Ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν Πίστιν μας

Share:

Γράφει ὁ κ. Δρ. Διομήδης Χ. Σταμάτης, Καθ. Πανεπιστημίου

1ον

Ὅσοι μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνατραφήκαμε μὲ εὐσεβῆ δόγματα καὶ ἀκολουθοῦμε σὲ ὅλα τὴν Μία, Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία πιστεύουμε ὅτι:

• Ἡ μοναδικὴ ὁδὸς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα, στὸ ἔργο καὶ στὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὰ συνεχιζόμενα εἰς τὸ σῶμα Αὐτοῦ, τὴν Ἁγία Ἐκκλησία.

• Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μόνο ἀληθινὸ φῶς. (Ἰωάν. 8: 12 καὶ Ἰωάν. 3: 19). Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα φῶτα, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσουν, οὔτε ἄλλα ὀνόματα ποὺ μποροῦν νὰ μᾶς σώσουν· «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις, ἐν ᾧ δεῖ σωθεῖναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4: 14).

Ὅλα τὰ ἄλλα πιστεύματα, ὅλες οἱ θρησκεῖες, ποὺ ἀγνοοῦν καὶ δὲν ὁμολογοῦν τὸν Χριστὸ «ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα» (1 Ἰωάν. 3: 19), εἶναι ἀνθρώπινα κατασκευάσματα καὶ ἔργα τοῦ Διαβόλου, (1 Ἰωάν. 3: 8-10 καὶ Ἐφεσ. 6: 11) δὲν ὁδηγοῦν στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ στὴν διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναγέννηση, ἀλλὰ πλανοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια.

Ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πιστεύουμε εἰς τὴν Ἁγία Τριάδα, καὶ δὲν ἔχουμε τὸν ἴδιο Θεὸ μὲ καμιὰ ἄλλη θρησκεία· οὔτε μὲ τὶς λεγόμενες μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸν Μωαμεθανισμό, οἱ ὁποῖες δὲν πιστεύουν στὴν Ἁγία Τριάδα.

Ἐπὶ δύο χιλιάδες χρόνια ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἔχει μείνει σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν Ἀποστόλων. Αὐτὰ τὰ λόγια ἔχουν φυλαχθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ ἀποτελοῦν τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς αἰώνιας σωτηρίας μας. Δὲν κάμφθηκε ἀπὸ τοὺς σκληροὺς διωγμοὺς τῶν Ἰουδαίων ἀρχικὰ καὶ τῶν εἰδωλολατρῶν στὴ συνέχεια κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Ἂν καὶ ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τοὺς διωγμούς, ἀνέδειξε πλῆθος μαρτύρων καὶ ἀκολουθεῖ μέχρι σήμερα ὡς νικήτρια τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόδείξη ὅτι πραγματικὰ ἡ θεϊκή της προέλευση, ἦταν, εἶναι καὶ θὰ μείνει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὅπως λέγει θαυμάσια ὁ Ἅγ. Ἰωάν. Χρυσόστομος (Ὁμιλία πρὸ τῆς ἐξορίας, ΕΠΕ 33, 386):

«Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον… Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῆς, ἢ ἐνίκησας ἢ ἐνικήθης, Ἐκκλησίαν δὲ ἐὰν πολεμῆς, νικῆσαί σε ἀμήχανον· ὁ Θεὸς γὰρ ἐστιν ὁ πάντων ἰσχυρότερος». Καὶ ἀλλοῦ γράφει: «Ἐκκλησίας οὐδὲν ἴσον. Μή μοι λέγε τείχη καὶ ὅπλα· τείχη γὰρ τῷ χρόνῳ παλαιοῦνται, ἡ Ἐκκλησία δὲ οὐδέποτε γηρᾶ. Πόσοι ἐπολέμησαν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο. Αὕτη δὲ ὑπὲρ τὸν οὐρανὸν ἀναβέβηκε. Τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾷ· ἐπιβουλευομένη περιγιένεται· ὑβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα καὶ οὐ καταπίπτει ὑπὸ τῶν ἑλκῶν· κλυδωνίζεται ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται ἀλλὰ ναυάγιον οὒχ ὑπομένει· παλαίει ἀλλ’ οὒχ ἡττᾶται· πυκτεύει ἀλλ’ οὐ νικᾶται» (P. G. 52, 397).

Μετὰ τὴν κατάπαυση τῶν διωγμῶν καὶ τὸν θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, δηλαδὴ τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ἐσωτερικοὶ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας ἄρχισαν νὰ πολλαπλασιάζονται. Ἐμφανίσθηκαν οἱ ποικίλες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἐπιχείρησαν νὰ ἀνατρέψουν καὶ νὰ νοθεύσουν τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν» (Ἰούδα 1: 3), ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ πάθουν σύγχυση καὶ νὰ ἀτονήσει ἡ ἐμπιστοσύνη τους στὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια καὶ στὰ παραδεδομένα.

Ὁ Μέγας Βασίλειος (Ἐπιστολὴ 90, ΕΠΕ 2, 20) σκιαγραφώντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση ποὺ δημιούργησε ἡ ἐπὶ σαράντα ἔτη κυριαρχήσασα, καὶ διοικητικά, αἵρεση τοῦ Ἀρείου λέγει: «Καταπεφρόνηται τὰ τῶν Πατέρων δόγματα, ἀποστολικαὶ παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς Ἐκκλησίαις ἐμπολιτεύεται· τεχνολογοῦσι λοιπόν, οὐ θεολογοῦσιν οἱ ἄνθρωποι· ἡ τοῦ κόσμου σοφία τὰ πρωτεῖα φέρεται παρωσαμένη τὸ καύχημα τοῦ Σταυροῦ. Ποιμένες ἀπελαύνονται, ἀντεισάγονται δὲ λύκοι βαρεῖς διασπῶντες τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ».

Ὅτι ἔγινε μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, τὶς θρησκεῖες, συνέβη καὶ μὲ τοὺς ἐσωτερικούς, τὶς αἱρέσεις. Ἡ Ἐκκλησία διὰ μεγάλων καὶ φωτισμένων Ἁγίων Πατέρων ὁριοθέτησε καὶ περιχαράκωσε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μὲ ἀποφάσεις Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων γιὰ συγκεκριμένες ἀμφισβητούμενες διδασκαλίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συμφωνία τῶν Πατέρων (consensus Patrum) γιὰ τὸ σύν­ολο τῶν θεμάτων τῆς πίστεως. Εἴμαστε πλέον ἀσφαλεῖς, ὅταν ἀκολουθοῦμε τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ δὲν μετακινοῦμε τὰ ὅρια ποὺ ἐκεῖνοι ἔθεσαν. Τὸ «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι» καὶ τὸ «μὴ μεταίρειν ὅρια Α ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν» ἀποτελοῦν σταθερὴ γραμμὴ πορείας καὶ ἀσφαλιστικὴ δικλεῖδα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ζωῆς. Δηλαδή, ὅλοι οἱ Πατέρες μᾶς ἐνθυμίζουν τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου: «ἄρα οὖν ἀδελφοὶ στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (2 Θεσ. 2:  15).

Διακηρύσσουμε ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση, καθὼς καὶ μήτρα αἱρέσεων καὶ πλανῶν· ἡ διδασκαλία τοῦ Filioque, τῆς ἐκπορεύσεως δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, εἶναι ἀντίθετη πρὸς ὅσα ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δίδαξε περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύνολος ὁ χορὸς τῶν Πατέρων καὶ σὲ Συνόδους καὶ ξεχωριστὰ θεωροῦν τὸν Παπισμὸ αἵρεση, διότι ἐκτὸς τοῦ Filioque παρήγαγε πλῆθος ἄλλων πλανῶν, ὅπως τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ πάπα, τὰ ἄζυμα, τὸ καθαρτήριο πῦρ, τὴν ἄσπιλο σύλληψη τῆς Θεοτόκου, τὴν κτιστὴ Χάρη, τὴν ἐξαγορὰ τῶν ἀφέσεων (indulgentiae), τὴν βλάσφημη θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου περὶ «θείας ἱκανοποιήσεως»· ἄλλαξε ὅλη σχεδὸν τὴν διδασκαλία καὶ πράξη γιὰ τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρῖσμα, τὴν Θεία Εὐχαριστία καὶ τὰ ἄλλα μυστήρια καὶ μετέτρεψε τὴν Ἐκκλησία σὲ κοσμικὸ κράτος.

• Ὁ σημερινὸς Παπισμὸς παρεξέκλινε πολὺ περισσότερο τοῦ μεσαιωνικοῦ Παπισμοῦ ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε δὲν ἀποτελεῖ πλέον συνέχεια τῆς ἀρχαίας Δυτικῆς Ἐκκλησίας.

• Εἰσήγαγε πλῆθος νέων ὑπερβολῶν στὴν «Μαριολογία», ὅπως τὴν διδασκαλία περὶ τῆς Θεοτόκου ὡς «συλλυτρώτριας» (corredemptrix) τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

• Ἐνίσχυσε τὴν «Χαρισματικὴ Κίνηση» πεντηκοστιανικῶν ὁμάδων, δῆθεν πνευματοκεντρικῶν.

• Υἱοθέτησε ἀνατολικὲς πνευματικὲς μεθόδους προσ­ευχῆς καὶ διαλογισμοῦ.

• Εἰσήγαγε νέες καινοτομίες στὴ Θεία Λατρεία, ὅπως τοὺς χοροὺς καὶ τὰ μουσικὰ ὄργανα.

• Συντόμευσε καὶ οὐσιαστικὰ κατέστρεψε τὴν Θεία Λειτουργία. Στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔθεσε τὶς βάσεις γιὰ τὴν Πανθρησκεία μὲ τὴν Β’ Βατικάνειο Σύνοδο, ἀναγνωρίζοντας τὴν «πνευματικὴ ζωὴ» τῶν ἀλλοθρήσκων.

• Ἐξακολουθεῖ νὰ στηρίζει τὴν «Οὐνία – ποὺ σημαίνει ἕνωση», αὐτὴν τὴν καρικατούρα τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ τὴν ὁποία ὡς δούρειο ἵππο ἐξαπατᾶ καὶ προσηλυτίζει πιστούς, διαψεύδοντας ἔτσι πανηγυρικὰ τὶς δῆθεν εἰλικρινεῖς προθέσεις της γιὰ ἕνωση.

• Γενικῶς ὑπάρχει ριζικὴ ἀλλαγὴ τοῦ Παπισμοῦ καὶ στροφὴ πρὸς τὸν Προτεσταντισμὸ μετὰ τὴν Β’ Βατικάνειο Σύνοδο, ὡς καὶ υἱοθέτηση διαφόρων “πνευματικῶν” κινημάτων τῆς «Νέας Ἐποχῆς».

• Κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, τὸν Μυσταγωγό, ὁ Παπισμὸς προκάλεσε στὴν Ἐκκλησία μεγαλύτερη ζημία ἀπὸ ὅση προκάλεσαν ὅλες μαζὶ οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα.

• Οἱ Ὀρθόδοξοι εἴχαμε κοινωνία μὲ τοὺς πρὸ τοῦ σχίσματος πάπες καὶ πολλοὺς πάπες τοὺς ἑορτάζουμε ὡς ἁγίους. Ὅμως οἱ μετὰ τὸ σχίσμα πάπες εἶναι αἱρετικοὶ καὶ ἀντίχριστοι, σύμφωνα καὶ μὲ τὰ λόγια τοῦ μεγάλου καὶ σύγχρονου Ἁγίου μας Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (Διδαχὴ Η). Οἱ Παπικοὶ δὲν εἶναι διάδοχοι στὸν θρόνο τῆς Ρώμης, διότι δὲν ἔχουν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὴν πίστη τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Διὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὸν καθένα πάπα «οὐ μόνον οὐ κοινωνικὸν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ αἱρετικὸν ἀποκαλοῦμεν».

• Καὶ ὅπως λέγει ὁ Ἄτλας τῆς Ὀρθοδοξίας Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Ἡμεῖς δι’ οὐδὲν ἄλλο ἀπεσχίσθημεν τῶν Λατίνων, ἀλλ’ ἢ ὅτι εἰσὶν οὐ μόνον σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοί». (ΚΕ΄ συνέλευση τῆς ψευδοσύνοδου Φερράρας. Βλέπε καὶ ΜΣΤ’ Ἀποστ. Κανόνα, σελ. 55).

Λόγῳ ὅλων αὐτῶν τῶν αἱρέσεων καὶ βλασφημιῶν ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν διδασκαλία περὶ τοῦ Filioque, ἔχασαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ὅλα σ’ αὐτοὺς εἶναι ἀχαρίτωτα. Κανένα μυστήριό τους δὲν εἶναι ἔγκυρο, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεών.«Βλασφημοῦσιν ἄρα οἱ καινοτόμοι καὶ πόρρω τοῦ Πνεύματός εἰσι, βλασφημοῦντες κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ οὐκ ἐν αὐτοῖς ὅλως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· διὸ καὶ τὰ αὐτῶν ἀχαρίτωτα, ὡς τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἀθετούντων καὶ ὑποβιβαζόντων αὐτό… διὸ καὶ τὸ Πνεῦμα οὐκ ἐν αὐτοῖς τὸ Ἅγιον, καὶ οὐδὲν πνευματικὸν ἐν αὐτοῖς καὶ καινὰ πάντα καὶ ἐξηλλαγμένα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ παρὰ τὴν θείαν παράδοσιν» (Διάλογος 23, 155:  120-21).

Τὰ ἴδια ἰσχύουν, σὲ πολὺ μεγαλύτερο βαθμό, γιὰ τὸν Προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ὡς τέκνο τοῦ Παπισμοῦ κληρονόμησε πολλὲς αἱρέσεις, προσέθεσε δὲ πολὺ περισσότερες· ἀπορρίπτει τὴν Παράδοση δεχόμενος μόνον τὴν Ἁγία Γραφὴ (Sola Scriptura), τὴν ὁποία παρερμηνεύει, καταργεῖ τὴν Ἱερωσύνη ὡς εἰδικὴ μυστηριακὴ Χάρη, τὴν τιμὴ τῶν Ἁγίων καὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ὑποτιμᾶ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, ἀπορρίπτει τὸν Μοναχισμό, ἀπὸ τὰ Ἅγια Μυστήρια δέχεται μόνον τὸ Βάπτισμα καὶ τὴν Θεία Εὐχαριστία, ἀλλοιώνοντας καὶ σ’ αὐτὰ τὴν διδασκαλία καὶ τὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκει τὸν ἀπόλυτο προορισμὸ (Καλβινισμὸς) καὶ τὴν ἐκ τῆς πίστεως μόνον δικαίωση, ἐσχάτως δὲ ἡ «προοδευτική» του μερὶς εἰσήγαγε τὴν «ἱερωσύνη» τῶν γυναικῶν καὶ τὸν γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων, τοὺς ὁποίους δέχονται καὶ στὴν «ἱερωσύνη». Κυρίως ὅμως στερεῖται ἐκκλησιολογίας, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὴν κατανοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.

Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κοινωνία μας, δηλαδὴ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες καὶ μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς, εἶναι μόνον ἡ ἐκ μέρους τους ἀποκήρυξη τῆς πλάνης καὶ ἡ μετάνοια, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ὑπάρξει ἀληθινὴ ἕνωση καὶ εἰρήνη· ἕνωση μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ ὄχι μὲ τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση.

Γιὰ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία ἡ κανονικὴ ἀκρίβεια ἀπαιτεῖ τὴν διὰ τοῦ Βαπτίσματος ἀποδοχή τους. Τὸ προηγούμενο «βάπτισμά» τους, τελούμενο ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς τὴν τρισσὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση τοῦ βαπτιζομένου ἐντὸς τοῦ δι’ εἰδικῆς εὐχῆς ἡγιασμένου ὕδατος καὶ ἀπὸ μὴ Ὀρθόδοξο ἱερέα, δὲν θεωρεῖται κἄν βάπτισμα· στερεῖται τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει στὰ σχίσματα καὶ στὶς αἱρέσεις, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομε τίποτε κοινὸ ποὺ νὰ μᾶς ἑνώνει, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος (Ἐπιστολὴ Κανονικὴ Α΄, πρὸς Ἀμφιλόχιον Ἰκονίου, Κανὼν Α΄ 1): «Οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκέτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτοῖς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν… οἱ δὲ ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον τὴν ἐξουσίαν, οὐκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος Ἁγίου παρέχειν, ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασιν». Εἶναι γι’ αὐτὸ ἀθεμελίωτη καὶ μετέωρη ἡ νέα προσπάθεια τῶν Οἰκουμενιστῶν νὰ προβάλλουν τὴν θέση ὅτι ἔχουμε κοινὸ βάπτισμα μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ ἐπάνω στὴν ἀνύπαρκτη βαπτισματικὴ ἑνότητα νὰ στηρίξουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δῆθεν ὑπάρχει ὅπου ὑπάρχει βάπτισμα (Στὸ κείμενο τῆς 9ης Γενικῆς Συνέλευσης τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στὸ Porto Alegre τῆς Βραζιλίας τὸ 2006, ποὺ ἔγινε δεκτὸ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ εἶχε ὡς τίτλο «Κληθεῖσες νὰ εἶναι Μία Ἐκκλησία» (Called to be the One Church), στὴν παράγραφο 8 ἀναφέρεται: «Ὅλοι οἱ βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ εἶναι ἑνωμένοι στὸ Σῶμα του». Στὴν παράγραφο 9: «Τὸ ὅτι ὅλοι μας ἀπὸ κοινοῦ ἀνήκουμε στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δίδει τὴν δυνατότητα στὶς ἐκκλησίες καὶ τὶς καλεῖ νὰ συμβαδίσουν ἀκόμη καὶ ὅταν διαφωνοῦν. Διαβεβαιώνουμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα βάπτισμα, ὅπως ἀκριβῶς ὑπάρχει ἕνα σῶμα καὶ ἕνα Πνεῦμα, μία ἐλπίδα τῆς κλήσεώς μας, ἕνας Κύριος, μία Πίστη, ἕνας Θεὸς καὶ Πατέρας ὅλων μας (Ἐφ. 4, 4-6)».

Στὴν Ἐκκλησία ὅμως εἰσέρχεται κανεὶς καὶ γίνεται μέλος της ὄχι μὲ τὸ οἱοδήποτε βάπτισμα, ἀλλὰ μὲ τὸ ἕνα καὶ ἑνιαίως τελούμενο βάπτισμα ἀπὸ ὀρθοδόξους ἱερεῖς ἔχοντας ἀκώλυτον τὴν Ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας. Παραμένει δὲ στὴν συνέχεια ὡς μέλος Της ἐφ’ ὅσον τηρεῖ ἀπαρασάλευτα ὅλες τὶς διδασκαλίες καὶ ἀποφάσεις της, μὴ προσθέτοντας μηδὲ ἀφαιρώντας, τὸ παραμικρόν. Τὰ λόγια τοῦ Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ εἶναι σαφέστατα (Λόγος Πρῶτος Ἀπολογητικός -πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας. P.G. 94, 1284Α): «ἡ γὰρ κατὰ σμικρον τῶν παραδεδομένων ἀφαίρεσις, ὡς ἐκ οἰκοδομῆς λίθων, θᾶττον ἅπασαν τὴν οἰκοδομὴν καταρρήγνυσιν».

Ἐφ’ ὅσον λοιπῶν οἱ αἱρετικοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν στὴν πλάνη, ἀποφεύγουμε τὴν μετ’ αὐτῶν κοινωνία, ἰδιαίτερα τὶς συμπροσευχές. Οἱ ἱεροὶ κανόνες στὸ σύνολό τους ἀπαγορεύουν ὄχι μόνο τὰ συλλείτουργα καὶ τὶς ἐντὸς τῶν ναῶν συμπροσευχές, ἀλλὰ καὶ τὶς ἅπλες συμπροσ­ευχὲς σὲ ἰδιωτικοὺς χώρους.

Ἡ αὐστηρὴ αὐτὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς προέρχεται ἀπὸ ἀληθινὴ ἀγάπη καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν σωτηρία τους καὶ ἀπὸ ποιμαντικὴ μέριμνα νὰ μὴν παρασυρθοῦν οἱ πιστοὶ στὴν αἵρεση. Διὰ τοῦ­το μισανθρωπίαν ὀνομάζει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (P. G. 91: 465) τὴν ἀδιαφορία μας πρὸς τοὺς αἱρετικούς: «Οὐ θέλων δὲ τοὺς αἱρετικοὺς θλίβεσθαι, οὐδὲ χαίρων τῇ κακώσει αὐτῶν, γράφω ταῦτα, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τῇ ἐπιστροφῇ μᾶλλον χαίρων καὶ συναγαλλόμενος. Τί γὰρ τοῖς πιστοῖς τερπνότερον τοῦ θεᾶσθαι τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα, συναγόμενα εἰς ἕν… μετὰ προσεχείας καὶ δοκιμασίας ποιεῖν τε καὶ ἐνεργεῖν τὰ καλὰ εἰς πάντας ἀνθρώπους, καὶ πᾶσι πάντα γινομένους, καθὼς ἕκαστος ἐπιδεῖται ὑμῶν, παρακαλῶν· πρὸς μόνον τὸ καθοτιοῦν αἱρετικοῖς συνάρασθαι εἰς σύστασιν τῆς φρενοβλαβοῦς αὐτῶν δόξης, σκληροὺς παντελῶς εἶναι ὑμᾶς καὶ ἀμειλίκτους βούλομαί τε καὶ εὔχομαι. Μισανθρωπίαν γὰρ ὁρίζομαι ἔγωγε, καὶ ἀγάπης θείας χωρισμόν, τὸ τῇ πλάνῃ πειρᾶσθαι διδόναι ἰσχὺν εἰς περισσοτέραν τῶν αὐτῇ προκατειλημμένων φθοράν».

Ὅποιος ἀγαπᾶ πραγματικά, φανερώνει τὴν ἀλήθεια, δὲν ἀφήνει τὸν ἄλλο στὸ ψεῦδος· διαφορετικὰ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ μετ’ αὐτοῦ ὁμόνοια καὶ εἰρήνη εἶναι ἐπίπλαστες καὶ ψεύτικες. Δηλαδὴ ὑποκρισίες! Βέβαια, αὐτὲς οἱ ὑποκρισίες φέρνουν πόλεμο καὶ εἰρήνη, ἂν δὲν ὑπάρχει συνεννόηση, θέληση καὶ ἀγάπη. Ὑπάρχει ὅμως καλὸς πόλεμος καὶ κακὴ εἰρήνη.«Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ» λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (ΕΠΕ 1: 176).

Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συνιστᾶ: «Εἰ ποὺ τὴν εὐσέβειαν παραβλαπτομένην ἴδοις, μὴ προτίμα τὴν Ὁμόνοιαν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ἵστασο γενναίως ἕως θανάτου… τὴν ἀλήθειαν μηδαμοῦ προδιδούς». (Εἰς Ρωμ. Ὁμιλία. 22, 2 P. G. 60, 611). Καὶ ἀλλοῦ προτρέπει μὲ ἔμφαση: «Μηδὲν νόθον δόγμα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήματι παραδέχησθε». (Εἰς Φιλιπ. Ὁμιλ. 2, 1: P. G. 62: 119).

Αὐτὴν τὴν στάση τῶν Πατέρων υἱοθέτησε καὶ ὁ μέγας ἀγωνιστὴς καὶ ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπέναντι στοὺς Λατίνους Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, ὁ ὁποῖος τὴν δική του Ὁμολογία Πίστεως στὴν Φλωρεντία κατακλείει μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:

«Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καὶ πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαὶ φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι. Τούτων οὖν ἐγὼ πάντων καταφρονήσας, ἀκολουθήσω τοῖς ἐν προσχήματι πεπλασμένης εἰρήνης ἑνωθῆναι κελεύουσι; Τοῖς τὸ ἱερὸν καὶ θεῖον σύμβολον κιβδηλεύσασι καὶ τὸν Υἱὸν ἐπεισάγουσι δεύτερον αἴτιον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Τὰ γὰρ λοιπὰ τῶν ἀτοπημάτων ἐῶ, τὸ γὲ νῦν ἔχον, ὧν καὶ ἕν μόνον ἱκανὸν ἦν ἡμᾶς ἐξ αὐτῶν διαστῆσαι. Μὴ πάθοιμεν τοῦτο ποτέ, Παράκλητε ἀγαθέ, μηδ’ οὕτως ἐμαυτοῦ τῶν καθηκόντων λογισμῶν ἀποπέσοιμι· τῆς δὲ σῆς διδασκαλίας καὶ τῶν ὑπὸ σοῦ ἐμπνευσθέντων μακαριῶν ἀνδρῶν ἐχόμενος, προστεθείην πρὸς τοὺς ἐμοῦς πατέρας, τοῦτο, εἰ μὴ τί ἄλλο, ἐντεῦθεν ἀποφερόμενος, τὴν εὐσέβειαν» (Ὁμολογία πίστεως ἐκτεθεῖσα ἐν Φλωρεντίᾳ, ἐν Documents relatifs au Concile de Florence, II, Oeuvres anticonciliaires de Marc d’Ephese, par L. PETIT, Patrologia Orientalis 17, 442).

Previous Article

Το ξεκάθαρο μήνυμα των ΗΠΑ στον κόσμο: Θα κυριαρχήσουμε ή θα σας σκοτώσουμε

Next Article

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ Ἤ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ