Τοῦ κ. Λέοντος Μπράνγκ, θεολόγου
Μέρος Β΄
Ὁ συγγραφέας ποὺ συνέταξε στὸ διδακτικὸ ἐγχειρίδιο τῶν Ἐκδόσεων Μπαρμπουνάκης γιὰ τὴν Γ΄ Γυμνασίου τὴν ἑνότητα γιὰ τὸ Μεγάλο Σχίσμα τοῦ 1054 προέταξε στὴν ἰδιαίτερα λιτὴ παρουσίαση τοῦ σχίσματος ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου μία μικρὴ παράγραφο περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ Παπικοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὸν τίτλο «Ὅταν ὁ Πάπας ἔγινε «βασιλιὰς» (8ος αἰ.)» παραθέτει τὸ ἑξῆς κείμενο: «Στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη τοῦ 700 μ .Χ . ὁ Πάπας ἦταν ἤδη ὁ θρησκευτικὸς ἡγέτης τῶν Χριστιανῶν. Σύντομα, ὅμως, ἀπέκτησε καὶ στρατό, φόρους καὶ ἐδάφη. Πῶς; Τὸ 754-756 οἱ Φράγκοι –ἕνα γερμανικὸ βασίλειο μὲ ἡγέτη τὸν Πεπίνο Γ΄ τὸν Βραχὺ– τοῦ χάρισαν γῆ στὴν κεντρικὴ Ἰταλία. Ἔτσι γεννήθηκε τὸ Παπικὸ Κράτος. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ὁ Πάπας ἦταν κάτι σὰν «μικρὸς βασιλιάς», ἐνῶ οἱ αὐτοκράτορες τῆς Κωνσταντινούπολης ἔβλεπαν τὴ δύναμή του νὰ μεγαλώνει».
Ἀπέκτησα ἀδελφὸν, τὴν κεφαλὴν τῆς οἰκουμένης καὶ τὴν ἀγαπῶ
Ἡ ἐπισήμανση αὐτοῦ τοῦ ἀδιανόητου γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα φαινομένου, ἀρχιερέας νὰ ἀσκεῖ καὶ κοσμικὴ ἐξουσία (Βλ. τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος «Εἰς τὸν Ποιμένα») εἶναι, φυσικά, χρήσιμη στὴ συνάφεια αὐτή, ἀλλὰ δὲν ἀξιοποιεῖται καθόλου. Πέρα ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἱστορικὴ πληροφορία γιὰ τὸν συνδυασμὸ κοσμικῆς καὶ πνευματικῆς ἐξουσίας στὰ χέρια τοῦ Πάπα ποὺ βρίσκει ἐφαρμογὴ μέχρι σήμερα μὲ τὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ, οἱ μαθητὲς δὲν ἀποκομίζουν τὸ ὄντως κεντρικὸ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ Παπισμοῦ δεδομένο: Ὁ ἑκάστοτε Πάπας θεωροῦσε καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς ἀντιπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑπομένως ὡς κέντρο τοῦ χειρισμοῦ τόσο τῆς πνευματικῆς ὅσο καὶ τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας πάνω στὴ Γῆ. Ἂν καὶ σήμερα αὐτὴ ἡ αὐτοθεώρηση τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ δὲν ἐκδηλώνεται πλέον τόσο ξεκάθαρα, ἐπειδὴ οἱ Πάπες παραιτοῦνται ἀπὸ τὴ στέψη μὲ τὴν Τιάρα, ἐν τούτοις αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ σημαίνει, ὅτι αὐτὴ ἡ πεποίθηση ἔχει ἐκλείψει. Ἡ τελευταία στέψη μὲ τὴν τιάρα ἔγινε στὸν πάπα Παῦλο ΣΤ΄ στὶς 30 Ἰουνίου 1963, κατὰ τὴν ὁποία ἀποκάλεσαν τὸν συγκεκριμένο Πάπα μεταξὺ τῶν ἄλλων «πατέρα τῶν πριγκίπων καὶ βασιλέων» καὶ «κεφαλὴ τῆς οἰκουμένης». Αὐτὴ τὴν κεφαλὴ τῆς οἰκουμένης καὶ αὐτὸν τὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔκλεισε ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας Α΄στὶς 5 Ἰανουαρίου 1964 στὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν ἀγκαλιά του καὶ εἶπαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «ἀπέκτησα ἕνα ἀδελφὸν» καὶ «σ’ ἀγαπῶ». Ὁ Ἅγιος Παΐσιος μὲ τὸ γνωστό του χιοῦμορ ἔλαβε ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ἀγαπολογία καὶ – ποιὸς ξέρει – ἴσως καὶ τὰ πολλὰ διαμάντια τῆς τιάρας τοῦ Πάπα ὡς ἀφορμή, γιὰ νὰ περιγράψει τὸ 1969 στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο τὴ στάση τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ὡς ἑξῆς: «Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναῖκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή». Καὶ γιὰ τὸν σημερινὸ Πατριάρχη πιθανῶς ἰσχύει τὸ ἴδιο: αἰσθάνεται τὸν Πάπα ἐξ Ἀμερικῆς πολὺ περισσότερο ἀδελφό του παρὰ τὸν Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο.
Ἡ κεφαλὴ τῆς οἰκουμένης μὲ πλαστογραφίαν ἀξιώνει τὴν ὑποταγὴν τῆς Ὀρθοδοξίας
Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν συγγραφέα τῆς ἑνότητας περὶ τοῦ σχίσματος. Ἀσφαλῶς δὲν ἤθελε νὰ δώσει αὐτὴ τὴν τόσο οὐσιαστικὴ διάσταση τῆς κεφαλῆς τῆς οἰκουμένης γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ. Ἀλλά, προκειμένου νὰ γίνει κατανοητὸ τὸ σχίσμα ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου καὶ στὴ συνέχεια τὸ Μεγάλο Σχίσμα τοῦ 1054, ἔπρεπε νὰ ἀναφερθεῖ ἡ διεκδίκηση ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ τοῦ πρωτείου ἐξουσίας σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, βέβαια, δὲν τοῦ ἀναγνωρίστηκε ποτὲ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Αὐτὴ τὴν πεποίθηση ἐκδήλωσε ὁ Πάπας Νικόλαος ὁ Πρῶτος, ἕνας ἰδιαίτερα ἱκανὸς καὶ στὸ ἔπακρο φιλόδοξος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλευόταν κάθε εὐκαιρία, γιὰ νὰ ἐπιβάλει τὸ παπικὸ πρωτεῖο στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Εἶναι ὁ Πάπας ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος χρησιμοποίησε τὶς Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις, μία ἀπὸ τὶς πιὸ πετυχημένες πλαστογραφίες ὅλων τῶν ἐποχῶν. Πρόκειται γιὰ τὴ δημιουργία καὶ συγκέντρωση μίας πληθώρας χειρογράφων – γνήσιων ἀναμεμιγμένων μὲ πλαστὰ – ποὺ ἔγινε στὴν Ἀνατολικὴ Γαλλία μεταξὺ τῶν ἐτῶν 847-852 στὴν περιοχὴ τῆς πόλης Ρένς. Μέχρι σήμερα ἔχουν ἐντοπισθεῖ ἑκατοντάδες πηγές. Οἱ πλαστογράφοι συνέθεσαν τὰ κείμενα αὐτὰ σὰν μωσαϊκό, δὲν τὰ ἀντέγραψαν ἁπλῶς, ἀλλὰ τὰ προσάρμοσαν τὴν κάθε φορὰ μὲ μεγάλη δεξιοτεχνία, ὥστε νὰ προκύψει μία ἑνιαία εἰκόνα. Ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ πλαστογραφία ἀποδείχθηκε μόνο στὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα, 600 χρόνια μετὰ τὴ δημιουργία τους.
Οἱ Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις προβάλλουν τὶς θεοκρατικὲς διεκδικήσεις τοῦ Παπισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Πάπας ἐμφανίζεται ὡς κεφαλὴ ὅλης τῆς οἰκουμένης, «caput totius orbi». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Νικόλαος τὶς ἀξιοποίησε γιὰ τὴν ἐπέμβασή του στὰ ζητήματα τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς. Μετὰ τὴν ἀνάρρηση τοῦ Μεγάλου Φωτίου σὲ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὸ 858, εἶχε σταλεῖ τὸ ἐθιμοτυπικὸ συνοδικὸ γράμμα στὸν Πάπα ποὺ τοῦ ἀνήγγειλε τὴν καθαίρεση τοῦ προηγούμενου Πατριάρχη Ἰγνατίου λόγῳ τῆς μὴ κανονικῆς ἀνάδειξής του, καὶ τὴν ἐνθρόνιση τοῦ νέου Πατριάρχη, τοῦ Μεγάλου Φωτίου. Ἤδη ἡ ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Νικολάου Α΄ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ καὶ τὸν Πατριάρχη Φώτιο φανέρωσε τὶς προθέσεις του. Ἀνάγοντας τὸν παπικὸ θεσμὸ σὲ κριτήριο τῆς Ἐκκλησίας, ζητοῦσε τὸ λόγο, πῶς μποροῦσε νὰ συμβεῖ ἡ καθαίρεση τοῦ Πατριάρχη Ἰγνατίου «χωρὶς τὴν συμβουλὴ τοῦ ρωμαίου Ποντίφικα». Ἐπίσης ἐπισήμανε στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ τὴν κατ’ αὐτὸν ἀντικανονικὴ ἀνάδειξη τοῦ Πατριάρχη Φωτίου μὲ «ἀθρόον» χειροτονία ἀπὸ λαϊκὸ σὲ Πατριάρχη – στὴν Ὀρθοδοξία αὐτὸ δὲν θεωρήθηκε ἀντικανονικὸ – καὶ ζήτησε μέσῳ δύο ἀντιπροσώπων του ἀνακρίσεις τόσο σχετικὰ μὲ τὴν καθαίρεση ὅσο καὶ σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάδειξη τοῦ νέου Πατριάρχη, προκειμένου νὰ τὸν ἀναγνωρίσει. Ἀκολούθησε ἡ Σύνοδος τοῦ 861 (Πρωτοδευτέρα), στὴν ὁποία οἱ παπικοὶ ἀντιπρόσωποι μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Συνόδου ἀναγνώρισαν τόσο τὴν καθαίρεση ὅσο καὶ τὴν κανονικότητα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πατριάρχη Φωτίου. Ὁ Πάπας, ἀποφασισμένος νὰ ἐπιβάλει τὴν ἀξίωσή του τῆς ὑποταγῆς τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀντιπροσώπων του τοὺς καθαίρεσε καὶ ἀπέστειλε δύο ἐπιστολὲς πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχη, ἀπορρίπτοντας τόσο τὴν καθαίρεση τοῦ Πατριάρχη Ἰγνατίου ὅσο καὶ τὴν κανονικότητα ἀνάδειξης τοῦ Ἁγίου Φωτίου. Ἔπειτα, στὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ τὸ 863 καθαιρέθηκε ὁ Πατριάρχης Φώτιος καὶ ἀναγνωρίστηκε ὁ Ἰγνάτιος ὡς νόμιμος Πατριάρχης.
Ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Φώτιος ἀποτρέπει τὴν ὑποταγὴν τῆς Ὀρθοδοξίας
Ὁ Πατριάρχης Φώτιος – καὶ αὐτὸ καταρρίπτει ἐντελῶς τὶς διάφορες κατηγορίες ποὺ τοῦ προσῆψαν γιὰ ὑπερηφάνεια – σὲ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀντέδρασε. Ἀναγκάστηκε ὅμως τελικὰ νὰ ἀντιδράσει ἐξαιτίας τῆς παρέμβασης τοῦ Πάπα μὲ ἱεραποστόλους στὴν Βουλγαρία, τὴν ὁποία τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως θεωροῦσε ὑπὸ τὴ δική του δικαιοδοσία. Στὴ περίφημη ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς κατήγγειλε τὴν ἀντικανονικὴ ἀποστολὴ τῶν Λατίνων κληρικῶν, τὴν ἐκδίωξη τῶν Ἑλλήνων ὀρθοδόξων κληρικῶν, τὰ καινοφανῆ λατινικὰ ἔθιμα καὶ τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ filioque στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Ἀνατολῆς ποὺ κλήθηκαν μὲ τὴν ἐπιστολὴ σὲ Σύνοδο, συνῆλθαν τὸν Ἰούλιο – Αὔγουστο τοῦ 867 στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καταδίκασαν τὶς παπικὲς καινοτομίες καὶ ἀφόρισαν τὸν πάπα Νικόλαο Α΄, ὅπως καὶ τοὺς Λατίνους κληρικοὺς στὴ Βουλγαρία.
Ἔτσι, ἔχει τὸ θέμα σὲ πολὺ ἁδρὲς γραμμές. Μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ΄ ἀπὸ τὸν νέο αὐτοκράτορα Βασίλειο Α΄, ἐκεῖνος γιὰ νὰ στερεωθεῖ καλὰ στὸν θρόνο, ἀναζήτησε καλὲς σχέσεις μὲ τὴ Ρώμη. Γι’ αὐτὸ ἀπομάκρυνε τὸν Πατριάρχη Φώτιο ἀπὸ τὸ θρόνο καὶ ἀνέβασε πάλι τὸν Πατριάρχη Ἰγνάτιο στὴ θέση του. Ἐπίσης ἀπομακρύνθηκαν καὶ ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ ἔμειναν πιστοὶ στὸν Μέγα Φώτιο. Σύντομα ὅμως κατάλαβε ὁ νέος Αὐτοκράτωρ, ὅτι μὲ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Μεγάλου Φωτίου καὶ τῶν πιστῶν σ’ αὐτὸν Ἱεραρχῶν ζημίωσε πολὺ τὴν Αὐτοκρατορία. Τὸν ἀνακάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν του. Ἀκολούθησε ἡ συμφιλίωση μὲ τὸν Πατριάρχη Ἰγνάτιο καὶ μετὰ τὸ θάνατό του τὸ 877, ὁ Μέγας Φώτιος πῆρε πάλι τὴ θέση τοῦ Πατριάρχη χωρὶς καμία ἄλλη διαδικασία. Ἡ δὲ πλήρης ἀποκατάστασή του, ὅπως καὶ ἐκείνη τῶν πιστῶν σ’ αὐτὸν Ἱεραρχῶν ἔγινε στὴ τελευταία γενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τὸ 879-880, ὅπως ἐπισημάναμε ἤδη, μὲ τὴ στήριξη τοῦ τότε Πάπα Ρώμης Ἰωάννη Η΄.
Τὸ Μέγα Σχίσμα τοῦ 1054: Συσσωρευμένη παραπληροφόρησις
Νὰ δοῦμε ὅμως, πῶς στὴ συνέχεια ὁ συγγραφέας αὐτῆς τῆς ἑνότητας τοῦ σχολικοῦ βιβλίου παρουσιάζει τὴν πορεία πρὸς τὸ σχίσμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τοῦ σχίσματος τοῦ 1054. Ἤδη σχετικὰ μὲ τὸ σχίσμα ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου ἀνέφερε τὰ ἑξῆς γιὰ τὸ φιλιόκβε: «Μία μικρὴ λέξη-μεγάλο ζήτημα: τὸ filioque («καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ»). Οἱ Δυτικοὶ πρόσθεσαν τὴ φράση στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης, λέγοντας ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. Ἡ Ἀνατολὴ διαφωνοῦσε ἔντονα, θεωρώντας τὴν ἀλλαγὴ αὐθαίρετη.» Καὶ λίγο παρακάτω βρίσκεται ἡ ἑξῆς πολὺ κατατοπιστικὴ πρόταση: «Ἀπὸ μία διένεξη περὶ πρωτείου καὶ μία παραλλαγὴ σὲ μία φράση πίστης φτάσαμε σὲ ἕνα χωρισμὸ ποὺ κρατᾶ σχεδὸν χίλια χρόνια». Αὐτὸ ποὺ ὀνομάζει ὁ συγγραφέας διένεξη περὶ πρωτείου, τὴν ὁποία δὲν διαπραγματεύτηκε οὔτε μὲ μία λέξη, ἀλλὰ ἄφησε μόνο ὑπονοούμενα γιὰ τὸν Μέγα Φώτιο – σίγουρα διαφωτίστηκε ἐπαρκῶς ἀπὸ τὸ δεδομένο τῆς πλαστογραφίας τῶν Ψευδοϊσιδώρειων Διατάξεων καὶ τὴ χρήση τους ἀπὸ τὸν πάπα Νικόλαο Α΄ ὅπως καὶ τὴν ἀντίδραση τοῦ Ἁγίου Φωτίου.
Ὡς πρὸς τὸ φιλιόκβε ἡ διατύπωση «μία παραλλαγὴ σὲ μία φράση πίστης» φανερώνει ἀπόλυτα τὴν ἀδιαφορία τοῦ συγγραφέα σὲ θέματα πίστης ἢ μᾶλλον τὴν πρόθεση διαστροφῆς τῆς πίστης ἐκ μέρους του. Μήπως δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ φιλιόκβε στὴν οὐσία καταργεῖ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀντικαθιστᾶ μὲ τὴν κατασκευὴ ἑνὸς Θεοῦ εἰδώλου, ὅπως τὸ εἶχε ἐπισημάνει ὁ Μέγας Φώτιος στὴν ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς; Ἐπὶ πλέον αὐτὴ ἡ, κατὰ τὸν συγγραφέα, παραλλαγὴ μίας φράσης, δηλ. τὸ φιλιόκβε, δὲν θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία ὡς αὐθαίρετη, ἀλλὰ ἦταν αὐθαίρετη, ἐφόσον στὴ 2η Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὸ ἄρθρο περὶ Ἁγίου Πνεύματος αὐτὴ ἡ φράση δὲν ὑπάρχει.
Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα καὶ βασικὰ στοιχεῖα τῆς ἔλλειψης κάθε ἐπιστημονικῆς προσέγγισης ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέα εἶναι αὐτὰ ποὺ καταχωρεῖ μὲ τὸν ὑπότιτλο: «Οἱ Νορμανδοί, οἱ κατηγορίες καὶ τὸ 1054». Ξεκινάει μὲ τὸ δεδομένο τῆς κατάκτησης βυζαντινῶν ἐδαφῶν ἀπὸ τὸ 1040 ἐκ μέρους τῶν Νορμανδῶν, οἱ ὁποῖοι συμμάχησαν τελικὰ μὲ τὸν Πάπα, δηλ. παρέδωσαν στὴ δική του δικαιοδοσία τὰ ἐδάφη αὐτά. Ἐπισημαίνει, ὅτι «Πατριάρχης τὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι ὁ ἰσχυρογνώμων Μιχαὴλ Κηρουλάριος, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖ τοὺς Λατίνους γιά:
• Τὴ χρήση ἄζυμου ψωμιοῦ στὴ Θεία Εὐχαριστία.
• Διαφορετικὲς νηστεῖες (π .χ . νηστεία Σαββάτου).
• Ἐπιμονὴ στὸ filioque.»
Ὁ Πατριάρχης Μιχαὴλ Κηρουλάριος παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ὡς «ἰσχυρογνώμων» καὶ τὸ θεμελιώνει μὲ τὶς κατηγορίες ποὺ ἀπαγγέλλει στοὺς Λατίνους. Ἀποσιωπᾶ ὅμως, καὶ αὐτὸ φανερώνει γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὴ δική του διάθεση διαστροφῆς τῶν πραγμάτων, ὅτι ὁ Πάπας ἀνάγκασε τοὺς χριστιανούς, τῶν ὁποίων οἱ περιοχὲς εἶχαν κατακτηθεῖ ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς, νὰ δεχθοῦν τὶς λατινικὲς καινοτομίες, δηλ. τὴ χρήση ἄζυμου ἄρτου στὴ Θεία Εὐχαριστία, τὴ νηστεία τοῦ Σαββάτου ὅπως καὶ τὸ φιλιόκβε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τί ἑπομένως κατήγγειλε ὁ “ἰσχυρογνώμων” Πατριάρχης; Τὴν παραβίαση τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν χριστιανῶν αὐτῶν τῶν περιοχῶν, τὸν αὐταρχισμὸ τοῦ Πάπα.
Ὁ Πάπας Λέων Θ΄ ἔστειλε στὴ συνέχεια τρεῖς ἀπεσταλμένους, ὅπως ἀναφέρει ὁ συγγραφέας τοῦ κεφαλαίου, προφανῶς γιὰ συζητήσεις. Ἀλλὰ πουθενὰ στὸ κείμενο ἔστω μία ἀναφορὰ στὴν προκλητικὴ στάση τοῦ Καρδινάλιου Οὐμβέρτου στὴ Κωνσταντινούπολη, ποὺ μαρτυροῦν ὅλοι οἱ σοβαροὶ ἱστορικοί. Οἱ μαθητὲς φυσικὰ δὲν γνωρίζουν αὐτὲς τὶς πηγὲς καὶ ἄρα ὑφίστανται παραπληροφόρηση. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ στὴ συνέχεια. Γράφει ὁ συγγραφέας: «Οἱ συζητήσεις ἀποτυγχάνουν. Στὶς 16 Ἰουλίου 1054 οἱ ἀπεσταλμένοι ἀφήνουν στὸ ἱερό τῆς Ἁγίας Σοφίας ἔγγραφο ποὺ ἀφορίζει τὸν Πατριάρχη.» Οἱ λεπτομέρειες ὅμως φανερώνουν τὶς πραγματικὲς διαθέσεις: Γιατί δὲν ἀναφέρει οὔτε μὲ μία λέξη, ὅτι τὸ ἔγγραφο ἀφορισμοῦ ἦταν γεμᾶτο μὲ συκοφαντίες ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ὅτι ἐνθαρρύνει τὸν εὐνουχισμὸ καὶ ὅτι δῆθεν ἀφαίρεσε τὸ φιλιόκβε ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Σωστὰ ἀναφέρει, ὅτι οἱ ἀπεσταλμένοι ἄφησαν τὸ ἔγγραφο ἀφορισμοῦ μέσα στὸ ἱερὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Γιατί ὅμως ἀποκρύβει ἀπὸ τοὺς μαθητές, ὅτι ἐπιδεικτικὰ – φανερώνοντας τὸ ἦθος τους – τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας τὸ τοποθέτησαν πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας; Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑπόμενη πρόταση τοῦ συγγραφέα παραπληροφορεῖ. Λέγει: «ὁ Κηρουλάριος ἀπαντᾶ μὲ δικό του ἀφορισμὸ ἐναντίον τους». Δὲν ἦταν ὅμως ἀκριβῶς ἔτσι. Ναὶ μὲν οἱ ἀπεσταλμένοι ἀναχώρησαν ἀμέσως μετὰ τὴν κατάθεση τοῦ ἀφορισμοῦ, ἀλλὰ ὁ αὐτοκράτωρ ἔστειλε ἀνθρώπους ποὺ τοὺς πρόλαβαν καὶ τοὺς παρακάλεσαν νὰ ἐπιστρέψουν, ὥστε σὲ σύνοδο νὰ συζητήσουν τὰ ζητήματα. Αὐτοὶ ὅμως ἀρνήθηκαν νὰ ἐπιστρέψουν. Μόνο μετὰ τὴν ἄρνησή τους νὰ ἐπιστρέψουν ὁ Πατριάρχης συγκάλεσε σύνοδο, ἡ ὁποία καταδίκασε ὄχι γενικὰ τοὺς δυτικούς, ἀλλὰ μόνο τοὺς συντάκτες τοῦ ἐγγράφου ἀφορισμοῦ καὶ ἐκείνους ποὺ τὸ υἱοθετοῦσαν.
Γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀκόμα ἡ πρακτικὴ τῆς παραπληροφόρησης, μᾶς παρέχει καὶ τὴν ἑξῆς κρίση: «Αὐτὴ ἡ ἀνταλλαγὴ ἀφορισμῶν θεωρεῖται τὸ Ὁριστικὸ Σχίσμα: ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία χωρίζεται ἀμετάκλητα σὲ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ καὶ Ρωμαιοκαθολικὴ Δυτική». Ἀλλὰ αὐτὸ ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἀδύνατο. Ὁ ἀφορισμός, ὅπως ἐπισημάναμε, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1054 ἀφοροῦσε μόνο τοὺς συντάκτες τοῦ ἐγγράφου καὶ ὅσους τὸ υἱοθετοῦσαν.
Οἱ σταυροφορίες σφράγισαν ἐν τέλει τὴν ὅλη διάθεση τῆς Δύσης ἔναντι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μόνο ἡ τέταρτη σταυροφορία, τὴν ὁποία ἀναφέρει καὶ ὁ συγγραφέας, ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη σταυροφορία μὲ πλέον ξεκάθαρο τρόπο ἡ Δύση ὁριστικοποίησε τὸ σχίσμα. Οἱ σταυροφορίες δὲν ἦταν ἁπλῶς πολεμικὲς ἐκστρατεῖες, εἶχαν σαφῶς ἐκκλησιαστικὴ διάσταση, τὴν ὁποία πάλι ὁ συγγραφέας ἀποσιωπᾶ. Ἡ κάθε κατάκτηση μεγάλης πόλης μὲ Πατριαρχεῖο ἐκ μέρους τῶν Λατίνων σήμαινε καταπίεση τοῦ ὀρθόδοξου πληθυσμοῦ, σήμαινε τὴν ἐκδίωξη καὶ ἀντικατάσταση τοῦ Ὀρθόδοξου Πατριάρχη ἀπὸ Λατῖνο Πατριάρχη, πρῶτα στὴν Ἀντιόχεια τὸ 1098, ἔπειτα στὴν Ἱερουσαλὴμ τὸ 1099, καὶ βέβαια ἑκατὸ χρόνια ἀργότερα καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1204, ἀφοῦ προηγουμένως μὲ ἀσύλληπτη βαρβαρότητα εἶχε ἐκδηλωθεῖ τὸ μένος τῶν Δυτικῶν ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Φυσικὰ γιὰ τὸν συγγραφέα τοῦ κεφαλαίου τοῦ Σχίσματος ἡ μεγάλη λύση καὶ ἡ πορεία γιὰ τὴν ἑνότητα ξεκινάει τὸ 1965 στὴν Ἱερουσαλήμ: «ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καὶ ὁ Πάπας Παῦλος ΣΤ΄, γράφει, αἴρουν ἀμοιβαῖα τοὺς ἀφορισμοὺς τοῦ 1054 . Ἦταν μία θερμὴ χειρονομία, ὄχι ὅμως πλήρης ἕνωση. Σήμερα, οἱ δύο Ἐκκλησίες σέβονται ἡ μία τὴν ἄλλη, συνεργάζονται σὲ πολλὰ θέματα, ἀλλὰ παραμένουν ξεχωριστὲς – ἀπόδειξη ὅτι θεολογικὲς καὶ πολιτικὲς διαφωνίες τοῦ Μεσαίωνα μποροῦν νὰ φτάσουν μέχρι τὸν 21ο αἰώνα.»
Τὸν ἴδιο, ὅπως φάνηκε σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ἀνάπτυξη, δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ ἀλήθεια, οὔτε κἄν ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια οὔτε πολὺ περισσότερο ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως. Ὁ ὅρος “Μεσαίωνας” ποὺ εἰσάγει ἐδῶ ὁ συγγραφέας, τὰ λέει ὅλα. Ἡ τύφλωση, ὁ φανατισμὸς καὶ ἡ πόλωση, ποὺ προφανῶς κατὰ τὸν συντάκτη τῶν κειμένων χαρακτηρίζουν ἰδίως τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ἔχουν ξεπεραστεῖ χάρις στὶς φωτισμένες προσωπικότητες τῶν ἡμερῶν μας Ἀθηναγόρα Α΄ καὶ Παῦλο ΣΤ΄. Αὐτοὶ ἐνστερνίστηκαν, ὅπως ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, τὸ κοινὸ ποτήριο, τὸ ὁποῖο ὅμως ἀποτράπηκε ἕως σήμερα, προφανῶς ἀπὸ στενόμυαλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ ἀφήνει νὰ ὑπονοηθεῖ ὁ συντάκτης στοὺς μαθητές, χαρακτηρίζοντας τὸ φιλιόκβε ὡς παραλλαγὴ σὲ μία φράση πίστης.
Τελικὰ τὸ μεγάλο ἔγκλημα, ποὺ διαπράττεται στὶς ἡμέρες μας, εἶναι ὅτι μὲ αὐτὴ τὴν προδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ τρέφονται πολλὰ ἀπὸ τὰ παιδιά μας. Ὑπεύθυνοι ὁ συγγραφέας καὶ ὅσοι ἔχουν ἐγκρίνει τὸ συγκεκριμένο σχολικὸ ἐγχειρίδιο.
Τὸ φιλιόκβε, μία «παραλλαγὴ σὲ μία φράση πίστης», καὶ τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 – Mέρος Α΄




