Ὁ Μητρ. Τυχικὸς θῦμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ὀλιγαρχίας

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

  Στὴν σύγχρονη ὀρθόδοξη πραγματικότητα, ἡ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὸν τρόπο ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων συχνὰ ὑποβιβάζεται σὲ μιὰ στεγνή, νομικίστικη ἀντιπαράθεση καταστατικῶν χαρτῶν καὶ διοικητικῶν κανονισμῶν. Ὡστόσο, τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὀργανωτικό· εἶναι βαθύτατα ἐκκλησιολογικὸ καὶ δογματικό. Ἀγγίζει τὸν πυρήνα τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας ὡς «Σώματος Χριστοῦ» καὶ θέτει τὸ θεμελιῶδες ἐρώτημα: Ποῖος ἐκλέγει τὸν ἐπίσκοπο; Ἡ χαρισματικὴ κοινότητα ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἢ μιὰ κλειστή, διοικητικὴ ἐλὶτ μὲ γνώμονα τὴν διατήρηση τῶν ἐσωτερικῶν της ἰσορροπιῶν καὶ τὸν ἔλεγχο τῆς ἐξουσίας;

  Ἡ πρόσφατη κρίση γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Μητροπολίτη Πάφου Τυχικοῦ λειτούργησε ὡς ὁ καταλύτης — ἢ, ἀκριβέστερα, ὡς ἡ πολυπόθητη ἀφορμή — γιὰ τὴν ἔναρξη μιᾶς συζήτησης μὲ σαφῆ στόχο: τὴν ἀλλαγὴ τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου ἐκλογῆς στὴν Κύπρο, τὴν κατάργηση τῆς λαϊκῆς ψήφου καὶ τὴν ἐπιβολὴ ἑνὸς συγκεντρωτικοῦ, ὀλιγαρχικοῦ μοντέλου ἐλέγχου τῶν ὑποψηφίων.

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν παρεκτροπὴ τῶν σύγχρονων συστημάτων ἐκλογῆς, ὀφείλουμε νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν πηγὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας: τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα, ἡ πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα βρίσκεται ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ἀνάγκη ἀναπλήρωσης τῆς ἀποστολικῆς δωδεκάδας. Ἡ διαδικασία ποὺ ἀκολουθεῖται εἶναι ὑποδειγματική:

• Ἡ συμμετοχὴ τοῦ πληρώματος: Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος δὲν ἀποφασίζει μονομερῶς, οὔτε συσκέπτεται κεκλεισμένων τῶν θυρῶν μὲ τοὺς ὑπόλοιπους δέκα. Ἀπευθύνεται σὲ ὁλόκληρη τὴν κοινότητα, ἡ ὁποία ἀριθμοῦσε τότε περίπου ἑκατὸν εἴκοσι (120) ψυχές («ἦν τε ὄχλος ὀνομάτων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἑκατὸν εἴκοσιν»).

• Ἡ πρόταση τῶν ὑποψηφίων ἀπὸ τὴν κοινότητα: Tὸ σῶμα τῶν πιστῶν εἶναι ἐκεῖνο ποὺ προτείνει τοὺς ὑποψηφίους («καὶ ἔστησαν δύο»). Ἡ κοινότητα ἀξιολογεῖ μὲ βάση συγκεκριμένα, ἀντικειμενικὰ κριτήρια ποὺ ἔθεσε ὁ Πέτρος (νὰ εἶναι αὐτόπτες μάρτυρες τῆς ἐπίγειας δράσης καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ).

• Ἡ θεία συγκατάθεση μέσῳ προσευχῆς καὶ κλήρου: Ἀφοῦ ἡ κοινότητα ἐπιλέγει τοὺς δύο ἐπικρατέστερους (Ἰωσὴφ καὶ Ματθία), ἀναπέμπεται κοινὴ προσευχὴ («Σύ, Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον ὃν ἐξελέξω…») καὶ ἀκολουθεῖ ἡ κλήρωση.

Tὸ σχῆμα εἶναι σαφές: Ἡ κοινότητα προτείνει, ὁ Θεὸς ὑποδεικνύει, ἡ Ἐκκλησία συνοδικὰ ἀποδέχεται. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος αὐταρχικῆς ἐπιβολῆς ἢ παρασκηνιακῆς διαβούλευσης.

Ἡ ἴδια ἀκριβῶς ἐκκλησιολογικὴ γραμμὴ ἀκολουθεῖ­ται καὶ στὴν ἐκλογὴ τῶν Ἑπτὰ Διακόνων. Ὅταν προκύπτει ἡ ἀνάγκη γιὰ τὴν διακονία τῶν τραπεζῶν, οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι συγκαλοῦν «τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν» καὶ δίνουν τὴν ἐντολή:

«Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά… οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης».

Tὸ κείμενο ἀναφέρει ὅτι ἡ πρόταση αὐτὴ «ἤρεσεν ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους» καὶ ὁ λαὸς ἐξέλεξε τοὺς ἑπτά. Οἱ Ἀπόστολοι, στὴν συνέχεια, ἐπικύρωσαν τὴν ἐκλογὴ τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν (χειροτονία). Ἡ διάκριση τῶν ῥόλων εἶναι διαυγής: Ὁ λαὸς ἐκλέγει (διακρίνει τὸ χάρισμα), οἱ ποιμένες χειροτονοῦν καὶ καθιστοῦν στὴν ὑπηρεσία.

Ἡ καινοδιαθηκικὴ αὐτὴ πράξη δὲν ἀπετέλεσε μία προσωρινή, «δημοκρατικὴ» παρένθεση τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ παγιώθηκε ὡς ὁ κανόνας τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς πρώτους τρεῖς αἰῶνες.

Στὸ κείμενο «Ἡ Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων» (τέλη 1ου / ἀρχὲς 2ου αἰώνα), ἡ ἐντολὴ πρὸς τὶς τοπικὲς κοινότητες εἶναι κατηγορηματική:

«Χειροτονήσατε οὖν ἑαυτοῖς ἐπισκόπους καὶ διακόνους ἀξίους τοῦ Κυρίου».

Ἡ χρήση τῆς αὐτοπαθοῦς ἀντωνυμίας («ἑαυτοῖς» — γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας) καταδεικνύει ὅτι ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία εἶχε τὴν ἀπόλυτη εὐθύνη καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλέξει τοὺς δικούς της ποιμένες.

Στὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ (3ος αἰώνας), ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ ἀνάγεται σὲ ζήτημα Θείου Δικαίου (divina auctoritas). Ὁ Κυπριανὸς γράφει χαρακτηριστικά:

«Ὁ λαός, συμμορφούμενος μὲ τὶς θεῖες ἐντολές… ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐκλέγει ἄξιους ἱερεῖς καὶ νὰ ἀπορρίπτει τοὺς ἀνάξιους».

Γιὰ τὸν Κυπριανό, ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐκλογὴ ἐξασφαλίζει ὅτι τὸ ἔγκλημα ἢ ἡ ἀξία τοῦ ὑποψηφίου θὰ γίνει γνωστὴ σὲ ὅλους, ὥστε ἡ ἐκλογὴ νὰ εἶναι δίκαιη καὶ σύμφωνη μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. Ἡ φράση του:

«Qui praefecturus est omnibus, ab omnibus eligatur» (Αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ προΐσταται ὅλων, πρέπει νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ ὅλους) ἀποτέλεσε τὸ θεμέλιο τῆς δυτικῆς καὶ ἀνατολικῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης γιὰ αἰῶνες.

Ὁ Ἱππόλυτος Ῥώμης περιγράφει τὴν διαδικασία χειροτονίας τοῦ ἐπισκόπου:

«Ἐπίσκοπος χειροτονεῖται ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐκλεγεῖ ἀπὸ ὅλο τὸν λαὸ (ab omni populo). Ὅταν ἀναφέρεται τὸ ὄνομά του καὶ ὅλοι συμφωνοῦν, ὁ λαὸς συγκεντρώνεται μαζὶ μὲ τὸ πρεσβυτέριο καὶ τοὺς παριστάμενους ἐπισκόπους τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Μὲ τὴ συγκατάθεση ὅλων (consensu omnium), οἱ ἐπίσκοποι ἐπιθέτουν τὰ χέρια ἐπ᾿ αὐτόν».

Ἡ συναίνεση (consensus) τοῦ λαοῦ δὲν ἦταν μιὰ τυπικὴ χειροκροτητικὴ διαδικασία, ἀλλὰ οὐσιαστικὴ προϋπόθεση. Tὸ «Ἄξιος!» τοῦ λαοῦ ἦταν ἡ ἐπισφράγιση τῆς ἐκλογῆς. Χωρὶς αὐτό, ἡ χειροτονία θεωροῦταν ἄκυρη, καθὼς δὲν ἐξέφραζε τὴν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) καὶ ἡ σύνδεσή της μὲ τὴν κρατικὴ ἐξουσία τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἐπέφερε δραματικὲς ἀλλαγὲς στὴν δομή της.

Ὁ 4ος Κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) ὁρίζει ὅτι ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ καθίσταται «ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ» ἐπισκόπων, ἢ τοὐλάχιστον ἀπὸ τρεῖς, μὲ τὴν γραπτὴ συγκατάθεση τῶν ἀπόντων, καὶ ἡ ἐπικύρωση νὰ ἀνήκει στὸν Μητροπολίτη. Ἄν καὶ ὁ κανόνας αὐτὸς ἑστιάζει στὴ συν­οδικὴ πτυχὴ τῆς χειροτονίας (γιὰ νὰ ἀποφεύγονται οἱ σχισματικὲς καὶ ἄτακτες χειροτονίες), χρησιμοποιήθηκε μεταγενέστερα ὡς νομικὸ πάτημα γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς.

Ἡ σταδιακὴ περιθωριοποίηση τοῦ λαοῦ δικαιολογήθηκε ἱστορικὰ ἀπὸ τρεῖς κυρίως παράγοντες:

1. Οἱ κοινωνικὲς ἀναταραχές: Σὲ μεγάλες πόλεις (ὅπως ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀντιόχεια καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη), οἱ ἐπισκοπικὲς ἐκλογὲς μετατρέπονταν συχνὰ σὲ πεδίο αἱματηρῶν συγκρούσεων μεταξὺ πολιτικῶν ἢ δογματικῶν φατριῶν.

2. Ἡ παρέμβαση τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων: Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἤθελε νὰ ἐλέγχει ποῖος ἀνεβαίνει στοὺς σημαντικοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους, μετατρέποντας τὴν ἐκλογὴ σὲ πολιτικὸ διορισμό.

3. Ἡ θεολογικὴ ἀλλοίωση: Ἡ ἀνάπτυξη μιᾶς ἔντονης «πυραμιδωτῆς» ἐκκλησιολογίας, ὅπου ὁ ἐπίσκοπος δὲν θεωροῦταν πλέον ὁ ἐκφραστὴς τῆς τοπικῆς κοινότητας, ἀλλὰ ἕνας «διοικητής» διορισμένος ἀπὸ μιὰ ἀνώτερη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή.

Ἔτσι, ἡ ἐκλογὴ πέρασε ἀπὸ τὴ χαρισματική  σύν­αξη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀποκλειστικὴ δικαιοδοσία τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων, μετατρέποντας τὸν λαὸ σὲ παθητικὸ θεατὴ μιᾶς προειλημμένης ἀπόφασης.

Σὲ αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ τοπίο τῆς ἀπόλυτης συνοδικότητας, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀποτελοῦσε μιὰ φωτεινή, ἂν καὶ ἰδιότυπη, ἐξαίρεση.

Tὸ σύστημα μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ, παρὰ τὶς πρακτικές του δυσκολίες καὶ τὶς περιστασιακὲς ἐντάσεις ποὺ προκαλοῦσε (ὅπως ἡ ἔντονη προεκλογικὴ ἐκστρατεία), ἐξασφάλιζε μιὰ βασικὴ ἐκκλησιολογικὴ ἰσορροπία: Ὁ λαὸς πρότεινε τοὺς ἐκλεκτούς του καὶ ἡ Σύνοδος ἐπέλεγε τὸν καταλληλότερο. Ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας δὲν μποροῦσε νὰ ἀγνοήσει πλήρως την λαϊκὴ βούληση, καθὼς ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ κινηθεῖ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ τριπροσώπον, ποὺ εἶχε διαμορφώσει ἡ βάση τῶν πιστῶν.

Ἡ ἰσορροπία αὐτὴ ἄρχισε νὰ θεωρεῖται ἐνοχλητικὴ γιὰ μιὰ μερίδα τῆς ἱεραρχίας, ὅπως φαίνεται, ἡ ὁποία ἐπιθυμοῦσε τὴν πλήρη αὐτονόμησή της ἀπὸ τὴν λαϊκὴ βάση καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση ἑνὸς συστήματος ἀπόλυτου ἐλέγχου. Ἡ εὐκαιρία ποὺ ἀναζητοῦσαν ἀπὸ καιρὸ παρουσιάστηκε μὲ τὴν κρίση γύρω ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Πάφου Τυχικό.

Ἀντὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν κρίση αὐτὴ μὲ πνεῦμα ποιμαντικῆς εὐθύνης καὶ διαλόγου, ἐπέλεξε νὰ τὴν χρησιμοποιήσει ὡς σκιάχτρο, γιὰ νὰ τρομοκρατήσει τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα· γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο προβλήθηκε ἔντονα τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ λαοῦ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις παράγει «φανατισμό», «διχασμό» καὶ «ὀχλαγωγία».

Ὁ πραγματικὸς στόχος πίσω ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τῆς «κρίσης τοῦ Τυχικοῦ» φαίνεται νὰ ἦταν ἡ κατάργηση ἢ ἡ δραστικὴ ἀποδυνάμωση τοῦ τριπροσώπου. Ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἐπιθυμεῖ νὰ μεταφέρει τὴν ὅλη διαδικασία κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Μὲ τὴν κατάργηση τῆς λαϊκῆς ψηφοφορίας, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θὰ μπορεῖ νὰ αὐτο-αναπαράγεται χωρὶς νὰ λογοδοτεῖ πουθενά.

Αὐτὸ ἐπιτρέπει στὴν ἑκάστοτε ἡγετικὴ ὁμάδα τῆς Συνόδου νὰ ἀποκλείει ἐκ τῶν προτέρων «μὴ ἀρεστούς» ὑποψηφίους, ἀκόμη κι ἂν αὐτοὶ χαίρουν καθολικῆς ἐκτίμησης καὶ ἀγάπης ἀπὸ τὸν λαό, καὶ νὰ ἐλέγχει ἀπόλυτα τὴν σύνθεση τῆς Ἱεραρχίας, διασφαλίζοντας ὅτι οἱ νέοι ἐπίσκοποι θὰ εἶναι πειθήνια ὄργανα τῆς ἑκάστοτε πλειοψηφίας.

Ἡ συνοδικότητα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν «συναδελφισμό» τῶν ἐπισκόπων. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων δὲν εἶναι ἕνα «διοικητικὸ συμβούλιο» ποὺ ἀποφασίζει ἐρήμην τῆς ἑταιρείας. Εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς πίστης ὁλόκληρου τοῦ σώματος. Ὅταν ὁ λαὸς ἀποκλείεται, ἡ συνοδικότητα ἀκρωτηριάζεται καὶ μετατρέπεται σὲ δεσποτισμό.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν χωρίζεται σὲ «ἐνεργητικὴ» ἱεραρχία (ποὺ διοικεῖ καὶ φωτίζει) καὶ «παθητικὸ» λαό. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Χρίσματος, κατέχει τὸ «βασίλειον ἱεράτευμα» καὶ εἶναι ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (σύμφωνα καὶ μὲ τὴν περίφημη Ἐγκύκλιο τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ 1848). Ἡ ἀφαίρεση τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκφέρει γνώμη γιὰ τὸν ποιμένα του ἀποτελεῖ ἄμεση προσβολὴ πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ σὲ κάθε βαπτισμένο μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄν ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας ἐπιλέξει τὸν δρόμο τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ λαοῦ, θὰ ἔχει ἴσως ἐξασφαλίσει μιὰ πρόσκαιρη, διοικητικὴ ἡσυχία καὶ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν συσχετισμῶν δύναμης ἐντὸς τῆς Συνόδου. Θὰ ἔχει ὅμως χάσει κάτι πολὺ σημαντικότερο: τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴ ζωντανὴ σχέση μὲ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

«Οὐκ ἐγὼ οὔτε οἱ ἐμοὶ κανόνες, ἀλλ᾿ ἡ παράδοσις τῶν Πατέρων…».

Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἀληθινὴ αὐθεντία στὴν Ἐκκλησία δὲν πηγάζει ἀπὸ τοὺς θρόνους καὶ τὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ποὺ βιώνεται   συν­οδικὰ ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ — κλῆρο καὶ λαὸ μαζί.

  Next Article

Τὸ φιλιόκβε, μία «παραλλαγὴ σὲ μία φράση πίστης», καὶ τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 – Mέρος Β΄