Μὴν κυριευθεῖτε, λοιπόν, ποτὲ ἀπὸ ἀγωνιώδη φροντίδα λέγοντας: Τί θὰ φᾶμε ἢ τί θὰ πιοῦμε ἢ μὲ ποιό ἔνδυμα θὰ ντυθοῦμε ; (Στίχ. 31)
Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ἐντελῶς τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ποὺ ἔχουν ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀξία, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτὰ ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα. Ἐσεῖς, ὅμως, μὴν ἀνησυχεῖτε γιὰ αὐτά, διότι ὁ οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὅτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσει. (Στίχ. 32)
Νὰ ζητᾶτε πρῶτα ἀπὸ ὅλα καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ποὺ ὁ Θεός σας ζητᾶ καὶ ὡς ὅρο γιὰ νὰ σᾶς χαρίσει τὰ ἀγαθὰ αὐτά. Καὶ τότε, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μὲ ἐκεῖνα. Μὴν κυριευθεῖτε, λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἀνήσυχη φροντίδα γιὰ ὅσα ἐνδέχεται νὰ παρουσιαστοῦν αὔριο. Διότι ἡ αὐριανὴ ἡμέρα θὰ φροντίσει γιὰ ὅλα ὅσα θὰ σᾶς συμβοῦν τότε. Ἀρκεῖ γιὰ τὴν κάθε ἡμέρα ἡ δική της σκοτούρα». (Στίχ. 33)
Ὁ ἀείμνηστος φιλόλογος – θεολόγος Νικόλαος Σωτηρόπουλος, ἑρμηνεύει συνοπτικὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα: «Ὁ Χριστὸς “καταδικάζει” τὴ βιοτικὴ μέριμνα. Ὄχι τὴν ἐργασία, ἀλλὰ τὴ μέριμνα. Καὶ μέριμνα ἐννοεῖ ἐδῶ τὴν ἀγωνιώδη καὶ ἀγχώδη φροντίδα, γιατί αὐτὴ προδίδει ὀλιγοπιστία καὶ ὑλοφροσύνη τῶν εἰδωλολατρῶν. Ὁ Θεός μας χάρισε τὴ ζωή. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴ ζωὴ ποὺ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν τροφή. Ἐπίσης, ἔδωσε τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία. Καὶ ἀφοῦ ἔδωσε τὰ ἀνώτερα, σῶμα καὶ ψυχή, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δώσει τὰ κατώτερα, ἐνδυμασία καὶ τροφή; Ὁ Χριστὸς παραπέμπει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἄλογη καὶ ἄψυχη φύση γιὰ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ αὐτήν. Παραπέμπει στὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ ποὺ δὲν σπέρνουν, ποὺ δὲν σπείρουν καὶ δὲν θερίζουν καὶ δὲν συνάγουν σὲ ἀποθῆκες, κι ὅμως ὁ Θεὸς φρόντισε νὰ τρέφονται καὶ αὐτά. Παραπέμπει ἐπίσης τὰ λουλούδια τοῦ ἀγροῦ, ποὺ δὲν κοπιάζουν καὶ δὲν γνέθουν, κι ὅμως ὁ Θεὸς τὰ ντύνει τόσο ὄμορφα, ποὺ οὔτε ὁ λαμπρότερος βασιλιᾶς τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὁ Σολομῶν ντύθηκε ποτὲ ἔτσι. Καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ τὴν τροφὴ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ δὲν εἶναι λογικὰ καὶ δὲν προορίζονται γιὰ τὴν αἰωνιότητα, καὶ γιὰ τὴν ἐνδυμασία τῶν ἐφήμερων λουλουδιῶν, τοῦ εὐτελοῦς χορταριοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν φροντίζει γιὰ τὴν τροφὴ καὶ τὴν ἐνδυμασία τοῦ ἀνθρώπου πολὺ περισσότερο; Ἄλλωστε, ὅση ἀγωνιώδη φροντίδα κι ἂν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἕνα πήχη δὲν μπορεῖ νὰ προσθέσει στὸ ἀνάστημά του. Ο Θεός, σὰν παντογνώστης, ξέρει τί χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος, σὰν στοργικὸς Πατέρας θέλει νὰ ἱκανοποιεῖ τὶς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὰν Παντοδύναμος, δύναται νὰ τὶς ἱκανοποιεῖ. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἱεραρχεῖ τὶς ἀνάγκες του. Πρῶτα νὰ θέτει τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες, ποὺ εἶναι σπουδαιότερες, καὶ ἔπειτα τὶς ὑλικές. Πρῶτα νὰ ζητεῖ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ».
Ὁ Θεόπτης Μωυσής και ο Προφήτης Ἠλίας
Ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τὸν Προφήτη Μωυσὴ καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία, ποὺ ἔζησαν τὴν θαυματουργὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ στη ζωή τους.
Ὁ Θεόπτης Μωυσής
Ὁ Προφήτης Μωυσής καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλή του Λευί, γιὸς τοῦ Ἀμρὰμ καὶ τῆς Ἰωχαβέδ. Γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο κατὰ τοὺς χρόνους τῆς σκληρῆς καταδυναστεύσεως τῶν ὁμογενῶν του ἀπὸ τὸν Φαραώ. Ἡ μητέρα τοῦ Μωυσή, γιὰ νὰ τὸν σώσει μόλις γεννήθηκε, τὸν ἔβαλε μέσα σὲ κάνιστρο ἀλειμμένο μὲ πίσσα, τὸ ὁποῖο ἀπέθεσε ἡ ἀδελφὴ τοῦ Μαριὰμ στὴν ἀκροποταμιὰ τοῦ Νείλου, ἐγκαταλείποντάς τον στὴ θεία πρόνοια. Τὸ βρέφος τὸ βρῆκε ἡ θυγατέρα τοῦ Φαραώ, ἡ ὁποία τὸ υἱοθέτησε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Μωυσής, ποὺ σημαίνει «σεσωσμένος ἀπὸ τὰ ὕδατα».
Ἀνετράφη ὡς γνήσιος υἱὸς τῆς πριγκίπισσας καὶ ἔμαθε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ γνώση τῶν Αἰγυπτίων, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὴν πίστη τῶν πατέρων του καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ ἔθνος του. Ὅταν φόνευσε ἕναν Αἰγύπτιο ποὺ εἶχε ἐπιτεθεῖ ἐνάντια σὲ ἕναν Ἰσραηλίτη, καὶ γιὰ νὰ διασωθεῖ ἀπὸ τὴν καταδίωξη, ξενιτεύτηκε στὴ γῆ Μαδιάμ. Ἐκεῖ ἔλαβε ὡς σύζυγο τὴ Σεπφώρα, θυγατέρα τοῦ εἰδωλολάτρη ἱερέως τῆς Μαδιάμ, Ἰοθόρ.
Μαζὶ τῆς ἀπέκτησε δύο υἱούς, τὸν Γηρσώμ, ποὺ σημαίνει, «εἶμαι πάροικος σὲ ξένη χώρα» καὶ τὸν Ἐλιέζερ, ποὺ σημαίνει «ὁ Θεὸς βοηθός». Μιὰ μέρα, ὕστερα ἀπὸ 40 χρόνια ξενιτιᾶς στὴ Μαδιάμ, ὅπως ἔβοσκε τὰ πρόβατα στὸ ὅρος Χωρήβ, τοῦ φανερώθηκε ὁ Θεὸς ὑπὸ μορφὴν πυρός, ἐξερχόμενος μέσα ἀπὸ μία βάτο ἡ ὁποία φλεγόταν ἀλλὰ δὲν καιγόταν. Μὲ τὴ θεοφάνεια αὐτή, ἡ ὁποία προεικόνιζε τὸ μυστήριο, τὸ μέγα μυστήριο τοῦ παρθενικοῦ τοκετοῦ καὶ τῆς ἐν σαρκὶ ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος, ὁ Θεὸς κάλεσε τὸν Μωυσή νὰ ἐπιστρέψει στὴν Αἴγυπτο γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαό του ἀπὸ τὴν πικρὴ δουλεία καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴ γῆ τῶν πατέρων του.
Ἐπειδὴ ἦταν βραδύγλωσσος καὶ δίσταζε νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο, παρουσιάστηκε ὡς διερμηνέας του ὁ ἀδελφός του Ἀαρῶν. Καὶ τότε, ζήτησε ἀπὸ τὸν Φαραὼ νὰ ἐπιτρέψει στοὺς Ἰσραηλῖτες νὰ λατρέψουν τὸν Θεό τους στὴν ἔρημο. Ὁ Φαραώ, μὲ ὑπερήφανη καρδιά, σκληρύνθηκε καὶ δὲν τοὺς ἄφησε. Καὶ τότε, ἔπεσαν πάνω στοὺς Αἰγυπτίους 10 φοβερὲς πληγές.
Ταπεινωμένος ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔδωσε τὴν ἄδεια καὶ ἄρχισαν τὴν ἀναχώρησή τους πρὸς τὴ γῆ της Χαναάν. Πῶς ὅμως; Στὴν πορεία τους ὁ Θεός τους ὁδηγοῦσε τὴν μὲν ἡμέρα μὲ στῦλο νεφέλης, τὴ δὲ νύχτα μὲ στῦλο πυρός. Μετὰ τὴν ἀναχώρησή τους, ὁ Φαραὼ ἄλλαξε πάλι γνώμη καὶ στράφηκε μὲ ὅλα τὰ διάρματά του πρὸς καταδίωξή τους. Τὸ Αἰγυπτιακὸ ἱππικὸ βρῆκε τοὺς Ἰσραηλῖτες στρατοπεδευμένους στὴν ἀκτὴ τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης.
Ὁ Μωυσής κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ χτύπησε τὰ νερά της μὲ τὸ ραβδί του καὶ τὰ διαχώρισε στὰ δύο. Ἔτσι οἱ Ἰσραηλῖτες «διέβησαν διὰ ξηρᾶς ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης». Ὅταν ἐξῆλθαν ὅλοι στὴ στεριά, σήκωσε τὸ ραβδί του πάνω ἀπὸ τὰ ὕδατα καὶ τὰ ἐπανέφερε στὴ φυσική τους θέση, καταποντίζοντας ὅλα τὰ ἅρματα τοῦ Φαραὼ ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσαν.
Στὴν ἔρημο, ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ὡς τὸ Σινᾶ, παρὰ τοὺς συνεχεῖς γογγυσμούς τους, ὁ Θεὸς μὲ ἔκτακτες θαυματουργίες τους ἔδειχνε τὴν παρουσία του καὶ τὴ στοργική του προστασία μέσῳ τοῦ δούλου τοῦ Μωυσέως. Στὴ Μερρὰ γλύκανε τὰ πικρὰ νερὰ γιὰ νὰ ἀνακουφίσει τὴ δίψα τους. Στὴν ἔρημο Σίν, χάρη στὴν προσευχὴ τοῦ Μωυσή, ἔστειλε τὸ μάννα, ποὺ ἐποίκιλλε στὴ γεύση ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ καθενός. Τέλος, στὴ βραχώδη Ραφιδίν, κοντὰ στὸ Σινᾶ, ὅταν ὁ γογγυστὴς λαὸς ἐξ αἰτίας τῆς δίψας παρὰ λίγο θὰ λιθοβολοῦσε τὸν Μωυσή, ὁ Θεός του ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ χτυπήσει μὲ τὸ ραβδί του ἕναν βράχο, ἀπὸ ὅπου ἀνέβλυσε ἄφθονο νερό. Κατὰ τὴ μακροχρόνια αὐτὴ περιπλάνηση ἔξω ἀπὸ τὴ γῆ Χαναάν, ὁ Μωυσής μὲ θαυμαστὴ πραότητα καὶ σύνεση ἀντιμετώπιζε τὶς συνεχεῖς μεμψιμοιρίες, τὶς ἀντιζηλίες καὶ τὶς ἀνταρσίες τοῦ δυσκυβέρνητου λαοῦ. Στὴν ἀρχὴ τοῦ 40οῦ ἀπὸ τὴν ἔξοδό τους ἔτους, ἔφτασε πάλι στὴν ἔρημο τῆς Κάδης. Οἱ ἐπιλήσμονες υἱοὶ τοῦ Ἰσραὴλ «δυσφόρησαν» καὶ πάλι ἀπὸ τὴν ἔλλειψη νεροῦ καὶ ξέσπασαν σὲ νέους γογγυσμοὺς κατὰ τοῦ ἡγέτου τους.
Ὁ Θεὸς εἶπε στὸν Μωυσή νὰ τοὺς δώσει νερὸ ἀπὸ τὸ βράχο, ἀλλὰ αὐτός, κυριευμένος ἀπὸ ἀθυμία γιὰ τὴ νέα τους ἀπείθεια, δίστασε πρὸς στιγμὴν καὶ τοὺς εἶπε: «Ἀκούσατέ μου, ἀκούσατέ μου, οἱ ἀπειθεῖς, μὴ ἐκ τῆς πέτρας ταύτης ἐξετάξομεν ὑμῖν ὕδωρ;» (Ἀριθμοὶ 20, 10) . Τὸ νερὸ ἀνέβλυσε ἄφθονο ἀπὸ τὸ βράχο ὅταν τὸν χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του ὁ Μωυσής. Ὁ ἴδιος ὅμως, ἐξ αἰτίας τῆς «ἀντιλογίας του», τιμωρήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ μὴν εἰσέλθει στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας.
Ὁ Θεὸς κατὰ τὴν πορεία τους πρὸς τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τοὺς ἔτρεφε μὲ τὸ μάννα, τὸ ὁποῖο ἦταν ἐκλεκτή και νοστιμότατη τροφὴ μὲ γεύση γλυκιᾶς τηγανίτας, ξεροψημένης στὸ λάδι. Ὅταν τὸ πρωτοεῖδαν, τοὺς φάνηκε ἐξαίρετη τροφή. Ἔκαναν σὰν τρελοὶ ἀπὸ τη χαρά τους καὶ φώναζαν οἱ Ἰσραηλῖτες: «Μάννα, μάννα».Τώρα, ἄρχισαν νὰ γκρινιάζουν: «Ἀηδιάσαμε νὰ τρῶμε συνέχεια μάννα. Ἐπιθυμήσαμε τὰ κρεμμυδάκια, τὰ σκόρδα καὶ τὸ κρέας τῆς Αἰγύπτου!»Ὅμως ἡ περιφρόνησή τους στὸ μάννα ποὺ τοὺς ἔστελνε ὁ Κύριος ἦταν χλευασμὸς καὶ προσβολὴ πρὸς τὸν Δωρεοδότη. Τότε, ὁ Μωυσής ὀργίστηκε γὰ τὴν ἀχαριστία τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ παραπονέθηκε στὸ Θεὸ λέγοντας: «Δὲν μπορῶ νὰ σηκώσω ἄλλο τὸ βάρος αὐτοῦ τοῦ λαοῦ. Ποῦ νὰ τὰ βρῶ τόσα κρέατα νὰ χορτάσω ὅλο αὐτὸν τὸν λαό;… Προτιμῶ νὰ μὲ πάρεις ἀπὸ τη ζωὴ γὰ νὰ μὴν βλέπω τη δυστυχία ποὺ μὲ βρῆκε». (Ἀριθμ. 11, 10-15).Στὴν προσευχὴ τοῦ Μωυσή ἀπάντησε ὁ Θεός: «Θέλεις βοηθοὺς νὰ μὴν σηκώσεις μόνος σου τὸ βάρος τῆς εὐθύνης; Θὰ σοῦ δώσω 70 βοηθούς. Θέλεις καὶ κρέατα γιὰ τὸ λαό; Θὰ σᾶς δώσω ὅσα θέλετε γιὰ νὰ τρῶτε. Ὄχι μόνο μία μέρα, οὔτε δύο, οὔτε πέντε, οὔτε δέκα, οὔτε εἴκοσι μέρες. Θὰ τρῶτε ἐπὶ ἕναν ὁλόκληρο μῆνα ὥσπου νὰ βγεῖ τὸ κρέας ἀπὸ τὰ ρουθούνια σας. Ἀπὸ τὰ πολλά κρέατα ποὺ θὰ φάτε, θὰ σᾶς πιάσει χολέρα. Γιατί ἀπειθήσατε στὸ Θεὸ καὶ κλαῖτε παραπονούμενοι λέγοντας: Γιατί φύγαμε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο;» (Ἀριθμοὶ 11, 16-20). Καὶ ὁ Θεὸς ἔδωσε ἀπάντηση. Σηκώθηκε τη νύχτα ἰσχυρὸς ἀνατολικὸς ἄνεμος καὶ ἔφερε ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα σμήνη ἀπὸ ὀρτύκια. Οἱ Ἰσραηλῖτες δύο μέρες μάζευαν μια πληθώρα ὀρτύκια. Καὶ γιὰ νὰ μὴν βρωμίσουν, τόσα πολλά ὀρτύκια ποὺ ἔπιασαν τὰ ἔβαλαν πάνω σὲ σύρμα στὸν ἥλιο γιὰ νὰ τὰ ἀποξεράνουν.Ἔπεσαν τότε μὲ βουλιμία στὴν κρεοφαγία. Ἔψηναν καὶ ἔτρωγαν ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ. Μία, δύο, πέντε, δέκα, εἴκοσι μέρες, ὁλόκληρο μῆνα, τόσα πολλά κρέατα ποὺ κόντεψαν νὰ βγοῦν τὰ κρέατα ἀπὸ τὰ ρουθούνια τους.Ὅμως, ὅταν κάνει πολλὴ ζέστη δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ φάει πολλά κρέατα καὶ μάλιστα ἀποξεραμένα στὸν ἥλιο, διότι εἶναι δύσπεπτα. Παρασύρθηκαν οἱ Ἰσραηλῖτες ἀπὸ τη λαιμαργία τους, ἔφαγαν πάρα πολλά κρέατα καὶ μετὰ δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ χωνέψουν.
Tὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄμετρης κρεοφαγίας εἶναι θλιβερά. Δὲν τηροῦσαν οἱ Ἰσραηλῖτες οὔτε τοὺς κανόνες ὑγιεινῆς ἐκεῖ στὴν ὕπαιθρο ποὺ βρίσκονταν καὶ τοὺς ἔπιασε χολέρα. Tὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ πέσει λοιμικὴ ἀσθένεια στὸ ἰσραηλιτικὸ στρατόπεδο καὶ ἄρχισαν νὰ πεθαίνουν ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου. Γέμισε ὁ τόπος ἀπὸ τάφους, μετατράπηκε ἡ περιοχὴ σὲ ἕνα ἀπέραντο νεκροταφεῖο. Καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου «Μνήματα τῆς ἐπιθυμίας», διότι ἐκεῖ θάφτηκαν πάρα πολλοὶ ποὺ εἶχαν κυριευθεῖ ἀπὸ τη λαιμαργία νὰ φάνε κρέατα. (Ἀριθμοὶ 11, 33-35).
Συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἡ τιμωρία τῶν Ἰσραηλιτῶν προῆλθε ἀπὸ τὴν ἀχαριστία καὶ τὴν ὀλιγοπιστία πρὸς τὸ Θεό, καὶ ἀπὸ τὰ πάθη τὰ ὁποῖα νεκρώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὴν αἰώνια κόλαση. Αὐτὸς φροντίζει γιὰ μᾶς. Δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει ὅταν ἐμεῖς τὸν ἐμπιστευόμαστε ἀπόλυτα.
Ὁ Προφήτης Ἠλίας
Α) Ἡ διεστραμμένη βασίλισσα Ἰεζάβελ ὅταν ἔμαθε τὴ σφαγὴ τῶν προφητῶν της ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία, ἐξοργίστηκε καὶ ὁρκίστηκε νὰ ἐκδικηθεῖ. Ὁ Ἠλίας, ποὺ δὲν εἶχε φοβηθεῖ τὸ πλῆθος τῶν ψευδοπροφητῶν, ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ κυριευμένος ἀπὸ μικροψυχία ἔφυγε γιὰ τὴ Βηρσαβεὲ στὴ γῆ τοῦ Ἰούδα. Ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία στὴν ἔρημο, κάθισε στὴ σκιὰ ἑνὸς δέντρου καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ τοῦ πάρει τὴ ζωή. Ἄγγελος Κυρίου ἐπεφάνη τότε σ’ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ λαγάνα καὶ ἕνα κανάτι νερό. Ἀναζωογονημένος ἀπὸ τὴ θεία αὐτὴ ἀρωγή, μπόρεσε νὰ περπατήσει 40 μέρες στὴν ἔρημο μέχρι τὸ βουνὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ Χωρὴβ (εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ ὅρους Σινᾶ, ἐκεῖ ὅπου ὁ Θεὸς ἐμφανίστηκε στὸν Μωυσή ). Μπῆκε ἐκεῖ σὲ ἕνα κοίλωμα τοῦ βράχου, ὅπου εἶχε κρυφτεῖ ἄλλοτε ὁ Μωυσής, καὶ κατέλυσε τὴ νύχτα.
Β) Τρέφεται ἀπὸ τοὺς κόρακες
Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐξαγγελία τῆς ἀνομβρίας ποὺ ἄρχισε ἀμέσως, ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στὸν προφήτη του, στὸν Προφήτη Ἠλία, νὰ πορευθεῖ πρὸς τὸν χείμαρρο Χοράθ, στὰ ἀνατολικὰ τοῦ Ἰορδάνη, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ὀργὴ τοῦ βασιλιᾶ Ἀχαάβ, ποὺ τὸν θεώρησε ὑπεύθυνο τῆς ἀνομβρίας καὶ ζητοῦσε γιὰ τοῦτο νὰ τὸν φονεύσει. Καὶ ὁ Θεός του εἶπε: «Προχώρησε πρὸς ἀνατολὰς καὶ κρύψου στὸ χείμαρρο Χορρὰθ ποὺ βρίσκεται στὰ ἀνατολικὰ τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπὸ τὸ χείμαρρο αὐτὸ θὰ πίνεις γιὰ κάποιο διάστημα νερό, ἐνῷ οἱ κόρακες θὰ σὲ διατρέφουν». Κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ προφήτης πῆγε ἀμέσως στὸ δρόμο πρὸς τὸ χείμαρρο Χορράθ, ὅπου «οἱ κόρακες ἔφερον αὐτὸ ἄρτους τὸ πρωὶ καὶ κρέα τὸ δείλης (τὸ βράδυ)», ἐνῷ ἔπινε νερὸ ἀπὸ τὸν παρακείμενο χείμαρρο. (Γ’ Βασ. 17, 6)
Ὅλα τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων και τῶν Ὁσίων τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦν, ἔχουν σκοπὸ νὰ μᾶς ἐνισχύσουν καὶ νὰ μᾶς φωτίσουν στὶς δύσκολες ἡμέρες ὅπου ὁ διάβολος θὰ ἐκστρατεύσει ὅλες τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις μὲ τὸν Ἀντίχριστο γιὰ νὰ παρασύρει ὅσο εἶναι δυνατὸν περισσότερους ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν κόλαση.
Ἔσπαγαν τὰ κλαδιὰ ποὺ εἶχαν καρπούς
Ὁ Ἐπίσκοπος Μονεμβασίας Παῦλος ἄφησε παρακαταθήκη στοὺς ἐπιγόνους του ἕνα ἔξοχο παράδειγμα γυναικείου ἀσκητισμοῦ. Ὅταν ὁ Κόμης ἦταν λαϊκὸς καὶ συγκέντρωνε τοὺς βασιλικοὺς φόρους, ἔτυχε νὰ καταλύσει γιὰ λίγο σὲ κάποιο μοναστήρι. Τότε λοιπὸν εἶδε ἕνα θαυμαστὸ θέαμα. Πολλὰ κοράκια, κάθοντας στὰ καρποφόρα δέντρα, ἔσπαζαν τὰ κλαδιὰ ποὺ εἶχαν καρποὺς καὶ ὕστερα, πετῶντας, τὰ μετέφεραν κάπου μακριά.
Ἀναλογιζόμενος ὁ Παῦλος, ὁ Ἐπίσκοπος, αὐτὸ τὸ ἀξιοπερίεργο, ἀκολούθησε τοὺς μοναχοὺς γιὰ νὰ δεῖ καὶ αὐτὸς ποὺ ἀπέθεταν τοὺς καρποὺς τὰ πουλιά. Περπατῶντας, ἔφτασαν σὲ ἕνα δάσος ποὺ ἦταν ἀπροσπέλαστο. Πράγματι, τὰ κοράκια προσγειώνονταν κάπου ἐκεῖ, ἄφηναν τὰ καταφορτωμένα μὲ καρποὺς κλαδιὰ καὶ γρήγορα ἔφευγαν πάλι. Ὁ Παῦλος καὶ οἱ μοναχοὶ ἐρεύνησαν καὶ ἀνακάλυψαν ἕνα σπήλαιο, μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦσαν τρεῖς ἀσκήτριες.
Ἡ μεγαλύτερη ἐξ αὐτῶν τους διηγήθηκε τὴν ἱστορία τους. Κρατοῦσε ἀπὸ εὐγενικὴ γενιά, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν πέθανε ὁ σύζυγός της, κάποιος ἄλλος εὐγενὴς ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ τὴν νυμφευθεῖ. Ὅμως ἐκείνη ἀποφάσισε, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, νὰ περάσει τὴν ὑπόλοιπη ζωή της ἐν παρθενίᾳ. Ἔτσι λοιπόν, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ κατέφυγε μὲ δύο θεραπαινίδες της στὸν ἀφιλόξενο τοῦτο τόπο. «Ἔζησαν 10 χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ στὸ Θεό, χωρὶς νὰ δοῦν ἄλλον ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ποὺ τὰ πάντα προνοεῖ, φρόντισε νὰ ἔρχονται ἐκεῖνα τὰ πουλιὰ καὶ νὰ τοὺς δίνουν καρποὺς γιὰ νὰ τρέφονται».
Ὁ Ὅσιος Εὐάγριος Μγκβιμέλι
Ὁ Ὅσιος Εὐάγριος ἦταν ἐπὶ τῶν ἐλαχίστων τοῦ βασιλιᾶ, Κάρτλι (Ἀνατολικὴ Γερμανία). Ἔγινε κατόπιν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Σίο (7 Μαΐου) ἀφοῦ εἶδε ἕνα περιστέρι νὰ φέρνει τροφὴ στὸν Ἅγιο Ἐρημίτη. Ἀφοῦ τακτοποίησε τὶς ὑποθέσεις καὶ ἀποχαιρέτησε τοὺς δικούς του, πῆγε νὰ συναντήσει τὸν γέροντά του καὶ πέρασε τὸν ποταμὸ Μτκβάρι, χωρὶς νὰ βρέξει τὰ πόδια του χάρη στὸ ραβδὶ ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Ἅγιος Σίο. Γιορτάζει ὁ Ἅγιος στις 4 Φεβρουαρίου.
Δωρεὰν… θέρμανση
Στὶς 1 Φεβρουαρίου, ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴ μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν καὶ κατὰ σάρκα ἀδελφῶν: Δαβίδ, Συμεῶν καὶ Γεωργίου Μυτιλήνης. Ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν, ὁ Δαβίδ, ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν. Μετὰ τὴ φανέρωση σὲ αὐτὸν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου, ἀποσύρθηκε στὸ ὅρος Ἴδη της Τρωάδος, ὅπου καὶ ἵδρυσε μονὴ περὶ τὸ 762. Ἐκεῖ τὸν βρῆκε ἡ εὐσεβὴς μητέρα του, μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια ἀναζήτηση καὶ τοῦ ἔφερε τὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν Συμεῶν, γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ νὰ τὸν ἀφιερώσει στὸ Θεό. Ὁ Συμεῶν, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ κατὰ σάρκαν ἀδελφοῦ καὶ πνευματικοῦ τοῦ πατέρα (784), ἐπιδόθηκε στὴ μνήμη τῆς πολιτείας τοῦ ὁσίου Συμεῶν τοῦ Στυλίτου (1η Σεπτεμβρίου). Ἐγκαταστάθηκε σὲ ἕναν στῦλο φορτωμένος μὲ βαριὲς ἁλυσίδες, μένοντας συχνὰ δίχως τροφὴ ἐπὶ μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα. Φοροῦσε ὅλες τὶς ἐποχὲς ἕναν σάκο ἀπὸ χονδρὴ ἀλογότριχα καὶ γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του ἐγκατέλειπε τὸν ἑαυτό του πλήρως στὴ Θεία Πρόνοια. Καὶ τὸν χειμῶνα, ἕνας μεγάλος ἀετὸς ἐρχόταν νὰ τὸν ζεστάνει κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες του.
Μὲ δεκαπέντε σῦκα
Ἡ ἐκκλησία μας ὅρισε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Εὐσεβίου στὶς 15 Φεβρουαρίου.
Ὁ Εὐσέβιος ἐμπιστεύθηκε στὴν ἀρχὴ τὴ φροντίδα τῆς ψυχῆς του σὲ ἄλλους καὶ ζοῦσε ὅπως ζοῦσαν καὶ ἐκεῖνοι. Ἦταν θεοσεβεῖς ἄνδρες καὶ ἀγωνιστὲς καὶ γυμναστὲς στὴν ἀρετή. Ἔζησε κάμποσο καιρὸς κοντά τους καὶ ἐκπαιδεύτηκε τέλεια στὴ γνώση τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Ἔπειτα προτίμησε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἦλθε σὲ μιὰ ράχη βουνοῦ ποὺ πάνω ἀπὸ αὐτὴ βρίσκεται μιὰ μεγάλη κωμόπολη μὲ τὸ ὄνομα Ἀσιχὰ τῆς Συρίας (Φιλόθεος, Θεοδώρητου Κύρου, Φιλόθεος Ἱστορία 18, ΕΠΕ 4, 318-323) . Ἔκτισε μὲ πέτρες ἕνα φράχτη, χωρὶς νὰ ἑνώσει τὶς πέτρες ἀναμεταξύ τους μὲ πηλό, καὶ πέρασε ἐκεῖ στὸ στὸ ὕπαιθρο ταλαιπωρῶντας τὸ σῶμα του. Φοροῦσε δερμάτινο ροῦχο καὶ τρεφόταν μὲ ρεβίθια καὶ κουκιὰ μουσκεμένα στὸ νερό. Κάποτε ἔβαζε στὸ στόμα του καὶ ξερὰ σῦκα, προσπαθῶντας ἔτσι νὰ στηρίξει τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος. Καὶ ὅταν ἔφτασε σὲ βαθιὰ γεράματα, ὥστε νὰ τοῦ πέσουν τὰ περισσότερα δόντια, δὲν ἄλλαξε οὔτε τὴν τροφὴ οὔτε τὴ διαμονή. Ξεπάγιαζε τὸν χειμῶνα, φλογιζόταν τὸ καλοκαίρι, καὶ ὑπέφερε καρτερικὰ ὅλα τὰ ρεύματα τοῦ ἀέρα, μὲ καταρυτιδωμένο τὸ πρόσωπο καὶ ἀποσκελετωμένα ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του. Ἡ συνάντηση μὲ πολλούς τον κατακούραζε. Γιατί φέρνοντας μπροστά του συνεχῶς τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἤθελε νὰ τραβᾶ τὸν νοῦ του ἀπ’ ἐκεῖ.
Ὅμως, ἂν καὶ εἶχε τόσο θερμὸ ἔρωτα στὴ θέαση αὐτή, ἔπρεπε σὲ λίγους ἀπὸ τοὺς γνωρίμους νὰ ἀνοίγουν τὴν πόρτα του καὶ νὰ μπαίνουν μέσα. Καὶ ἀφοῦ τοὺς πρόσφερε τὴ διδαχὴ τῶν θείων λόγων, ὅταν ξανάφευγαν, τοὺς πρόσταζε νὰ βάζουν πάνω στὴν πόρτα τὸν πηλό.
Πολλοὶ ἔρχονταν σὲ αὐτὸν καὶ ζητοῦσαν ἐπίμονα τὸ δῶρο τῆς εὐλογίας του. Ὁ θόρυβος αὐτὸς τὸν κούρασε πάρα πολύ. Χωρὶς νὰ ὑπολογίσει οὔτε τὰ γερατειά του, οὔτε νὰ λογαριάσει πὼς μποροῦσε νὰ ἀρρωστήσει, περνᾶ πάνω ἀπὸ τὸ φράχτη καὶ οἱ νεότεροι δὲν μποροῦσαν εὔκολα νὰ τὸν πηδήσουν. Πῆγε στὴν ὁμάδα τῶν ἀσκητῶν ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά, ἔχτισε πάλι ἕνα μικρὸ φράχτη κοντὰ στὴ γωνιὰ τοῦ τοίχου καὶ συνέχισε ὅπως συνήθιζε τὴν ἄσκησή του. Ὁ ἡγούμενος ἐκείνης τῆς ποίμνης, ἄνδρας γεμᾶτος ἀπὸ κάθε ἀρετή, εἶπε πὼς! μὲ δεκαπέντε σῦκα πέρασε τὶς ἑπτὰ ἑβδομάδες τῆς Ἁγίας Νηστείας! Μὲ αὐτὴ τὴν ἄσκηση ἀγωνίστηκε, ἂν καὶ εἶχε περάσει τὰ 90 χρόνια.
Ἡ εὐλογημένη βροχή
Ὁ Ἀβὰς Μωυσής κάποτε ἀποφάσισε νὰ κατοικήσει σὲ μιὰ ἀπρόσιτη σπηλιὰ στὴ ρίζα μιᾶς ἀπότομης προεξοχῆς τοῦ βουνοῦ. Ἀνέβαινε καὶ συλλογιζόταν: «Καλὰ ὅλα τὰ ἄλλα, μὰ ποῦ θὰ βρίσκω νερὸ σὲ τοῦτο τον ξερότοπο;»
Τὸ λεγε καὶ τὸ ξανάλεγε καὶ ἄρχισε νὰ κλονίζεται. Νά, τότε ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Προχώρει ἀμέριμνος, καὶ ἄφησε αὐτὴ τὴ φροντίδα σὲ μένα».
Πῆρε θάρρος καὶ ἔκανε στὴν κατοικία του τὸ σπήλαιο. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ πῆγαν νὰ τὸν ἰδοῦν δύο συνασκηταί του ἀπὸ τὴ Σκήτη. Δὲν τοῦ βρισκόταν παρὰ ἕνα μικρὸ σταμνὶ νερὸ ποὺ τὸ ξόδεψε νὰ βράσει λίγες φακὲς γιὰ νὰ τοὺς φιλοξενήσει. Ἄρχισε τότε νὰ στεναχωριέται καὶ μὲ φανερὴ ἀδημονία ἔμπαινε καὶ ἔβγαινε στὸ σπήλαιο καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ γιὰ νερό.
Ξαφνικὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περίμενε κανείς, ἕνα σύννεφο παρασυρμένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο πῆγε καὶ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ ἔριξε, τόση βροχή, ὅση χρειάστηκε γιὰ νὰ γεμίσει ὅλα του τὰ σταμνιὰ ὁ Μωυσής.
Οἱ γέροντες, ποὺ δὲν τοὺς διέφυγε ἡ ἀδημονία του, τὸν ρώτησαν ὕστερα ἀπὸ τὸ φαγητό: «Τί εἶχες πάθει τὸ πρωὶ καὶ πηγαινοερχόσουν μὲ τόση ἀνησυχία;»
Ἔκανα δικαστήριο μὲ τὸ Θεό, ἀποκρίθηκε μὲ ἀφέλεια ὁ Αἰθίοψ. Τοῦ ὑπενθύμιζα πὼς εἶχε ἀναλάβει τὴ φροντίδα μου καὶ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ μοῦ εὕρισκε νερὸ νὰ πιοῦν οἱ δοῦλοι του. Καὶ νὰ ποὺ ὁ ἀγαθὸς Δεσπότης ἀναγκάστηκε νὰ στείλει.
Ἡ Οὐράνια τροφή
Ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας, ποὺ ἔγραψε τὴν ἱστορία τῶν μοναχῶν τῆς Αἰγύπτου, λέει τὰ ἑξῆς: «Εἴδαμε κι ἄλλον ἀξιοθαύμαστο ἀσκητὴ στὴ Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου, ποὺ τὸν ἔλεγαν ἀββᾶ Ὦρο καὶ ἦταν πατέρας χιλίων ἀδελφῶν ποὺ ζοῦσαν σὲ ἐρημητήρια. Ἦταν 90 περίπου χρόνων, εἶχε μορφὴ ἀγγελική, εἶχε ὡραία γενειάδα ποὺ τοῦ ἔπεφτε ὡς τὸ στῆθος καὶ ἀκτινοβόλο πρόσωπο, ὥστε καὶ νὰ τὸν ἔβλεπες μόνον, σοῦ ἐρχόταν δέος. Ὅταν ἦταν ἀκόμη στὴν ἔρημο, ἔτρωγε χόρτα καὶ μερικὲς γλυκὲς ρίζες καὶ ἔπινε νερὸ ὅταν ἔυρισκε, περνῶντας ὅλον τὸν καιρό του σὲ προσευχὲς καὶ ὕμνους. Ὅταν τέλος ἔφτασε στὰ βαθιὰ γεράματα, ἕνας ἄγγελος παρουσιάστηκε στὸ ὄνειρό του καὶ τοῦ εἶπε: «Θὰ ἀποκτήσεις μεγάλη γενιὰ καὶ θὰ ἔχεις ὑπὸ τὴν καθοδήγησή σου πολὺ κόσμο. Δέκα μυριάδες ἄνθρωποι θὰ σωθοῦν χάρη σὲ σένα. Ὅσους κερδίσεις ἐδῶ κάτω, σὲ τόσους θὰ βασιλεύσεις στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Μὴ φοβᾶσαι λοιπὸν σὲ τίποτε»… Ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας γράφει: «Ὅταν μᾶς εἶδε ὁ γέροντας, γεμᾶτος χαρὰ μὲ ἀγκάλιασε καὶ προσευχήθηκε γιά μας. Ἔπειτα, μᾶς ἔπλυνε τὰ πόδια μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια καὶ ἄρχισε τὴ διδασκαλία καὶ μᾶς εἶπε κρύβοντας τὸν ἑαυτό του: “Ξέρω ἕναν ἄνθρωπο στὴν ἔρημο, ποὺ δὲν γεύτηκε γήινη τροφὴ τρία χρόνια, ἀλλὰ ἄγγελος τοῦ ἔφερνε οὐράνια τροφὴ καθὼς κάθε τρεῖς μέρες καὶ τὴν ἔβαζε στὸ στόμα του καὶ αὐτὸ ἦταν γιὰ αὐτὸν ἡ τροφὴ καὶ τὸ ποτό” ».
Χωρὶς φάρμακα, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
Στὶς 22 Φεβρουαρίου ἡ ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴ μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Θαλασσίου καὶ Λιμναίου. Κάποτε ὁ ὅσιος Λιμναῖος, βαδίζοντας τὴ νύχτα, πάτησε πάνω σὲ μιὰ κοιμισμένη ὀχιά. Τὸ ἔπιασε τὸ κάτω μέρος τοῦ ποδιοῦ καὶ ἔμπηξε τὰ δόντια της. Προσπαθῶντας νὰ προστατέψει τὸ πόδι του, ἔσκυψε, τὸ ἔπιασε μὲ τὸ χέρι του καὶ ἔτσι ζύγωσε τὸ χέρι στὸ στόμα τοῦ ἑρπετοῦ. Γιὰ νὰ βοηθήσει πάλι αὐτό, χρησιμοποίησε τὸ ἀριστερὸ χέρι του καὶ αὐτὸ τὸ δάγκωσε τὸ ἑρπετό. Ἀφοῦ τὸ φίδι χόρτασε τὴ λύσσα του (τοῦ ἔδωσε περισσότερες ἀπὸ δέκα δαγκωματιές), ἔφυγε καὶ μπῆκε στὴν τρῦπα του. Αὐτὸς χτυπιόταν ἀπὸ παντοῦ μὲ τρομεροὺς πόνους. Οὔτε καὶ τότε ὅμως θέλησε τὶς ἰατρικὲς βοήθειες. Γιὰ τὶς πληγὲς χρησιμοποίησε μόνο τὰ φάρμακα τῆς πίστεως, σταύρωμα καὶ προσευχὴ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς νομίζω πὼς ὁ Θεὸς τῶν ὅλων ἐπέτρεψε στὸ ἑρπετὸ ἐκεῖνο νὰ στρέψει τὴ λύσσα του κατὰ τοῦ ἱεροῦ σώματος. Γιὰ νὰ δείξει δηλαδὴ σὲ ὅλους ὁλοφάνερη τὴν καρτερία τῆς θείας ἐκείνης ψυχῆς.
Οἱ καρποὶ μιᾶς φοινικιᾶς
Ἕνας ἐρημίτης ἔζησε 30 ὁλόκληρα χρόνια στὴν ἔρημο, τρώγοντας μόνο τοὺς καρποὺς μιᾶς φοινικιᾶς ποὺ εἶχε φυτρώσει ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα του. Ὕστερα ὅμως τοῦ ἔσπειρε ζιζάνια στὸν νοῦ ὁ διάβολος καὶ ἄρχισε νὰ συλλογίζεται πὼς ἄδικα σπατάλησε ἐκεῖ τόσα χρόνια. «Τί κέρδισα τάχα;» ἔλεγε στὸν ἑαυτό του, «οὔτε ἀποκαλύψεις εἶδα, οὔτε κανένα θαῦμα ἔκανα ὅπως οἱ παλιοὶ ἀσκητές. Ἂς γυρίσω στὸν κόσμο, ἴσως καὶ προκόψω περισσότερο». Τὸ εἶχε σχεδὸν ἀποφασίσει καὶ ἑτοιμαζόταν, ὅταν ὁ Θεός, ποὺ τὸν λυπήθηκε γιὰ τοὺς τόσους κόπους του, ἔστειλε τὸν ἄγγελό του νὰ τὸν ἐμποδίσει.
– Τί μεγαλύτερο θαῦμα θέλεις; τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος, ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴ μεγαλοψυχία ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς νὰ μείνεις τόσα χρόνια ὁλομόναχος σὲ αὐτὸν τὸν ἄγριο τόπο, τρώγοντας μόνο τοὺς καρποὺς τούτου του δέντρου; Κάνε λίγο ὑπομονὴ καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ περισσότερη ταπείνωση.
Ἔτσι ἔμεινε στὸν τόπο του ὁ ἐρημίτης, εὐχαριστῶντας τὸν Θεὸ ποὺ τὸν στήριξε μὲ τὸν ἄγγελό του.
Ἡ ἐμφάνιση τῆς Ἁγίας Εὐφημίας στὸν Ἅγιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη
Στὶς ἔσχατες ἡμέρες εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Χριστιανοὶ θὰ περάσουν μεγάλες δοκιμασίες ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο καὶ τοὺς συνεργάτες του. Ἡ θλίψη ὅμως, δὲν θα εἶναι μακρόβια ἀλλὰ ἐφήμερη καὶ ὁ θάνατος δὲν θα λογαριάζεται γιατί μὲ τόσα λίγα, θὰ φέρει στοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὸν Στεφανοδότη Κύριό μας, τὸ ἄφθαρτο στεφάνι.
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος σὲ κάποιο πνευματικό του τέκνο ἔκανε τὴν ἑξῆς ἀποκάλυψη:
«Τὴν Τρίτη, κατὰ ἡ ὥρα 10 τὸ πρωί, ἤμουν μέσα στὸ Κελί μου καὶ ἔκανα τὶς Ὧρες. Ἀκούω χτύπημα στὴν πόρτα καὶ μιὰ γυναικεία φωνὴ νὰ λέει: «Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἠμῶν…». Σκέφθηκα:
«Πῶς βρέθηκε γυναίκα μέσα στὸ Ὅρος;». Ἐν τούτοις ἔνιωσα μιὰ θεία γλυκύτητα μέσα μου καὶ ρώτησα:
– Ποιὸς εἶναι;
– Ἡ Εὐφημία! (ἀπαντᾶ).
– Σκεφτόμουν, «ποιὰ Εὐφημία; Μήπως καμιὰ γυναίκα ἔκανε καμιὰ τρέλα καὶ ἦρθε μὲ ἀνδρικὰ στὸ Ὅρος; Τώρα τί νὰ κάνω;». Ξαναχτυπᾶ. Ρωτάω: «Ποιὸς εἶναι;». «Ἡ Εὐφημία», ἅπαντα καὶ πάλι. Σκέφτομαι καὶ δὲν ἀνοίγω. Στὴν τρίτη φορὰ ποὺ χτύπησε, ἄνοιξε μόνη της ἡ πόρτα, ποὺ εἶχε σύρτη ἀπὸ….μέσα. Ἄκουσα βήματα στὸν διάδρομο. Πετάχτηκα ἀπὸ τὸ Κελί μου καὶ βλέπω μιὰ γυναίκα μὲ μανδήλα. Τὴν συνόδευε κάποιος, ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος ἐξαφανίσθηκε. Παρ’ ὅλο ποῦ ἤμουν σίγουρος ὅτι δὲν εἶναι τοῦ πειρασμοῦ, γιατί λαμποκοποῦσε, τὴν ρώτησα ποιὰ εἶναι.
– Ἡ μάρτυς Εὐφημία, (ἀπαντᾶ).
– Ἂν εἶσαι ἡ μάρτυς Εὐφημία, ἔλα νὰ προσκυνήσουμε τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὅ,τι κάνω ἐγὼ νὰ κάνης καὶ σύ.
Μπῆκα στὴν Ἐκκλησία, κάνω μιὰ μετάνοια λέγοντας: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός». Τὸ ἐπανέλαβε μὲ μετάνοια. «Καὶ τοῦ Υἱοῦ». «-Καὶ τοῦ Υἱοῦ», εἶπε μὲ ψιλὴ φωνή.
– Πιὸ δυνατά, ν’ ἀκούω, εἶπα καὶ ἐπανέλαβε δυνατότερα.
– Ἐνῶ ἦταν ἀκόμα στὸ διάδρομο ἔκανε μετάνοιες, ὄχι πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ πρὸς τὸ Κελί μου. Στὴν ἀρχὴ παραξενεύτηκα, ἀλλὰ μετὰ θυμήθηκα ὅτι εἶχα μιὰ μικρὴ χάρτινη εἰκονίτσα τῆς Ἁγίας Τριάδος, κολλημένη σὲ ξύλο, πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Κελιοῦ μου. Ἀφοῦ προσκυνήσαμε καὶ γιὰ τρίτη φορά.
– «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»
Μετὰ εἶπα: «Τώρα, νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ ἐγώ». Τὴν προσκύνησα καὶ ἀσπάστηκα τὰ πόδια της καὶ τὴν ἄκρη τῆς μύτης της. Στὸ πρόσωπο τὸ θεώρησα ἀναίδεια νὰ τὴν ἀσπασθῶ.
– Ὕστερα κάθισε ἡ Ἁγία στὸ σκαμνάκι καὶ ἐγὼ στὸ μπαουλάκι καὶ μοῦ ἔλυσε τὴν ἀπορία ποὺ εἶχα (στὸ ἐκκλησιαστικὸ θέμα).
– Μετά μου διηγήθηκε τὴν ζωή της. Ἤξερα ὅτι ὑπάρχει μιὰ Ἁγία Εὐφημία, ἀλλὰ τὸν βίο της δὲν τὸν ἤξερα. Ὅταν μου διηγεῖτο τὰ μαρτύρια της, ὄχι ἁπλῶς τὰ ἄκουγα, ἀλλὰ σὰν νὰ τὰ ἔβλεπα τὰ ζοῦσα. Ἔφριξα! Πά, πά, πά!
– Πῶς ἄντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
– Ἂν ἤξερα τί δόξα ἔχουν οἱ Ἅγιοι, θὰ ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα νὰ περάσω πιὸ μεγάλα μαρτύρια.
– Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς γιὰ τρεῖς μέρες δὲν μποροῦσα νὰ κάνω τίποτα. Σκιρτοῦσα καὶ συνεχῶς δόξαζα τὸν Θεό. Οὔτε νὰ φάω, οὔτε τίποτα… συνεχῶς δοξολογία».
Ἡ περίοδος τοῦ κορωνοϊοῦ
Ἡ περίοδος τοῦ κορωνοϊοῦ ἦταν ἡ μεγάλη πρόβα τῆς νεοταξίτικης κυβέρνησης καὶ τῶν πολιτικῶν μας, ποὺ ἀπέβλεπαν μὲ τὸ τάχα «σχέδιο ἐλευθερία» νὰ φυλακίσουν τοὺς ἀνθρώπους, νὰ στερήσουν τὴν Θεόσδοτη ἐλευθερία, νὰ ἐλέγξουν τὴν ἰδιωτική τους ζωὴ, νὰ κλείσουν τὶς ἐκκλησίες, νὰ μὴν τιμηθοῦν οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ ἥρωες ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν πατρίδα μὲ τὶς ἐθνικὲς ἑορτές καὶ νὰ ὁδηγήσουν πολλοὺς ἀκόμη καὶ στὸν θάνατο. Δὲν μποροῦμε νὰ λησμονήσουμε τὰ ὅσα μᾶς ἀποκάλυψε ἕνας σεβάσμιος Ἁγιορείτης ὅταν, τὴν στιγμὴ ποὺ διάβαζε μιὰ δαιμονισμένη φώναζε τὸ δαιμόνιο: «Θὰ σᾶς βάλω ὅλους νὰ κάνετε τὸ ἐμβόλιό μου».
Στὴν περίπτωση ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἐμβολιάστηκαν, ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν. Εἶναι συγκινητικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρκετοὶ ἀπὸ ὅσους ἐμβολιάστηκαν ζητοῦν τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ παίρνουν τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν λάβουν τὴν κάρτα τοῦ Ἀντιχρίστου.
Στὶς 16 Αὐγούστου 2021 ἡ κυβέρνηση τῆς Νέας Δημοκρατίας μὲ πρωθυπουργὸ τὸν Κυριάκο Μητσοτάκη, μὲ τὴν συνεργασία ἄλλων πολιτικῶν κομμάτων, ἔθεσε σὲ ὑποχρεωτικὴ ἀναστολή τους ὑγιενομικούς, μὲ πλήρη διακοπὴ τῆς μισθοδοσίας τους ἐπειδὴ δὲν ἐμβολιάστηκαν μὲ τὸ ἐμβόλιο τοῦ covid-19. Οἱ ἀνεμβολίαστοι ὑγιενομικοὶ ὑπολογίζονταν γύρω στοὺς 7.000. Ὡστόσο, ὁ Θεὸς δὲν τοὺς ἐγκατέλειψε.
Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι 7.000 ὑγιενομικοὶ ὑπέμειναν μέχρι τέλους, δὲν ἔκλιναν γόνυ καὶ δὲν προσκύνησαν τὸν σύγχρονο Ἄβελ, τὴ νέα τάξη πραγμάτων. Τὸ γεγονὸς αὐτό μας θυμίζει τὸν Προφήτη Ἠλία, ὁ ὅποιος εἶπε: «Κύριε, μόνος ἔμεινα» καὶ τότε ἄκουσε τὴ φωνή: «Δὲν εἶσαι μόνος, ἄλλους 7.000 ἔχω ποὺ δὲν ἔκαψαν γόνυ στὸν Βάαλ – εἰδωλολατρικὸ Θεό».
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες κυκλοφόρησε τὸ βιβλίο μὲ τίτλο: «Θαύματα ποὺ ἔζησαν ἀνεμβολίαστοι ὑγιενομικοὶ στὸν καιρὸ τῆς «πανδημίας”« από τις ἐκδόσεις Ἑνωμένη Ρωμιοσύνη, στο ὁποῖο ἀναφέρονται τὰ θαύματα ποὺ ἔζησαν οι ἀνεμβολίαστοι ὑγιενομικοὶ. Ἐνδεικτικά, ἀναφέρουμε παρακάτω, ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτά:
Γιατρέ μου στὰ δύσκολα
«Ὡς ἰδιώτης ἰατρός, κλήθηκα νὰ κλείσω τὸ ἰατρεῖο μου διότι εἶχα λάβει μήνυμα ἀπὸ τὸ συνδικαλιστικό μου ὄργανο, ποὺ τὸ πληρώνω, ὅτι θὰ κάνουν ἐλέγχους, καὶ ἂν μὲ βροῦν ἀνεμβολίαστη, θὰ μοῦ πάρουν τὴν ἄδεια λειτουργίας τοῦ ἰατρείου καὶ ἐπιπλέον ὅτι θὰ μὲ καταγγείλουν στὸ ὑπουργεῖο ὑγείας.
Ὁ σύζυγός μου, νοσοκομειακὸς ἰατρός, νόσησε ἀπὸ covid πάνω στὴν ὥρα καὶ ἔτσι μπορούσαμε νὰ ζοῦμε… Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ ἔτσι, ἐναλλάξ, ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μᾶς ἐργαζόταν. Βέβαια, περάσαμε περίοδο ἀνέχειας καὶ δυσκολιῶν, ἀκινητοποιήσαμε τὸ αὐτοκίνητο, διότι δὲν εἴχαμε νὰ βάλουμε βενζίνη, φορέσαμε τρύπια παπούτσια, πέσαμε σὲ κατάθλιψη τὸν πρῶτο καιρὸ ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἦταν πάντα δίπλα μας!
Καὶ μᾶς ἔστειλε δικούς του ἀνθρώπους νὰ μᾶς βοηθήσουν. Πνευματικοὶ πατέρες, φίλοι, συγγενεῖς καὶ ἀσθενεῖς ἔμειναν δίπλα μας. Συγκινοῦμαι ὅταν θυμᾶμαι εὐκατάστατους καὶ μὴ εὐκατάστατους συνανθρώπους ποὺ βοήθησαν φέρνοντας φροῦτα καὶ αὐγὰ καὶ ἄλλα δῶρα, λέγοντας: «Γιατρὲ στὰ δύσκολα μᾶς στάθηκες, τώρα θὰ σοῦ σταθοῦμε ἐμεῖς. Δόξα σοι ὁ Θεός !!!»
Μᾶς κάνει ἐντύπωση καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικό:
Θὰ τὸ σκεφτῶ, ὅταν πάψω νὰ πεινάω, ἀλλὰ ἀρνητὴς τῆς ἐλευθερίας δὲν θὰ γίνω».
Συζήτηση μὲ ἕναν ἄστεγο:
– Καλησπέρα, σᾶς ἔφερα λίγα τρόφιμα, ἀπὸ πότε ἔχετε νὰ φᾶτε;
– Ἀπὸ προχθὲς ἔχω νὰ φάω, ἀδελφέ, ἀλλὰ λίγο παρακάτω, κάτω ἀπὸ μιὰ γέφυρα, εἶναι ἕνα ζευγάρι ποὺ ἔχει μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ ἐμένα.
– Πόσα χρόνια εἶστε ἄστεγος, κύριε;
– Τέσσερα χρόνια.
– Σᾶς ἔψαξε ποτὲ καμία ὑπηρεσία τοῦ κράτους νὰ σᾶς βοηθήσει;
– Προχθὲς ἦταν ἡ πρώτη φορά. Μοῦ εἶπαν ὅτι μπορῶ νὰ κάνω δωρεὰν τὸ ἐμβόλιο καὶ θὰ ἀπολαύσω προνόμια ποὺ δὲν θὰ ἔχουν οἱ ἀνεμβολίαστοι. Θὰ μπορῶ νὰ πηγαίνω σὲ θέατρα, ἑστιατόρια καὶ νὰ δῶ στὸ γήπεδο τὴν ἀγαπημένη μου ὁμάδα, τὸν Ὀλυμπιακό.
– Τί τοὺς εἴπατε;
– Θὰ τὸ σκεφτῶ, ὅταν πάψω νὰ πεινάω, ἀλλὰ ἀρνητὴς τῆς ἐλευθερίας δὲν θὰ γίνω.
«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». (Ματθαῖος 6:34)
Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά;
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἱεραρχεῖ τὶς ἀνάγκες του. Πρῶτα νὰ θέτει τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες ποὺ εἶναι σπουδαιότερες καὶ ἔπειτα τὶς ὑλικές. Πρῶτα νὰ ζητεῖ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ σωτηρία ποὺ προσφέρει ὁ Θεὸς καὶ ἔπειτα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ὑλικὰ ποὺ θὰ προστεθοῦν σὰν δευτερεύοντα.
Ὁ Ὠριγένης λέει τὰ ἑξῆς: «Αἰτεῖτε τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρὰ ὑμῖν προστεθήσεται • Αἰτεῖτε τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια προσθεθήσεται ὑμῖν» (Ὠμέγα, Περὶ Εὐχῆς, ΙΙ Χ ΙV)
Ὁ δὲ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἑρμηνεύει: «Ὄυκ εἶπε ‘δοθήσεται’, ἀλλά ‘προσθεθήσεται’, ἵνα μάθης ὅτι οὐδὲν μέγα τῶν δεδομένων, τὰ παρόντα ἐστὶ πρὸς τὸ μέγεθος τῶν μελλόντων».
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, δὲν θὰ στερηθεῖ τίποτε ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα καὶ βιοτικὰ πράγματα. Γιατί, λέει ὁ Ἅγιος Παΐσιος: «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μπαίνει στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ γι’ αὐτόν». Πολὺ δὲ περισσότερο ὅταν ἀγωνίζεται, τότε θὰ τοῦ δοθοῦν καὶ τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά.
«Α ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, α ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν» (Α` Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους Ἀπ. Παύλου, Κέφ. 2, στίχ. 9)
Ἀλλὰ καὶ τὸ χωρίο 34 ἔχει μεγάλη ἀξία, ὅταν λέει ὁ Χριστός: «Μὴ οὗν μεριμνήσετε εἰς τὴν αὔριον. Ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τα ἑαυτῆς. Ἀρκετὸν τὴ ἡμέρα ἡ κακία αὐτῆς. Δηλαδή, ἑρμηνεία: «Μὴ κυριευθεῖτε λοιπὸν ἀπὸ ἀνήσυχη φροντίδα γιὰ ὅσα ἐνδέχεται νὰ παρουσιαστοῦν κατὰ τὴν αὔριον διότι ἡ αὐριανὴ ἡμέρα θὰ φροντίσει γιὰ ὅσα θὰ σᾶς συμβοῦν σ’ αὐτήν. Ἀρκεῖ γιὰ τὴν ἡμέρα ἡ δική της σκοτούρα καὶ ταλαιπωρία.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος λέει: Δὲν διέταξε νὰ ζητοῦμε τὸν καθημερινὸ ἄρτο, ἀλλὰ νὰ μὴν μεριμνοῦμε γιὰ τὴν αὐριανὴ ἡμέρα. Γιατί κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ τὴν ἐλευθερία μας παρέχει καὶ τὴν ψυχή μας προσπαθεῖ νὰ τὴν προσηλώσει ἔτσι ὥστε νὰ ἀναζητοῦμε τὰ ἀνώτερα. Ἄλλωστε, κάθε ἡμέρα ἔχει τὶς δικές της ἀπαραίτητες φροντίδες, τὶς ὁποῖες δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε. Ὁ Θεὸς πράγματι κατανέμει τὶς ἀντιξοότητες καὶ εὐτυχίες μας μέσα στὶς διάφορες περιόδους τῆς ζωῆς μας κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, οὕτως ὥστε νὰ ἑνώνονται μεταξύ τους.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ἑρμηνεύει: «Κακίαν ἐνταῦθα φησί … τὴν ταλαιπωρίαν καὶ τῶν πόνων καὶ τὰς συμφορᾶς … οὐδὲν γὰρ οὕτως ἀλγείνει ψυχή, ὡς μέριμνα καὶ φροντίς». Κακία, ἐδῶ ἐννοεῖ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὸν πόνο καὶ τὶς συμφορές.
Ἐνθαρρυντικὲς προφητεῖες
1) Ὁ Κύριός μας, ο Ἰησοῦς Χριστός, οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Ἅγιοι ποὺ εἶχαν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προφητεύουν γιὰ τὸ τί θὰ συμβεῖ στὶς ἔσχατες ἡμέρες.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἀναφέρει: «Καὶ ἀφοῦ πλησίασαν τὸν Χριστὸ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι μὲ σκοπὸ νὰ τὸν πειράξουν καὶ νὰ τὸν δοκιμάσουν, καὶ ἂν ἔχει θεραπευτικὴ δύναμη, τὸν παρακάλεσαν νὰ δείξει σὲ αὐτοὺς σημάδι ἐξαιρετικὸ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτὸς δὲ ἀπάντησε καὶ τοὺς εἶπε: «Ὅταν βραδιάσει καὶ ἔρθει ὁ ἥλιος στὴ Δύση του, λέτε: «Ἔχουμε αὔριο καλοκαιρία γιατί κοκκινίζει ὁ οὐρανὸς» καὶ τὸ πρωὶ παρατηρεῖτε τὴν Ἀνατολὴ καὶ λέτε: «Σήμερα θὰ εἶναι χειμῶνας γιατί κοκκινίζει σκεπασμένα μὲ σύννεφα ὁ οὐρανός». Ὑποκριτές, ποὺ κάνετε τὸν σοφὸ ἐνῷ πράγματι εἶστε τυφλωμένοι. Ξέρετε νὰ διακρίνετε τὴν ἐξωτερικὴ ὄψη τοῦ οὐρανοῦ, τὰ σημεῖα ὅμως, ποὺ φανερώνουν ὅτι ἔφθασαν οἱ ἡμέρες τοῦ Μεσσία, δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ διακρίνετε;» (Ματθ. 16:1-3)
Στενοχωρούμαστε ὅταν Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχοὶ καὶ Χριστιανοὶ ἀμφισβητοῦν τὶς διάφορες προφητεῖες ποὺ μιλοῦν γιὰ τὶς ἡμέρες τῆς Ἀποκαλύψεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ διάβολος μᾶς κοιμίζει καὶ δὲν μποροῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἀρχίζουν νὰ ἐπαληθεύονται ὅλες οἱ προφητεῖες γιὰ τὸ τί θὰ συμβεῖ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου. Οἱ παρακάτω προφητεῖες ἂς μᾶς προβληματίζουν καὶ νὰ μᾶς ἐνθαρρύνουν ὥστε νὰ μὴν ὁδηγηθοῦμε στὴν ὀλιγοπιστία, τὸν φόβο, τὴν δειλία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ παραλογισμὸς τῶν ἀνθρώπων
2) Εἶπε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας: «Ἔρχεται καιρὸς ὅπου οἱ ἄνθρωποι θὰ καταληφθοῦν ἀπὸ τὴ μανία καὶ θὰ συμπεριφέρονται σὰν παράφρονες. Κι ἂν δοῦν κάποιον νὰ φέρεται λογικά, θὰ ξεσηκωθοῦν ἐναντίον του, λέγοντας: «Σὺ εἶσαι παράφρων». Καὶ τοῦτο, θὰ τὸ ποῦν ἀκριβῶς, διότι δὲν θὰ εἶναι σὰν αὐτούς».
Λίγο χωματάκι…
3) «Τελικὰ θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ βάλουν μπροστά σας τὸν σταυρὸ καὶ τὸ ψωμὶ καὶ θὰ σᾶς ποῦν «διαλέξτε». Θὰ διαλέξουμε τὸν σταυρό», τῆς ἔλεγαν. «Ἀλλὰ πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε;» «Ἔ, θὰ κάνουμε προσευχή, θὰ πλάσουμε βώλους λίγο χωματάκι, θὰ προσευχηθοῦμε στὸν Θεό, θὰ φᾶμε καὶ θὰ χορτάσουμε», ἀποκρινόταν προφητικὰ ἡ Ἁγία Ματρώνα. Ἐνῷ ἀλλοῦ ἔλεγε: «Θὰ πάρετε χῶμα, θὰ κάνετε κουλουράκια, θὰ τὰ σταυρώνετε καὶ θὰ εἶναι σὰν ψωμί».
Ὁ Θεὸς πῶς μᾶς οἰκονομάει, πῶ!, πῶ!
4) Ὁ Ἅγιος Παΐσιος προφητεύει: «Τί θὰ πάθουν ὅμως οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ σφραγίζονται ! Μοῦ ἔλεγε κάποιος εἰδικὸς ὅτι μὲ τὶς ἀκτῖνες λέϊζερ παθαίνει κανεὶς βλάβη. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ σφραγιστοῦν, θὰ τραβοῦν τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ θὰ πάθουν τέτοια ζημιὰ ποὺ θὰ μασοῦν τὴ γλῶσσα τους ἀπὸ τὸν πόνο. (Ἄποκ. 16,10). Ὅσοι δὲν σφραγιστοῦν θὰ περάσουν καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, γιατί ὁ Χριστὸς ὅσους δὲν σφραγιστοῦν θὰ τοὺς βοηθήσει. Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό!
– Γέροντα, πότε θὰ τοὺς βοηθήσει; μετά;
– Ὄχι, τότε.
– Ἀφοῦ, Γέροντα δὲν θὰ μποροῦν νὰ πωλοῦν καὶ νὰ ἀγοράζουν, πῶς θὰ περάσουν καλύτερα;
– Νὰ δεῖς, ὁ Θεὸς ξέρει ἕναν τρόπο, τὸν ξέρω καὶ ἐγὼ αὐτόν. Λοιπόν…, μὲ ἀπασχόλησε πολὺ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ μοῦ ἔστειλε μετὰ τό… τηλεγράφημα. Ὁ Θεὸς πῶς μᾶς οἰκονομάει, πῶ!, πῶ!»
(Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Β’», ἔ, «Πνευματικὴ Ἀφύπνιση», βιβλίο. Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 1999)
Ἐλπιδοφόρο μήνυμα
Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀναφέρει τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα θὰ συμβοῦν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου (Ματθ. 24: 21-24)
(Στιχ.21) «ἔσται γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ’ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ’ οὐ μὴ γένηται»
Καὶ θὰ φύγετε τότε μὲ μεγάλην βίαν καὶ τρόμον, διότι θὰ συμβῇ θλῖψις τόσον μεγάλη, ὁμοία πρὸς τὴν ὁποίαν οὔτε ἔχει γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ κόσμου ἕως τώρα οὔτε καὶ θὰ γίνη.
(Στιχ.22) «καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι»
Καὶ ἐὰν δὲν ὠλιγόστευαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, δὲν θὰ ἐσώζετο κανένας ἄνθρωπος εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ χάριν τῶν ἐκλεκτῶν θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τῆς τρομερᾶς θλίψεως.
(Στιχ.23) «τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός ἤ ὧδε, μὴ πιστεύσητε·»
Τότε ἐὰν κανεὶς σᾶς πῇ· Ἰδοὺ ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, μὴ πιστεύσετε
(Στιχ.24) «ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς»
Διότι θὰ ἀναφανοῦν ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ δώσουν μεγάλα σημεῖα καὶ θὰ κάμουν καταπληκτικὰ ἔργα, ὥστε νὰ πλανήσουν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐκλεκτούς.
Σχόλια:
«Ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι»
Ὁ Χριστὸς ἐδῶ ἀποκαλύπτει τὴν γενικὴ θλίψη ποὺ θὰ προηγηθεῖ τῆς Παρουσίας Του. Ὁπότε λοιπόν, ὁ Θεός, θὰ περιορίσει τὴν περίοδο τοῦ κράτους τοῦ Ἀντιχρίστου.
«ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς»
Ὁ Ζηγαβηνὸς ἑρμηνεύει: «ἐκλεκτοὺς καλεῖ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πιστούς». Οἱ ἐκλεκτοὶ εἶναι εἴτε αὐτοὶ ποὺ θὰ ἐπιστρέψουν στὸ Χριστό, εἴτε στὸ μέλλον, καὶ δὲν θὰ ἔχουν καμία ἀπολύτως σχέση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους τῆς ἀνθρωπότητας, οἱ ὁποῖοι θὰ προσκυνήσουν τὸν Ἀντίχριστο.
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος λέει τὰ ἑξῆς: «Θὰ συντομευθοῦν οἱ ἡμέρες γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς, δὲν θὰ καταλάβουν πότε θὰ περάσουν. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἀφήσει ἀβοήθητο τὸν ἄνθρωπο».
Ἑρμηνεύοντας πάλι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, λέει τὰ ἑξῆς: «Ἐννοεῖ ὅτι θὰ πλανηθοῦν αὐτοὶ ποὺ τὰ ἑρμηνεύουν μὲ τὸ μυαλό».
«Μὴ φοβοῦ ἅ μέλλεις παθεῖν…»
Στὶς φρικτὲς ἐκεῖνες ἡμέρες τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ διάβολος θὰ χρησιμοποιεῖ ὅλα τὰ ὅπλα τοῦ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ψυχή, τὸ σῶμα, τὸν νοῦ, τὴν καρδιά, τὴν δειλία, τὸν φόβο, τὴν ἀνασφάλεια, τὴν ὀλιγοπιστία γιὰ νὰ κλονίσει τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ποὺ θὰ ὁμολογήσουν τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μὲ εὐτολμία.
– «Γιατί αἰσθάνομαι δειλία ὅταν περπατῶ μόνος στὴν ἔρημο, στὴν ἔρημο Ἀβάν;» ρώτησε ἕνας ἀρχάριος μοναχὸς κάποιο γέροντα.
– «Γιατί ζεῖς ἀκόμη», τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, δὲν ἔχεις νεκρωθεῖ γιὰ τὸν Κύριο»
Ρώτησαν τὸν Ἅγιο Παΐσιο:
– Γέροντα, ὅταν ἀκούω γιὰ τὸν Ἀντίχριστο, νιώθω ἕναν φόβο μέσα μου.
– Τί φοβᾶσαι; Ποιός φοβερὸς θὰ εἶναι ἀπὸ τὸ διάβολο; Αὐτὸς εἶναι ἄνθρωπος. Ἐδῶ ἡ Ἁγία Μαρίνα ἔδερνε τὸ διάβολο καὶ ἡ Ἁγία Ἰουστίνα τόσους δαίμονες διέλυσε. Στὸ κάτω – κάτω ἐμεῖς δὲν ἤρθαμε νὰ βολευτοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, μᾶς προτρέπει: «Μὴ φοβοῦ ἅ μέλλεις παθεῖν. Γίνου πὶστὸς ἄχρι θανάτου καὶ δώσω σοὶ τὸν στέφανον τῆς ζωῆς». (Ἄποκ. Β’, 2:10)
Μὴ φοβᾶσαι γιὰ αὐτὰ ποὺ πρόκειται νὰ σοῦ συμβοῦν «ἀπὸ τὸν συνεργὸν τοῦ διαβόλου θλιβερῶν», ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Ἀρέθας Καισαρείας καί «τὴν ἐκ τῶν θεομάχων διὰ μαστίγων καὶ πειρασμῶν θλίψιν», ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Καισαρείας. Διότι ἡ θλίψη εἶναι σύντομη, δὲν θὰ εἶναι μακρόβια.




