Πρὸ καιροῦ ἤδη ὑπῆρξαν φῆμαι διὰ τὸ πρῶτον ταξίδιον τοῦ Πάπα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἤδη ἐνωρὶς συνεζητήθη ὡς πρῶτον ταξίδιον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε σχεδιάσει ὁ προκάτοχός του Φραγκίσκος διὰ τὸν Μάϊον εἰς τὴν Νίκαιαν τῆς Τουρκίας μὲ ἀφορμὴν τὴν ἐπέτειον τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον εἰς τὴν Νίκαιαν τῆς Βιθυνίας. Ἐὰν καὶ δὲν ἀνεκοινώθη ἐπίσημα, τὸ ἐπεβεβαίωσε, σύμφωνα μὲ τὸ ἱστολόγιον «katholisch.de» τῆς 1ης Ἰουλίου, ἀνεπίσημα κατὰ λάθος ὁ Βραζιλιανὸς Καρδινάλιος Jaime Spengler εἰς συνέντευξιν τύπου. Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν δημοσιογράφου, ἐὰν ὁ Πάπας θὰ συμμετάσχη εἰς τὴν ἑπομένην διάσκεψιν τοῦ ΟΗΕ διὰ τὸ κλῖμα εἰς τὴν Βραζιλίαν, ἀπήντησεν, ὅτι «ἀπὸ πλευρᾶς προγραμματισμοῦ θὰ εἶναι δύσκολον διὰ τὸν Πάπαν, ἐπειδὴ τὸν Νοέμβριον πρέπει νὰ ταξιδεύση εἰς τὴν Νίκαια». Ἐὰν καὶ τὸ λατινοαμερικανικὸν συμβούλιον CELAM εἶχαν προτείνει εἰς τὸν Πάπαν τὴν συμμετοχὴν καὶ ὑπῆρξε καὶ ἐπίσημος πρόσκλησις ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τῆς Βραζιλίας, ὁ Πάπας ἄφησεν ἀνοικτὴν τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν διάσκεψιν τοῦ ΟΗΕ, ἡ ὁποία ἐπίσης θὰ γίνη τὸ Νοέμβριον. Ἄλλωστε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Τουρκικῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Σμύρνης, Μάρτιν Κμέτετς, εἰς συνέντευξιν μὲ τὸ εἰδησεογραφικὸν πρακτορεῖον Fides εἶχε δηλώσει ἀρχὰς Ἰουνίου, ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ τῆς Τουρκίας (περίπου 60.000) ἤδη μὲ ἀνυπομονησίαν καὶ χαρὰν περιμένουν τὴν ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν τοῦ ταξιδίου τοῦ Πάπα διὰ τὸν Νοέμβριον. Θὰ γίνη πραγματικότης καὶ ὁ διακαὴς πόθος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μὲ μήνυμά του πρὸς τὸν Πάπαν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου εἰς τὸν καθεδρικὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ἀναμένει πρόοδον εἰς τὸν οἰκουμενικὸν διάλογον. Σύμφωνα μὲ τὸ ἱστολόγιον «vaticannews.va», ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τονίζει εἰς τὸ μήνυμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὴν 1ην Ἰουλίου ἀπὸ τὸ Βατικανόν: «Συγκινηθήκαμε πολύ, ὅταν μάθαμε ὅτι τὸ ἐπισκοπικὸ σύνθημά σας (In Illo uno unum = “Σ’ Αὐτὸν τὸν Ἕνα, εἴμαστε ἕνα”) προέρχεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας Αὐγουστῖνο, ποὺ εἶναι πολὺ σημαντικὸς γιὰ ἐσᾶς ὅπως καὶ γιὰ ἐμᾶς». Στὴ συνέχεια κάνει λόγο γιὰ ἕνα «πολύτιμο σημάδι τῆς δίψας σας (ἐννοεῖται: τοῦ Πάπα) γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἑνότητα», ποὺ «θεμελιώνεται σὲ μία βαθιὰ πατερικὴ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας». Καὶ προσθέτει, ἐπαινῶν τὸ διάλογον Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνεκρίθη τὸ 2023 σχετικὰ μὲ τὴν Συνοδικότητα καὶ τὸ Πρωτεῖον: «Ἐν τῷ μεταξύ, ἐξετάζουμε καὶ τὰ δύσκολα θέματα». Καὶ αἱ δύο πλευραί, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, «ἐργάζονται γιὰ νὰ προχωρήσουν σὲ περαιτέρω ἐξηγήσεις ποὺ θὰ ἐξετάσουν τὰ ζητήματα ποὺ μᾶς ἔχουν χωρίσει ἱστορικὰ περισσότερο», διὰ νὰ συμπεράνη: «Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ διάλογός μας εἶναι πλέον σὲ θέση νὰ προσεγγίσει αὐτὰ τὰ ζητήματα σὲ πνεῦμα εἰρήνης καὶ ἀγάπης εἶναι ἀπὸ μόνο του ἕνα ἀκόμη σημάδι γιὰ τὴν πρόοδο ποὺ κάνουμε στὸ δρόμο πρὸς τὴν ἑνότητα».
Ποία ἑνότης θὰ εἶναι ὅμως αὐτή; Θὰ εἶναι ἑνότης ἐν Χριστῷ, ἡ ὁποία βασίζεται εἰς τὴν κοινὴν πίστιν ἢ μία ἑνότης συναισθηματική, μέσα εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἀγαπολογίας, ἡ ὁποία παρὰ τὰς δογματικὰς διαφορὰς θὰ διαφημίζεται ὡς μέγα κατόρθωμα; Φοβούμεθα, καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνει ἡ ὥς τώρα πορεία τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, ὅτι πρόκειται διὰ τὸ δεύτερον. Ἑνότης βέβαια τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν αἵρεσιν, ποτὲ δὲν ἔχει γίνει, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνη.




