Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,
τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΙΣ ΤΗΣ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ
Μὲ νόμο ποὺ ἄρχισε νὰ ἰσχύει ἀπὸ τὶς 10.12.2015, εἰσήχθη στὸν γερμανικὸ Ποινικὸ Κώδικα τὸ ἔγκλημα τῆς «συστηματικῆς ὑποβοήθησης τῆς αὐτοκτονίας» (geschaftsmaessige Foerderung der Selbsttoetung), τὸ ὁποῖο ἐτέθη ὡς ἄρθρο 217 στὴν θέση τοῦ καταργηθέντος ἀπὸ τὸ 1998 ἐγκλήματος τῆς παιδοκτονίας. Στὴν διάταξη αὐτὴ προβλεπόταν ὅτι: «Ὅποιος, μὲ σκοπὸ νὰ ὑποβοηθήσει τὴν αὐτοκτονία ἄλλου, παρέχει ἢ δημιουργεῖ σὲ αὐτὸν τὴν εὐκαιρία νὰ τὴν τελέσει ἢ μεσολαβεῖ γιὰ τέτοια εὐκαιρία, τιμωρεῖται μὲ στερητική τῆς ἐλευθερίας ποινὴ μέχρι τριῶν ἐτῶν ἢ μὲ χρηματικὴ ποινή».
Ἔτσι, ὁλοκληρώθηκε ἡ νομοθετικὴ διαβούλευση ποὺ εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ τὸ 2006 μὲ ἀντικείμενο τὴν τιμώρηση τῶν πράξεων ὑποβοήθησης τῆς αὐτοκτονίας ἰδίως ἀπὸ ὀργανώσεις, οἱ ὁποῖες ἀνέπτυσσαν τέτοια δράση ἐντὸς Γερμανίας· ταυτοχρόνως, τερματίσθηκε μία φιλελεύθερη γερμανικὴ παράδοση 140 χρόνων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία ἀποτελοῦσε παντάπασιν μὴ ἀξιόποινη συμπεριφορά.
Μὲ τὴν ἐν λόγῳ διάταξη τοῦ 2015 εἶχε ἀπαγορευθεῖ τόσο ἡ βοήθεια γιὰ τὴν τέλεση αὐτοκτονίας ποὺ εἶναι προϊὸν ἐλεύθερης στάθμισης τοῦ αὐτόχειρα καὶ παρέχεται ἐκ μέρους σωματείων, ὅσο καὶ ἡ ἀντίστοιχη βοήθεια ποὺ δίδεται σὲ τακτικὴ βάση ἀπὸ ἕνα ἰατρό. Μέλημα τοῦ νομοθέτη ἦταν νὰ ἀποτρέψει τὴν δημιουργία μίας κοινωνικῆς ἀντίληψης ποὺ ἀντιμετωπίζει τὴν ὑποβοηθούμενη αὐτοκτονία ὡς κάτι τὸ φυσιολογικό. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα, ἡ ὑπὸ συζήτησιν διάταξη διεπόταν ἀπὸ ἕνα διπλὸ προστατευτικὸ σκοπό, στὸ μέτρο ποὺ κατέτεινε στὴν προστασία ἀφ’ ἑνός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀφ’ ἑτέρου τῆς αὐτονομίας τοῦ προσώπου ἀπὸ τοὺς ἀφηρημένους κινδύνους ποὺ συνεπάγεται ἡ συστηματικὴ ὑποβοήθηση τῆς αὐτοκτονίας.
Ὡστόσο, μὲ τὴν ἀπὸ 26.2.2020 ἀπόφασή του, τὸ Ὁμοσπονδιακὸ Συνταγματικὸ Δικαστήριο τῆς Γερμανίας ἔκρινε ἀντισυνταγματικὴ τὴν ὡς ἄνω ποινικὴ διάταξη (ἀκυρώνοντας τὸν σχετικὸ νόμο μὲ τὸν ὁποῖο εἰσήχθη), στὸ μέτρο ποὺ ἔθιγε τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτη στὸν αὐτοκαθοριζόμενο θάνατο (Recht auf ein selbstbestimmtes Sterben).
Ἀπὸ τὶς τυποποιήσεις καὶ ἀξιολογήσεις τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ποὺ κατεγράφησαν στὸ προηγούμενο μέρος τοῦ παρόντος ἀφιερώματος σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴν προμνημονευθεῖσα γερμανικὴ ἀπόφαση, προκύπτει ὅτι, ἐνδεχομένως, ἔχει ἤδη προετοιμασθεῖ τὸ ἔδαφος γιὰ μία ἀκόμη πιὸ φιλελεύθερη μεταχείριση τῆς ὑποβοηθούμενης αὐτοκτονίας καὶ ἐν γένει τῆς εὐθανασίας, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείεται, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ στὴν Ἑλλάδα νὰ ἀποποινικοποιηθεῖ. Ἀξιομνημόνευτη εἶναι καὶ ἡ νέα τάση ποὺ καταγράφεται στὴν νομολογία τοῦ γερμανικοῦ Ἀκυρωτικοῦ: Αὐτὸ ἀπεφάνθη ὅτι δὲν εἶναι ἀξιόποινος ἕνας ἰατρός, ὁ ὁποῖος δὲν παρέχει βοήθεια σὲ ἕνα ἀναίσθητο αὐτόχειρα ποὺ ἀποφάσισε αὐτόνομα νὰ θέσει τέρμα στὴν ζωή του, μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι τὸ καθῆκον προστασίας – διάσωσης τῆς ζωῆς ὑποχωρεῖ ἔναντι τοῦ δικαιώματος αὐτοδιαθέσεως τοῦ αὐτόχειρος [1].
ΧΙΤΛΕΡΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ
Σημειωτέον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς κλασσικῆς σχολῆς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου Κὰρλ Μπίντινγκ (Karl Binding), «υἱοθετῶν τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόψεις τοῦ Nietzsche, ἀντιμετώπιζε, ὁμοῦ μετὰ τοῦ ψυχιάτρου A. Hoche, τὴν εὐθανασίαν ὡς ἐκμηδένισιν ἀναξίας πρὸς τὸ ζῆν ζωῆς (Vernichtung lebensunwerten Lebens), μὴ δυναμένου κατ’ αὐτὸν νὰ γίνη ἐπὶ τοῦ προκειμένου λόγος περὶ ἀνθρωποκτονίας ὑπὸ τὴν δικαιικὴν τοῦ ὅρου ἔννοιαν», δηλ. περὶ ἐγκλήματος [2]. Ὑπὲρ τοῦ ἀτιμωρήτου τῆς εὐθανασίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κανόνος volenti non fit iniuria («οὐδεὶς ἀδικεῖται ἑκών»), τασσόταν καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἰταλικῆς Θετικῆς Σχολῆς Ἐνρίκο Φέρρι (Enrico Ferri) [3].
Οἱ ἀπόψεις αὐτές, βεβαίως, ἀνακαλοῦν στὴν μνήμη μας τὶς ἀποκρουστικὲς θέσεις τοῦ ἐθνικοσοσιαλιστικοῦ καθεστῶτος κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ἀποτροπιασμὸ προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπὸ 1.9.1939 χιτλερικῆς διαταγῆς (Hilterelrass), ἄρχισαν νὰ ἐκτελοῦνται ὁμαδικῶς ὅσοι διανοητικῶς πάσχοντες δὲν ἦσαν σὲ θέση νὰ ἐργασθοῦν. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς ποὺ προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους σὲ ψυχιατρικὰ ἱδρύματα, κληθέντες νὰ συμπληρώσουν καταλόγους μὲ τὰ ὀνόματα ἐκείνων τῶν νοσηλευομένων ἀσθενῶν ποὺ ἦσαν ἀνίκανοι νὰ ἐργαστοῦν, ὥστε νὰ μεταφερθοῦν σὲ μέρη, ὅπου θὰ θανατώνονταν, ἀποφάσισαν, μετὰ ἀπὸ μεγάλη ἐσωτερικὴ πάλη καὶ δραματικὲς συζητήσεις μὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν ἱδρυμάτων, νὰ ἀναγράψουν στοὺς καταλόγους μερικοὺς ἀπὸ τοὺς νοσηλευομένους, χαρακτηρίζοντας ψευδῶς τοὺς ὑπολοίπους ὡς ἱκανοὺς νὰ ἐργασθοῦν, προκειμένου μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ σώσουν τουλάχιστον τοὺς τελευταίους. Ἂν οἱ ἰατροὶ αὐτοὶ εἶχαν ἀρνηθεῖ νὰ συμπράξουν, θὰ εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἐθνικοσοσιαλιστὲς ἰατροὺς ποὺ θὰ συμπλήρωναν τοὺς καταλόγους “εὐσυνειδήτως”, ὁπότε θὰ θανατώνονταν ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς. Ὅποιοι δέχθηκαν νὰ συμπράξουν, σώζοντας τὴν πλειονότητα τῶν τροφίμων τῶν ἱδρυμάτων, δικάσθηκαν ὡς συμμέτοχοι στὶς ἀνθρωποκτονίες ποὺ διαπράχθηκαν σὲ βάρος τῶν ὑπολοίπων» [4].
Συνταρακτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀφήγηση τοῦ Πέτερ Φρίτσε (Peter Fritzsche) στὸ βιβλίο του «Ζωὴ καὶ Θάνατος στὸ Τρίτο Ράιχ» [5]: «Ὅταν ξέσπασε ὁ πόλεμος, ἡ ἐπιστράτευση τῶν γιατρῶν στὸ μέτωπο καὶ ἡ σταδιακὴ ἔλλειψη ἰατρικῶν ἐφοδίων μείωσε τὶς δυνατότητες τῶν κέντρων δημόσιας ὑγείας νὰ στειρώνουν “ἀνάξιες ζωές”. Ὡστόσο, ἐνόψει τοῦ πολέμου ἐπισπεύστηκαν τὰ σχέδια γιὰ τὴ δολοφονία τῶν “χαραμοφάηδων” ἢ τῆς “ἀνθρώπινης σαβούρας” στὰ ἄσυλα καὶ τὰ ψυχιατρικὰ καταστήματα τῆς Γερμανίας. Οἱ Ναζὶ ἐφάρμοζαν ὑποχρεωτικὴ εὐθανασία, γιὰ νὰ ἐκκαθαρίσουν τοὺς ἀνάπηρους ἀπὸ τὴ γενετικὴ δεξαμενὴ τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ οἱ συνθῆκες τοῦ πολέμου ἔδωσαν στὸ πρόγραμμα νομιμότητα καὶ κάλυψη. Στὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, πάνω ἀπὸ 5.000 παιδιὰ σκοτώθηκαν ἐπιτόπου ἀπὸ τοὺς φροντιστές τους, ποὺ συνήθως αὔξαναν τὴ δόση τῶν φαρμάκων, ἔτσι ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι τὰ θύματα εἶχαν “φυσικὸ θάνατο”. Ἐνήλικες ἀσθενεῖς, ὡστόσο, δολοφονοῦνταν μὲ δηλητηριώδη ἀέρια σὲ εἰδικὲς ἐγκαταστάσεις: γκρίζα λεωφορεῖα μετέφεραν τὰ θύματα στὸ Γκράφενεκ τῆς Βυρτεμβέργης, στὸ Μπέρνμπουγκ κοντὰ στὸ Ντεσάου καὶ στὸ Χάνταμαρ τῆς Ἔσσης. Ὅπως καὶ μὲ τὴν περίπτωση τῶν παιδιῶν, στὰ θύματα περιλαμβάνονταν ἄτομα μὲ σωματικὲς ἢ πνευματικὲς ἀναπηρίες, καὶ τυφλοὶ καὶ κωφάλαλοι. Τελικὰ οἱ μηνύσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀπειλοῦσαν οἱ συγγενεῖς τῶν θυμάτων τὰ νοσοκομεῖα, οἱ ἀνησυχίες τῶν ντόπιων κατοίκων ποὺ ἀναρωτιοῦνταν γιὰ πιὸ λόγο “ἐξαφανίζονταν” οἱ ἀσθενεῖς –“σὲ κάποιο χωριὸ τῆς Νότιας Γερμανίας, οἱ ἀγρότισσες ἀρνήθηκαν νὰ πουλήσουν κεράσια σὲ νοσοκόμες τοῦ τοπικοῦ κρατικοῦ νοσοκομείου”– καὶ τελικά, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1941, ἡ ἀνοικτὴ καταγγελία τῆς ἀκούσιας εὐθανασίας ἀπὸ τὸν Κλέμενς Ἄουγκουστ φὸν Γκάλεν, καθολικὸ ἐπίσκοπο τοῦ Μύνστερ τῆς Βεστφαλίας, προέτρεψε τὸν Χίτλερ νὰ διατάξει τὴν κατάργηση τῶν κέντρων θανάτωσης. Περισσότεροι ἀπὸ 70.000 Γερμανοὶ μὲ ἀναπηρίες εἶχαν δολοφονηθεῖ σὲ μία ἐπιχείρηση πού, σύμφωνα μὲ τοὺς μακάβριους ὑπολογισμοὺς ἑνὸς ἁρμόδιου, ὑποσχόταν νὰ ἐξοικονομήσει γιὰ τὸ γερμανικὸ κράτος 885.439.980 μάρκα καὶ 13.492.440 κιλὰ κρέας μέσα σὲ δέκα χρόνια.
Οἱ “εὐθανασίες” ἦταν ἕνα προοίμιο τοῦ Ὁλοκαυτώματος. Μέσῳ τῆς δοκιμῆς καὶ τοῦ λάθους, καὶ ἀποτιμώντας τὰ διάφορα στάδια τῆς διαδικασίας θανάτωσης, ἀπὸ τὸν ἐντοπισμὸ τῶν ἀσθενῶν μέχρι τὴ μεταφορά τους στοὺς τόπους ἐξόντωσης, τὶς δολοφονίες μὲ ἀέρια σὲ εἰδικοὺς θαλάμους καὶ τὴν καταστροφὴ τῶν πτωμάτων, καὶ ἐπιστρατεύοντας εἰδικοὺς ἰατροὺς ποὺ ἐργάζονταν μυστικὰ μὲ ποικίλους παραπλανητικοὺς εὐφημισμοὺς, γιὰ νὰ συγκαλύψουν τὸ ἔργο τους, οἱ Ναζὶ προετοίμασαν τὴν γραφειοκρατικὴ ὑποδομὴ καὶ ἔστησαν τὶς γέφυρες ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν στὴν ἐξόντωση τῶν Ἑβραίων καὶ τῶν Τσιγγάνων.
Τὸ θέμα τῆς εὐθανασίας προκάλεσε ἔντονες συζητήσεις μεταξὺ τῶν Γερμανῶν. Τὰ ἐπικριτικὰ λόγια τοῦ ἐπισκόπου φὸν Γκάλεν ἐξαπλώθηκαν σὰν πυρκαγιὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1941. Ἡ ταινία “Ich klage an” (“Κατηγορῶ”), ποὺ προβλήθηκε περίπου τὸν ἴδιο καιρὸ καὶ ὑποστήριζε τὸ δικαίωμα νὰ πεθάνει κανεὶς μὲ τὴ θέλησή του, ἄφησε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς θεατὲς της (περὶ τὰ 18 ἑκατομμύρια) νὰ ἀναρωτιοῦνται καὶ νὰ θέτουν ἐνοχλητικὰ ἐρωτήματα. Ὁ Franz Goll στὸ Βερολίνο συμφωνοῦσε ὅτι οἱ ἀθεράπευτα ἀσθενεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ μποροῦν νὰ δίνουν τέλος στὴ ζωή τους, ἀλλὰ δὲν ἐμπιστευόταν τοὺς Ναζὶ γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά. “Εἶναι πολὺ πιθανό”, σημείωνε ἐπιφυλακτικά, “τὸ ἐθνικοσοσιαλιστικὸ κράτος νὰ χρησιμοποιήσει ἕνα τέτοιο νόμο, γιὰ νὰ τὸν μετατρέψει σὲ καθῆκον ὅσων δὲν ἔχουν τὰ οἰκονομικὰ μέσα καὶ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν κρατικὴ μέριμνα, νὰ ἀπαρνηθοῦν, λίγο πολὺ ‘ἐθελούσια’ τὶς ζωὲς τους”. Στρατιῶτες ἀπὸ τὸ μέτωπο ἐπίσης πῆραν μέρος σὲ ἔντονες ἀντιπαραθέσεις γύρω ἀπὸ τὴ στείρωση καὶ τὴν εὐθανασία. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ συγγραφέας Χάινριχ Μπέλ, ποὺ σὰν πιστὸς Καθολικὸς ἐναντιωνόταν καὶ στὰ δύο. “Τὰ ἐπιχειρήματα τῆς πίστης μας εἶναι ἁπλῶς πανίσχυρα”, ἔγραψε στὴ σύζυγό του. Ὡστόσο, αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα λίγο μέτρησαν μέσα στὴ γενικὴ σιωπὴ γιὰ τὴ μοῖρα τῶν Γερμανοεβραίων ποὺ τοὺς ἴδιους ἐκείνους μῆνες στιγματίζονταν δημοσίως καὶ ἐκτοπίζονταν. Ὁ ἐπίσκοπος φὸν Γκάλεν δὲν ἀνέφερε τοὺς Ἑβραίους οὔτε μία φορὰ στὰ κηρύγματά του ἢ τὴν ἰδιωτικὴ ἀλληλογραφία του. Ὁ Saul Friedlander ἐπισημαίνει ὅτι ἡ διαμαρτυρία τοῦ Γκάλεν ἦταν «ἡ μοναδικὴ φορὰ στὴν ἱστορία τοῦ Τρίτου Ράιχ ποὺ ἐξέχοντες ἐκπρόσωποι τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν τῆς Γερμανίας ἐξέφρασαν δημόσια καταδίκη γιὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραττε τὸ καθεστώς”. Οἱ ἀντιπαραθέσεις ἐπάνω στὸ θέμα τῆς εὐθανασίας ἀποκάλυψαν τὰ ὅρια τῶν “ὁρίων στὴν συμπόνια”, ἀλλὰ τὸ ἔκαναν γιὰ ἕνα ζήτημα ποὺ κάλλιστα θὰ μποροῦσε νὰ ἀγγίξει σχεδὸν ὁποιονδήποτε».
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ποινικὴ ἐπιστήμη στὰ μέσα τοῦ 20οῦ αἰώνα, ξεχώριζε ἡ ἀπορριπτική τοῦ ἀτιμωρήτου τῆς εὐθανασίας ἄποψη τοῦ ἀείμνηστου Χαράλαμπου Τζωρτζόπουλου, καθηγητῆ Ποινικοῦ Δικαίου στὴν Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι «κατ’ οὐδένα τρόπον δύναται νὰ δικαιολογηθῆ μία τοιαύτη καταδώρησις καὶ ὅτι ὁ ἰατρὸς ὅστις ἐπιταχύνει τὸ τέλος τοῦ ὑπὸ δεινῶν, π.χ. ἀλγηδόνων, τυραννουμένου ἑτοιμοθανάτου, πράττει ἀνθρωποκτονίαν ἀδίκως. Ἡ ἀντίθετη διδασκαλία ὀφείλεται, κατ’ αὐτόν, εἰς σκέψεις κακῶς νοουμένης φιλανθρωπίας. Πλὴν τῶν μεγάλων κινδύνων, οὕς θὰ διέτρεχεν ἡ ἀνθρωπίνη ζωή, ἐὰν ἐδίδετο εἰς ἰατροὺς ἢ ἴσως καὶ εἰς τοὺς μὴ ἰατροὺς τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζουν εὐθανασίαν εἰς τοὺς ἑτοιμοθανάτους (;), ἡ τοιαύτη πρᾶξις δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῆ, διότι πᾶσα στιγμὴ τῆς ζωῆς ἀνθρώπου εἶναι πολύτιμος εἴτε δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν μελλοθάνατον, εἴτε δι’ ἄλλα μετ’ αὐτοῦ στενῶς συνδεδεμένα πρόσωπα» [6].
ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1960
Ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι «μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀρχικὰ δὲν γίνονταν καθόλου συζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς εὐθανασίας. Ἀπὸ τὰ μέσα ὅμως τῆς δεκαετίας τοῦ ΄60, καὶ δὴ μὲ τὴν πρόοδο τῶν μεταμοσχεύσεων (ἰδίως καρδιᾶς) καὶ τὴν ραγδαία ἀνάπτυξη τῆς ἰατρικῆς τεχνολογίας, μαζὶ μὲ τὴν ἀνάγκη ἐπαναπροσδιορισμοῦ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ θανάτου, προέκυψε ἀνάγκη ἐπανόδου σὲ συζητήσεις σχετικὰ μὲ τὴν εὐθανασία, δεδομένου ὅτι τὸ πεδίο μετάβασης στὸν θάνατο ἐπιμηκύνθηκε (ἰδίως μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῶν Μονάδων Ἐντατικῆς Θεραπείας) καὶ ἀπὸ “σημειακὸ” ποὺ συνήθως ἦταν παλαιότερα, μπορεῖ νὰ προσμετρᾶται ἀκόμη καὶ σὲ ἔτη» [7].
Σημειώσεις:
[1] Kaspar, Ποινικὰ Χρονικὰ 2019, σελ. 721 ἑπ. [2] Βουγιούκας, Εὐθανασία καὶ ἀνθρωποκτονία ἐν συναινέσει, Ἀφιέρωμα εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Βαβοῦσκον, 1991, σελ. 49 ἑπ., σελ. 58. [3] Βουγιούκας, ὅ.π., σελ. 60. [4] Μαγκάκη, Ἡ σύγκρουσις καθηκόντων ἐν τῷ Ποινικῷ Δικαίῳ, Ἀθῆναι 1955, σελ. 130 ἑπ. [5] Μτφ.: Β. Ἀβραμίδου / Κ. Δεσποινιάδης, ἔκδ. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 121 ἑπ. [6] Τζωρτζόπουλος, Ἐγχειρίδιον τοῦ Οὐσιαστικοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, Ά΄, Γενικὸν Μέρος, 1936, σελ. 243. Πολέμιοι τῆς ἀτιμωρησίας τῆς εὐθανασίας ὑπῆρξαν καὶ οἱ Κ. Κωστὴς (Ἑρμηνεία τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντος Ποινικοῦ Νόμου, τ. Β΄, Εἰδικὸν Μέρος, 3η ἔκδ., 1906, σελ. 405 ἑπ., 423) καὶ Τ. Ἡλιόπουλος (Σύστημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, Β΄, τευχ. α΄ , ἐπιμ. Ν. Χωραφᾶ, 1927, σελ. 18). Ἐπ’ αὐτοῦ βλ. Βουγιούκα, ὅ.π., σελ. 61/62, ὁ ὁποῖος, πάντως, τασσόταν ὑπὲρ τῆς ἀποποινικοποιήσεως (τοῦ «ἀνεγκλήτου») τῆς εὐθανασίας, ἀλλὰ «μὲ τὴν ἀπαραίτητον ἐξασφάλισιν ὅλων τῶν οὐσιωδῶν ἐγγυήσεων πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένων καταχρήσεων» (σελ. 69). [7] Βοῦλτσος, Ἡ Ποινικὴ Προβληματική τῆς Εὐθανασίας, 2006, σελ. 31.




