ἀμώμου) … . … . Πληρωθέντων τῶν εὐλογηταρίων … κοντάκιον Μετὰ τῶν Ἁγίων … τὰ ἀναπαύσιμα τροπάρια Μετὰ πνευμάτων δικαίων …».

Ξεκάθαρα λέει ὅτι οἱ Κληρικοὶ ἵστανται πρὸς τῶν Βημοθύρων στὸ Μνημόσυνον. Δηλ. προωθεῖ ἀντικανονικῶς τοὺς Κληρικοὺς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἐξ ἀποστάσεως, ἀφ’ ὑψηλοῦ, καὶ πρὸς τὴν Δύση ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. Αὐτὸ εἶναι ξεκάθαρος μοντερνισμὸς, καὶ προώθηση τῆς λατινογενοῦς πλάνης versus populum, βάσει τῶν προηγουμένων πού ἀναφέραμε. Φαίνεται ἐπίσης καὶ ἡ σύνδεση τοῦ μοντερνισμοῦ τοῦ Ψυχοσαββάτου μὲ τὴν πρὸς Δυσμὰς τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου.

«Ἀπαντήσεις» εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, Ἰωάννου Μ. Φουντούλη

Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης ἀσχολεῖται μὲ τὸ Νῦν ἀπολύεις τοῦ Ἑσπερινοῦ (τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐδῶ λόγῳ τοῦ μοντερνισμοῦ τοῦ Ψυχοσαββάτου πού εἴδαμε) στὴν ἀπορία #365: «Τὸ Νῦν ἀπολύεις στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ λέγεται ἀπὸ τὸν Ἱερέα μὲ τὸ μέτωπο πρὸς τὸν λαὸ ἢ πρὸς τὴν Ἁγία Τράπεζα;»

Ἡ τελικὴ ἀπάντηση τοῦ Φουντούλη εἶναι ὅτι «Τὸ ζήτημα πρὸς ποῖο μέρος θὰ εἶναι ἐστραμμένος ὁ Ἱερεὺς κατὰ τὴν ἀπαγγελία τοῦ Νῦν ἀπολύεις εἶναι ἑπομένως ἀνύπαρκτο, ἀφοῦ κατὰ τὴν ὀρθὴ τάξι δὲν λέγεται ἀπὸ τὸν Ἱερέα».

Ἂν ἀνατρέξουμε στὰ παλαιὰ Τυπικά, στὸ Τυπικὸν Ἁγίου Σάββα, καὶ στὰ Τυπικὰ ποὺ δίνονται στὸν Δημητριέφσκη, παρατηροῦμε ὅτι δὲν διαχωρίζουν νὰ τὸ λέει Ἱερεὺς τὸ Νῦν ἀπολύεις. Βλέπουμε διατυπώσεις ὅπως:

«Δόξα, καὶ νῦν θεοτοκίον [ἀποστίχων]. Εἶτα τὸ Νῦν ἀπολύεις, τὸ τρισάγιον, τὸ Παναγία Τριὰς σὺν τῷ Πάτερ ἡμῶν. Ἐκφωνεῖ ὁ Ἱερεὺς Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία καὶ ἡ δύναμις, καὶ ἡμεῖς τὸ ἀπολυτίκιον τοῦ ἤχου ἢ τὸ Θεοτόκε Παρθένε, λέγοντες αὐτὸ ἐκ γʹ».

Ὅμως τὸ θέμα δὲν εἶναι ἀνύπαρκτο, ὅπως λέει ὁ Φουντούλης, ἀλλὰ ὑπαρκτό, διότι:

Ὅλα τὰ Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (πρὶν ἀπὸ τὸν Φουντούλη) μέχρι καὶ τὰ σημερινά (μετὰ ἀπὸ τὸν Φουντούλη), ὅπως θὰ δοῦμε ἔχουν τὸν Ἱερέα νὰ λέει τὸ Νῦν ἀπολύεις. Καὶ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1962, ἔχει νὰ τὸ λέει: «ὁ ἱερατικῶς Προϊστάμενος, ἢ ὁ Ἱερεύς».

Καὶ στὰ μοναστήρια πού τὸ λέει ὁ ἡγούμενος ἢ ὁ προεστώς ὄρθιος ἀπὸ τὸ στασίδι του, ἔστω γνωστόν ὅτι τὸ στασίδι τοῦ ἡγουμένου, ὅπως καὶ ὁ ἐπισκοπικός θρόνος, παραδοσιακῶς, πρὸς Ἀνατολάς βλέπουν στὴν Ἐκκλησία μας. Ἂν τύχει καὶ τὸ λέει ἀπὸ ἄλλης θέσεως καὶ προσανατολισμένος ὅπως τύχει, αὐτὸ ὑποδηλώνει ἄγνοια ἢ ἀδιαφορία τοῦ προεστῶτος.

Ἀφοῦ λοιπόν, πλέον ὁ Ἱερεύς (ἢ φυσικά ὁ Ἐπίσκοπος ὅταν εἶναι παρών) λέει τό Νῦν ἀπολύεις στὶς ἐνορίες, λογίζεται Προσευχή, δὲν λογίζεται ἁπλά Στίχος. Ἄρα πρὸς Ἀνατολάς πρέπει νὰ λέγεται.

Ἱερατικά

Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ τὸ κατ’ ἐξοχὴν βιβλίον τῶν Ἱερέων, τό Ἱερατικόν, τὶ γράφουν σχετικὰ στὶς ἀπολύσεις τοῦ Ἑσπερινοῦ μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, καὶ γιὰ τὰ Μνημόσυνα (ὅσα κἂν γράφουν κάτι σχετικό).

Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895

Στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ καὶ στὸν Μεγάλο, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχει καμία τάξη/σημείωση τύπου Μπεκατώρου, δηλ. νὰ στέκεται ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι πέρατος τῆς ἀκολουθίας» (βλ. §11).

Στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ ἀναφέρει:

«ὁ χοροστατῶν Ἱερεύς [ἐννοεῖται πρὸς Ἀνατολάς, διότι εἶναι «ἔσωθεν», ὅπως φαίνεται παρακάτω] λέγει τό, Νῦν ἀπολύεις· ὁ δὲ Ἀναγνώστης ἐλθὼν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ καὶ ἀτενίζων πρὸς τὸ Ἱερόν [πρὸς Ἀνατολάς] λέγει τό, Ἅγιος ὁ Θεός, τρίς, … Πάτερ ἡμῶν· … ὁ δὲ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία· … ». Μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια ἔχει: «Μεθ’ ὃ ὁ Ἱερεὺς ἐξελθὼν τοῦ Βήματος, καὶ στὰς πρὸ τῶν Ὡραίων Πυλῶν [ἐννοεῖ πρὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, ἢ ἁγίων θυρῶν, ἢ βημοθύρων], ἐστραμμένος πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, λέγει [τὰς Δεήσεις]· Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου· κτλ. εἶτα τὴν ἐκφώνησιν· Ὅτι ἐλεήμων· καὶ εὐθύς· Σοφία. Ὁ ὢν εὐλογητός· ὁ χοροστατῶν Ἱερεύς· Στερεώσαι Κύριος ὁ Θεός· ὁ Ἱερεὺς· Δόξα Σοι Χριστὲ ὁ Θεὸς, ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, δόξα Σοι· καὶ ἡ συνήθης Ἀπόλυσις».

Τὸ αὐτὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895, στὴν ἑνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου ἔχει ἐπίσης τοὺς (πολλοὺς) Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου (καὶ ὄχι νὰ ἵστανται ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ – versus populum – στὴν Ὡραία Πύλη, καὶ νὰ τελοῦν ἐξ ἀποστάσεως τὸ Μνημόσυνον, ὅπως σήμερα) :

«Ἐὰν ᾖ ἐπιμνημόσυνος τελετή, μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχὴν οἱ Ἱερεῖς ψάλλοντες τό, Μετὰ πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων κτλ. ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ ἱστάμενοι ἐν τῷ Σολέᾳ [προφανῶς ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων βλέποντες πρὸς Ἀνατολάς] μνημονεύουσι κατὰ σειρὰν τῶν προαπελθόντων, καὶ εἰσελθόντες ποιοῦσιν ὅσα ἀνωτέρω προγέγραπται».

Ἱεροτελεστικόν (Ἱερατικόν), Χρυσοστόμου Βʹ, 1948

Καὶ αὐτὸ τὸ Ἱερατικὸν (ὑπὸ τοῦ Μητρ. Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως, καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, Χρυσοστόμου Βʹ), στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ καὶ στὸν Μεγάλο, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχει καμία σημείωση τύπου Μπεκατώρου (βλ. §11).

Στὸν Μικρὸ καὶ Μεγάλο Ἑσπερινὸ ἀκολουθεῖ καὶ ἐπεξηγεῖ περαιτέρω τὴν τάξιν τοῦ Ἱερατικοῦ 1895.

Ἀναλύει ὅτι τὸ Νῦν ἀπολύεις, μὴ χοροστατοῦντος Ἀρχιερέως ἢ Ἱερέως [ὅπως συνήθως συμβαίνει στὶς Ἐνορίες], «ἐκφωνεῖται ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος παρὰ τοῦ Ἱερέως», ἐννοεῖται ἐκ τῆς οἰκείας θέσεώς του ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης, φυσικὰ βλέποντος πρὸς Ἀνατολάς.

Μετὰ τὸ Τρισάγιον (Πάτερ ἡμῶν), πού τὸ λέγει «ὁ Ἀναγνώστης μεθιστάμενος ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, καὶ στὰς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ πρὸ τοῦ Ἀρχιερατικοῦ θρόνου καὶ πρὸς Ἀνατολὰς προβλέπων», ἐπεξηγεῖ περαιτέρω ὅτι: «Ὁ δὲ Ἱερεύς, ἐξακολουθῶν νὰ ἵσταται πρὸ τῆς Ἁγίας Τραπέζης [βλέπων πρὸς Ἀνατολάς], ἐκφωνεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του ταύτης τό: Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία…».

Προφανῶς ἀπὸ τότε εἶχαν ἤδη ἀρχίσει μοντερνισμοί, καὶ ἀναγκάστηκε νὰ τὸ ἐπεξηγήσει τόσο ἀναλυτικά.

Στὴν συνέχεια, μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια ἀπὸ τοὺς Χορούς: «Ὁ Ἱερεύς, μετὰ τὴν τούτων συμπλήρωσιν, προέρχεται μικρόν, καί, στὰς πρὸ τῶν ἁγίων θυρῶν καὶ πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου προσβλέπων, ἐκφωνεῖ, τῶν Χορῶν ψαλλόντων ἐναλλὰξ μεθ’ ἑκάστην δέησιν τό Κύριε, ἐλέησον· (ἅπαξ): Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς … . Ἔτι δεόμεθα …».

Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις: «Πρὸς τὸν Λαὸν εἶτα στραφεὶς ὁ Ἱερεύς, λέγει ἐκφώνως: Σοφία. …. Ὁ ὢν εὐλογητὸς Θεὸς ἡμῶν ….».

Εἶτα ὁ χοροστατῶν Προϊστάμενος ἢ ὁ Ἀναγνώστης κατέρχεται τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ στραφεὶς πρὸς Ἀνατολάς, λέγει ἐν εὐλαβείᾳ: «Στερεώσαι Κύριος ὁ Θεὸς …». Ὁ Χορός Ἀμήν.

Ὁ Ἱερεὺς, ἀφ’ ἧς ἵσταται θέσεως, ποιεῖ πρῶτον σχῆμα πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, καὶ εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἐκφωνεῖ: Δόξα Σοι ὁ Θεός, … Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν (ἐν Κυριακῇ) … ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Ποιήσας δὲ τρὶς τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καὶ ὑποκλιθείς, λέγει: Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, … .

Στὴν ἑνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου συμφωνεῖ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, καὶ ἔχει ἐπίσης τοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου:

«Ἐὰν ᾖ ἐπιμνημόσυνος τελετή, μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχὴν οἱ Ἱερεῖς ψάλλοντες τό, Μετὰ πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων κτλ. ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ ἱστάμενοι ἐν τῷ Σολέᾳ [προφανῶς ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων βλέποντες πρὸς Ἀνατολάς] μνημονεύουσι κατὰ σειρὰν τῶν προαπελθόντων, καὶ εἰσελθόντες ποιοῦσιν ὅσα ἀνωτέρω προγέγραπται».

Ἱερατικόν 1951, Ἀποστολικῆς Διακονίας (τὸ πρῶτο Ἱερατικόν τῆς Ἀ.Δ.)

Καὶ τὸ πρῶτο ἐπίσημο Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (1951), στὸν Μικρὸ Ἑσπερινὸ καὶ στὸν Μεγάλο, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις δὲν ἔχει καμία τάξη/σημείωση τύπου Μπεκατώρου, δηλ. νὰ στέκεται ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι πέρατος τῆς ἀκολουθίας» (βλ. §11).

Ἐν γένει συμφωνεῖ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1895.

Καὶ τὸ Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία (μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, καὶ τὸ Τρισάγιον), ὁ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ, καὶ μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια ἐξέρχεται τοῦ Βήματος, ἱστάμενος πρὸ τῶν ἁγίων θυρῶν.

Καὶ στὴν ἑνότητα τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου συμφωνεῖ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, καὶ ἔχει ἐπίσης τοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ νὰ ἵστανται στὸν Σολέα γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου.

 

Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου πρός τήν Ἀνατολήν τελεῖται – 2ον

  Next Article

Οι περί Αναστάσεως του Χριστού κακόδοξες και αλλόκοτες δοξασίες της εταιρείας «Σκοπιά»