Ἡ ὀρθόδοξος ἀποστολή, τὸ διεθνὲς δίκαιον καὶ τὰ ὅρια τῆς γεωπολιτικῆς διαπραγματεύσεως

Share:

Ἡ Χάλκη δέν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέση γεωπολιτικὸν ἀντάλλαγμα

Τοῦ κ.  Ἀλεξίου Π. Παναγοπούλου, καθηγητοῦ καὶ ἀκαδημαϊκοῦ, (DDDr. Dr.Habil.)

  Διεθνῶς ὅπως πλέον διαφαίνεται ὁ Ἰσραηλινὸς Νετανιάχου εἶναι κάθετα ἀντίθετος μὲ τὰ F35 στοὺς Τούρκους καθὼς καὶ τὶς σχετικὲς πτητικὲς μηχανές, κι εἶναι ἕνα σημεῖο σημαντικὸ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Πολλὰ θέματα μπλέκονται καὶ σίγουρα ἀφοροῦν τὴν δική μας τὴν ἑλληνικὴ πλευρά.

Σὲ πρόσφατο πρωτοσέλιδο τῆς ἐφημερίδας “Ἑστία” ἐπαναφέρουν στὸ προσκήνιο ἕνα ζήτημα μὲ βαθὺ ἐκκλησιαστικό, νομικὸ καὶ γεωπολιτικὸ περιεχόμενο. Ἐφόσον οἱ πληροφορίες ποὺ δημοσιεύονται ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα, εἶναι ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ποὺ δὲν ἀντιμετωπίζεται πλέον ἀποκλειστικὰ ὡς θέμα συνταγματικῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἢ ἀποκατάστασης μίας ἱστορικῆς ἀδικίας, ἀλλὰ ἐνδέχεται νὰ ἐντάσσεται σὲ ἕνα εὐρύτερο πλαίσιο διεθνῶν διαπραγματεύσεων, ποὺ ἀφορᾶ τὶς σχέσεις Ἡνωμένων Πολιτειῶν μὲ Μέση Ἀνατολή, Τουρκία καὶ Ἑλλάδα, καθὼς καὶ τὶς ἰσορροπίες στὸ ΝΑΤΟ καὶ τὶς εὐρύτερες στρατηγικὲς ἐπιδιώξεις.

Ἐὰν πράγματι ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Σχολῆς συνδέεται μὲ γεωπολιτικὲς ἢ γεωστρατηγικὲς ἀνταλλαγές, τότε ἀνακύπτει ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα: μπορεῖ ἕνας ἐκκλησιαστικὸς θεσμὸς νὰ μετατρέπεται σὲ ἀντικείμενο διεθνοῦς πολιτικῆς διαπραγμάτευσης;

Ἀπὸ πλευρᾶς διεθνοῦς δικαίου, ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία ἀποτελεῖ θεμελιῶδες ἀνθρώπινο δικαίωμα. Ἡ ἐλευθερία ἵδρυσης καὶ λειτουργίας θεολογικῶν ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων προστατεύεται ἀπὸ τὶς διεθνεῖς συμβάσεις περὶ ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἀνταλλάγματα ἢ τὶς στρατηγικὲς συμφωνίες μεταξὺ τῶν κρατῶν.

Ὅταν ἡ ἄσκηση ἑνὸς θεμελιώδους δικαιώματος ἐμφανίζεται ὡς προϊὸν διαπραγμάτευσης, δημιουργεῖ­ται προβληματισμὸς ὄχι μόνο πολιτικὸς ἀλλὰ καὶ νομικός. Ἡ ἱστορικὴ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ὑπῆρξε ἀπολύτως συγκεκριμένη: ἡ κατάρτιση Ὀρθόδοξων κληρικῶν, ἡ διαφύλαξη τῆς ὀρθόδοξης θεολογικῆς παράδοσης καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀποστολικῆς συνέχειας τῆς Ἐκκλησίας.

Δὲν ἱδρύθηκε ὡς διαθρησκειακὸ ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα οὔτε ὡς γενικὴ σχολὴ θρησκειολογικῶν σπουδῶν καὶ μελετῶν. Ἡ φυσιογνωμία της ὑπῆρξε ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν νομοκανονικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἐφόσον ἐπιβεβαιώνονταν οἱ πληροφορίες ὅτι ἡ σύνθεση τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἢ τῶν σπουδαστῶν θὰ καθοριζόταν οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε κρατικὲς ἐπιλογὲς ἢ ὅτι θὰ μεταβαλλόταν ὁ ὀρθόδοξος χαρακτήρας της μέσῳ τῶν διαθρησκειακῶν δομῶν, τότε τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἦταν μόνο ἐκκλησιολογικό, ἀλλὰ διοικητικὸ καὶ νομικό.

Τότε, θὰ ἀποκτοῦσε καὶ τὶς σοβαρὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ νομοκανονικὲς διαστάσεις. Καθότι μία Ὀρθόδοξη Ἱερατικὴ Σχολὴ ἀνώτατη ἢ κατώτατη ἢ μέση ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ πρωτίστως τὴν προετοιμασία τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου. Δυστυχῶς ὁ Φράγκικος τρόπος ἐπιρροῆς τῆς Ἑσπερίας ἐπεκράτησε ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’80 στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔκλεισε τὶς κατώτατες καὶ μέσες ὀρθόδοξες ἱερατικὲς σχολὲς καὶ τὶς μετέτρεψε ἀτυχῶς σὲ ἐκκλησιαστικὰ γυμνάσια καὶ λύκεια μεταβάλλοντας τὴν ἀποστολὴ καὶ τὸ χαρακτήρα τους στὰ φράγκικα πρότυπα (ἐνῶ μέχρι σήμερα αὐτὲς λειτουργοῦν στὶς ὀρθόδοξες σλαβικὲς ἐκκλησίες ὡς καθαρὰ ὀρθόδοξες ἱερατικὲς σχολές).

Ὁ διάλογος μὲ ἄλλες θρησκεῖες σήμερα ἀποτελεῖ διαχρονικὴ πραγματικότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας· ἡ μεταβολὴ ὅμως τῆς ὀρθόδοξης ταυτότητας ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ συναποτελεῖ διαφορετικὸ ζήτημα.

Ἡ σχετικὴ συζήτηση δὲν εἶναι καινούργια. Ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἡ Χάλκη συνδέθηκε μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογικὴ πορεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ μὲ τὴ συμμετοχή του στοὺς διαχριστιανικοὺς διαλόγους.

Κάποιοι ὑποστηρικτὲς αὐτῆς τῆς Οἰκουμενιστικῆς πορείας θεωροῦν ὅτι πρόκειται γιὰ ἔκφραση τῆς οἰκουμενικῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο. Ἀντιθέτως, σημαντικὸς ἀριθμὸς ὀρθόδοξων θεολόγων καὶ μοναχῶν διατυπώνει σοβαρὲς ἀντιρρήσεις, θεωρώντας ὅτι ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμὸς ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ ὀρθοδόξου θεολογικοῦ διαλόγου καὶ δημιουργεῖ ἐκκλησιολογικὰ καὶ νομοκανονικὰ προβλήματα. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἄποψη τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, μὲ τὸ βιβλίο του: Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι Αἵρεση.

Στὸ πλαίσιο αὐτό, ὁσιακὲς μορφὲς καὶ προσωπικότητες, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς χαρακτήρισαν τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ ὡς «παναίρεση», ἐνῶ ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης εἶχε ἐκφράσει δημόσιες ἐπιφυλάξεις ἀπέναντι στὶς φιλενωτικὲς πρωτοβουλίες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀθηναγόρα Α΄.

Εἴτε συμφωνεῖ εἴτε διαφωνεῖ κανεὶς μὲ τὶς ἀπόψεις αὐτές, δὲν μπορεῖ νὰ παραγνωρίζει ὅτι ἐκφράζουν ἕνα ὑπαρκτὸ καὶ διαχρονικὸ ρεῦμα μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἀπαιτεῖται ἐπίσης νὰ διακρίνεται ἡ ἔννοια τῆς Οἰκουμενικότητας ἀπὸ ἐκείνη τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἡ Οἰκουμενικότητα ἀποτελεῖ δογματικὴ ἰδιότητα καὶ ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητας καὶ πολιτισμοῦ.

Ὁ οἰκουμενισμός, ἀντιθέτως, ἀποτελεῖ συγκεκριμένη θεολογικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἔντονης ἐσωτερικῆς συζήτησης στὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ διάκριση αὐτὴ δὲν εἶναι λεκτικὴ ἀλλὰ οὐσιαστική.

Ἐάν, συνεπῶς, διατυπωθεῖ μία νέα μορφὴ λειτουργίας τῆς Χάλκης κι ἐὰν θὰ συνδυάσει τὶς ἤδη διατυπωμένες θεολογικὲς ἐπιφυλάξεις μὲ ἕνα θεσμικὸ σχεδιασμὸ ὑπὸ ἰσχυρὴ κρατικὴ ἐπιρροὴ ἢ μὲ διεθνῆ διαθρησκειακὴ οἰκουμενιστικὴ ἐκπαιδευτικὴ φυσιογνωμία, τότε εὔλογα τίθεται τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσον θὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ ἀρχικοῦ χαρακτήρα τῆς ἱστορικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ἢ ἕνα μοντέρνο διαφορετικὸ ἵδρυμα, προσ­αρμοσμένο στὶς ἀπαιτήσεις τῆς σύγχρονης γεωπολιτικῆς πραγματικότητας τῆς ἐρημίας τῶν πόλεων.

Ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Χάλκης θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει ἱστορικὸ γεγονὸς μεγάλης σημασίας γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἐφόσον ἐξασφαλίζονται πλήρως ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ αὐτονομία, ἡ ὀρθόδοξη ταυτότητα καὶ ἡ ἀνεξαρτησία της ἀπὸ κρατικὲς ἢ διεθνεῖς πολιτικὲς σκοπιμότητες. Ἡ προστασία τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας δὲν μπορεῖ νὰ μετατρέπεται σὲ ἀντικείμενο γεωπολιτικοῦ συμψηφισμοῦ οὔτε ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀποστολὴ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ στρατηγικὲς ἐπιδιώξεις τῶν κρατῶν καὶ τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς.

Τὸ πραγματικὸ ἐρώτημα, ἑπομένως, ἴσως δὲν εἶναι ἐὰν θὰ ἀνοίξει ἡ Χάλκη. Τὸ οὐσιαστικὸ ἐρώτημα εἶναι ποιὰ Χάλκη θὰ ἀνοίξει: μία αὐθεντικὴ Ὀρθόδοξη Θεολογικὴ Σχολή, πιστὴ στὴν ἱστορικὴ καὶ κανονική της ἀποστολή, ἢ ἕνας νέος θεσμὸς προσαρμοσμένος στὶς ἀνάγκες τῆς διεθνοῦς γεω-σκοπιμότητας.

Ἡ ἱστορία διδάσκει ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι ἐκκλησιαστικοὶ θεσμοὶ ἐπιβιώνουν, ὅταν παραμένουν πιστοὶ στὴν ἀποστολή τους. Ἀντιθέτως, ὅταν μετατρέπονται σὲ ἐργαλεῖα γεωπολιτικῶν ἰσορροπιῶν, κινδυνεύουν νὰ ἀπολέσουν ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ τοὺς προσδίδει τὴν ἱστορικὴ καὶ πνευματική τους ἀξία. Ἰδίως ὅταν δὲν λαμβάνεται ὑπόψη ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἡ UNESCO, ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάννης καὶ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου.

  Next Article

Ο αγώνας του Επισκόπου Αργυροκάστρου Παντελεήμονα για την Βόρειο Ήπειρο