Πρὸς μεμαθηκότας εἰς τὸ αἱρετίζειν
Τοῦ κ. Δημητρίου Χατζηνικολάου,
πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων
Εἰσαγωγή
Τό ἄρθρον τοῦ θεολόγου κ. Π. Τρακάδα μέ τίτλον «Ἀπάντησις πρός μή μεμαθηκότας», τό ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τόν Ὀρθόδοξον Τύπον τῆς 10-11-2023, πλησίον τοῦ ἰδικοῦ μου ἄρθρου μέ τίτλον «Εἶναι προαιρετική ἤ ὑποχρεωτική ἡ ἀποτείχισις ἀπό αἱρετικούς ‘ποιμένας’;», μοῦ ἐθύμισε τήν παροιμίαν «μπορεῖς νά βγάλῃς τόν πίθηκον ἀπό τήν ζούγκλαν, ἀλλά δέν μπορεῖς νά βγάλῃς τήν ζούγκλαν ἀπό τόν πίθηκον»! Ὁ κ. Τρακάδας, μεμαθηκώς εἰς τό αἱρετίζειν, ὑπερέβη εἰς διαστροφήν τῆς Ἀληθείας καί αὐτόν τόν ἀρχηγόν τῆς αἱρέσεως τοῦ «Δυνητισμοῦ», τόν κατά τά ἄλλα ἐκλεκτόν[1] καί ἐνάρετον Ἀρχιμανδρίτην π. Ἐπιφάνιον Θεοδωρόπουλον, ὁ ὁποῖος θά εἶναι ἀείμνηστος, ὡς παράδειγμα ἐπαληθεύσεως τῆς προφητείας τοῦ Κυρίου, ὅτι εἰς ἐποχάς πνευματικῆς ἐκτροπῆς καί συγχύσεως θά πλανηθοῦν ἀκόμη καί ἐκλεκτοί (Ματ. 24:24). Μή εὑρών ἀληθεῖς κατηγορίας ἐναντίον μου, ὁ κ. Τρακάδας προέβη εἰς τήν κατασκευήν ἑνός «σκιάχτρου», τό ὁποῖον εὐκόλως πολεμεῖται μέ ἀναληθείας, λογικά σφάλματα, αἱρετικάς ἀπόψεις καί ἄλλας διαστροφάς τῆς Ἀληθείας, διότι μόνον ἔτσι δύνανται νά «σταθοῦν» τά σαθρά του «ἐπιχειρήματα». Εἰς ὅ,τι ἀκολουθεῖ θ’ ἀναφερθῶ εἰς τά κυριώτερα μόνον ἀπό αὐτά.
Περαιτέρω διαστροφαί σχετικῶς μέ τόν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου
Ἐκτός ἀπό τήν διαστροφικήν ἑρμηνείαν τοῦ ΙΕ’ Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ὡς δῆθεν δυνητικοῦ, ὁ κ. Τρακάδας εἰσάγει δύο ἐπιπλέον διαστροφάς. Πρῶτον, γράφει ἀναληθῶς ὅτι ἐγώ δῆθεν ἔχω ἀναγάγει εἰς δόγμα σωτηρίας τήν «ἀκλόνητον πίστιν» εἰς τήν «ὑποχρεωτικότητα» τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, ἐνῷ ἐγώ ἰσχυρίσθην μέ ἀπόλυτον σαφήνειαν ὅτι ὁ Κανών δέν εἶναι οὔτε ὑποχρεωτικός οὔτε δυνητικός. Ἐπί λέξει, ἔγραψα διά τόν ἐν λόγῳ Κανόνα: «Δέν ἀσχολεῖται μέ τούς μή ἀποτειχιζομένους. Αὐτοί δέν ἐμπίπτουν εἰς τό θέμα του, τό ὁποῖον δέν εἶναι τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ κηρυσσομένης αἱρέσεως. Ὅστις νομίζει ὅτι αὐτό εἶναι τό θέμα τοῦ Κανόνος καί προσπαθεῖ νά τόν χαρακτηρίση ὡς δυνητικόν ἤ ὡς ὑποχρεωτικόν, ἐνῷ δέν εἶναι οὔτε τό ἕν οὔτε τό ἄλλο, τόν παρερμηνεύει. Δύναται κάποιος νά ἐπικαλεσθῇ τόν Κανόνα προκειμένου ν’ ἀποτειχισθῇ, ἀλλά δέν δύναται νά τόν ἐπικαλεσθῇ διά νά μή ἀποτειχισθῇ!» Ἐτόνισα, βεβαίως, ἐπίσης μέ ἀπόλυτον σαφήνειαν, ὅτι Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ, ἀλλά τοῦτο δέν ἀπορρέει ἀπό τόν ἐν λόγῳ Κανόνα, ἀλλά ἀπό τήν κρυσταλλίνην διδασκαλίαν καί πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς παράδειγμα ἐπιβολῆς φρικτῶν ἐπιτιμίων εἰς τούς παραβάτας (τούς μή ἀποτειχιζομένους, δηλαδή), ἀναφέρω τό ἑξῆς γεγονός: ὁ Ἀλεξανδρείας Ἡρακλᾶς (3ος αἰών) καθῄρεσε τόν Θμουΐδος Ἀμμώνιον, ἐπειδή αὐτός ἐκοινώνησε μέ τόν βλάσφημον Ὠριγένην, καί μάλιστα πολύ πρίν καταδικασθῇ ὁ τελευταῖος ὡς αἱρετικός (6ος αἰών, βλ. Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, Βιβλίον Γ΄, Κεφ. Η΄, Παρ. Β΄). Βλέπομεν, λοιπόν, ὅτι ἀπό τήν ἀρχαίαν ἐποχήν ἡ ἀποτείχισις ἀπό αἱρετικούς, ἀκόμη καί ἀπό ἀκρίτους τοιούτους, εἶναι ὑποχρεωτική, διότι αὐτή εἶναι ἡ κρυσταλλίνη διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων Πατέρων. Συνεπῶς, τά ὅσα γράφει ὁ κ. Τρακάδας περί δῆθεν «ἀντιφάσεών» μου εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατα.
Δεύτερον, ὁ κ. Τρακάδας ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ἱερός Κανών ἔχει λύσει τό θέμα τοῦ τί δέον γενέσθαι ἐν καιρῷ κηρυσσομένης αἱρέσεως, παρέχων δῆθεν τό δικαίωμα εἰς τόν πιστόν νά ἐπιλέγῃ εἴτε τήν κοινωνίαν μέ αἱρετικούς εἴτε τήν ἀποτείχισιν ἀπό αὐτούς, ὁπότε αἱ ἀναφοραί εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, εἰς τούς Ἁγίους Πατέρας καί εἰς τήν Ζ΄Οἰκουμενικήν Σύνοδον, αἱ ὁποῖαι ἀπαγορεύουν ρητῶς ἐπί ποινῇ ἀναθεματισμοῦ τήν κοινωνίαν μέ αἱρετικούς, περιττεύουν!!! Συγκεκριμένως, γράφει: «Δέν ζῶμεν εἰς τό 400, 500 ἤ 600, ἀλλά μετά τήν Πρωτοδευτέραν Σύνοδον. Ἑπομένως, ἀκόμη καί ἄν προσκομίσῃ [σ.σ. τόν ὑποφαινόμενον ἐννοεῖ] καί δεκάδας ἀκόμα χωρία οὐδέν θά εἰσφέρῃ ὑπέρ τῆς ἀποτειχίσεως», ἐφόσον «ἡ συνοδική ‘κονίστρα’ κατέληξεν εἰς τόν ΙΕ΄ Κανόνα»! Ἡ γνώμη αὐτή, ἐκτός ἀπό διαστροφήν τῆς Ἀληθείας, καθότι, ὡς προανεφέρθη, ὁ ἐν λόγῳ Κανών ΔΕΝ δίδει εἰς τόν πιστόν τήν ἐπιλογήν νά κοινωνῇ μέ αἱρετικούς, εἰσάγει καί μίαν νέαν διαστροφήν, καθότι ἐμφανίζει τήν ΑΒ΄ Σύνοδον νά νομοθετῇ ἀντιθέτως πρός τήν Ἁγίαν Γραφήν, τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τούς Ἁγίους Πατέρας! Συνεπῶς, καί αὐτός ὁ ἰσχυρισμός τοῦ κ. Τρακάδα εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατος.
3. Περί τῆς δῆθεν «ἀναγωγῆς εἰς δόγμα» τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου
Ὁ κ. Τρακάδας ἀναμασᾶ τά ἐπίσης ἀνυπόστατα τοῦ π. Ἐπιφανίου περί τῆς δῆθεν ἀναγωγῆς τοῦ ἡμερολογίου εἰς δόγμα πίστεως (βλ. «Τά Δύο Ἄκρα», σ. 83-85) ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου (π.ἑ.). Ὁ γράφων, διατελέσας εἰς κοινωνίαν μέ τήν Σύνοδον-«κορμόν» τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου (π.ἑ.) ἐπί 18 συναπτά ἔτη (1999-2017), οὐδένα πιστόν τοῦ π.ἑ. ἤκουσα νά ἰσχυρίζηται τοιοῦτόν τι! Βεβαίως, εἰς ἕτερον ἄρθρον μου μέ τίτλον «Τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἐξ ἐπόψεως δογματικῆς» παραθέτω πολλά καί ἀδιάσειστα στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν ὅτι τό ἡμερολογιακόν ζήτημα, ναί μέν ἀφ’ ἑαυτοῦ (δηλαδή, ἡ ἀφαίρεσις 13 ἡμερῶν ἀπό τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον) δέν εἶναι δογματικόν θέμα, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ του ἔχει δογματικόν χαρακτῆρα διά δύο λόγους. Πρῶτον, ἐδημιουργήθη ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὄχι διότι ὑπῆρχε ποιμαντικός τις ἤ ἄλλος λόγος, ἀλλ’ ὅπως ὁμολογοῦν εὐθαρσῶς οἱ ἴδιοι, διά νά «ἐπιτελεσθῆ τό πρῶτον σπουδαῖον βῆμα πρός ἐπίτευξιν τῆς μελετωμένης καί ὑπό τῶν πραγμάτων ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένης Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν» (Τό Ἡμερολογιακόν Ζήτημα, Μητρ. Βιζύης Ἀνθίμου, 1922, σελ. 141). Δεύτερον, ἀνεμένετο νά προκαλέσῃ σχίσμα, πρός βλάβην τοῦ δόγματος τῆς ἑνότητος, ἐπειδή ἀνέτρεπεν ἀποφάσεις Πανορθοδόξων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχε πανορθόδοξος συμφωνία. Ὅταν δέ τό σχίσμα ὄντως ἔγινε, τότε, ἀντί θεραπείας μέ τήν ἐπαναφοράν τοῦ π.ἑ., οἱ Οἰκουμενισταί ἐκίνησαν ἀπηνῆ διωγμόν ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ. Τά γεγονότα, λοιπόν, ὁδηγοῦν εἰς τό συμπέρασμα ὅτι τό σχίσμα ἐπεδιώκετο ἐκ μέρους τῶν Οἰκουμενιστῶν, προκειμένου ν’ ἀποδυναμωθῇ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί νά καταστῇ περισσότερον εὐάλωτος εἰς τά σατανικά σχέδιά των.
Ἡ θεολογική τεκμηρίωσις τῆς ἀποτειχίσεως τοῦ 1924 ἔγινεν ὑπό πολλῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ. καί δή ὑπό τοῦ Ἁγίου πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου († 1955), τά κείμενα τοῦ ὁποίου βρίθουν ἀπό διαπιστώσεις ὅτι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἑορτολογίου (ν.ἑ.) ἔγινε χάριν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (βλ. Ἅπαντα πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, Ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἁγ. Νικοδήμου Ἑλληνικοῦ Γορτυνίας, 1997, τ. 1 καί 2). Ὡς παράδειγμα, ἀναφέρω ὅτι διά τούς δύο «Λουθήρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἤτοι τόν «πατριάρχην» Μελέτιον Μεταξάκην καί τόν «ἀρχιεπίσκοπον» Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, γράφει ὅτι «ὑπό τό πρόσχημα τοῦ συγχρονισμοῦ δέν ἐδειλίασαν οὐδ’ ἀπερρίγησαν νά καταπατήσωσιν ἀποφάσεις πανορθοδόξων Συνόδων καί Ἀποστολικούς καί Συνοδικούς Κανόνας, ἵνα προσεγγίσωσι πρός τάς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως διά τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας ἐπί διασπάσει τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐπ’ ἀθετήσει τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» (βλ. π.χ. Ἅπαντα, ἔ.ἀ., τ. 1, σελ. 135, 141, 166-167, 300, 399). Αἱ διαπιστώσεις αὐταί συνοψίζονται εἰς μίαν μόνον λέξιν-κραυγήν τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τοῦ 1924: «Φραγκέψαμε»!!!
Ὁ Ἅγιος πρ. Φλωρίνης τονίζει ἐπίσης ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ. δέν ἀποτελοῦν «ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης μεθ’ ἧς διέκοψαν προσωρινῶς διά λόγους Κανονικούς τήν Ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν, ἀλλά τήν ἀνύστακτον φρουράν, τήν ἀγρύπνως φρυκτωροῦσαν ἐπί τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς Μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας» (βλ. π.χ. Ἅπαντα, ἔ.ἀ., τ. 1, σελ. 383, καί τ. 2, σελ. 24). Συνεπῶς, τά περί «παραλλήλου Ἐκκλησίας» πού ἀναφέρει ὁ κ. Τρακάδας εἶναι καί αὐτά σαθρά. Εἰς εἰδικόν ἄρθρον μου μέ τίτλον «Περί ‘παραλλήλων ἐπισκόπων’ καί ἄλλων συγχρόνων ἐκκλησιολογικῶν πλανῶν» ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ γνωστή φιλολογία περί «παραλλήλων ἐπισκόπων», τήν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται νεο-αποτειχισμένοι τινές, εἶναι καί αὐτή σαθρή. Συγκεκριμένως, ἐπικαλοῦνται τούς ἱερούς κανόνας πού ἀπαγορεύουν τήν χειροτονίαν ἐπισκόπου εἰς ἐπισκοπήν, ὅπου ὑπάρχει ἤδη ἄλλος ἐπίσκοπος (βλ. π.χ. τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου καί τόν ΙΣΤ΄ τῆς ΑΒ΄). Βεβαίως, οἱ ἱεροί αὐτοί κανόνες πρέπει νά τηρῶνται ἀπαρασαλεύτως, ὅταν ὑπάρχῃ εἰρήνη εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί οἱ ἤδη ὑπάρχοντες ἐπίσκοποι εἶναι Ὀρθόδοξοι. Ὅταν, ὅμως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἐπίσκοπος μίας ἐπαρχίας εἶναι σχισματικός ἤ αἱρετικός, δηλαδή «λύκος βαρύς πού κατασπαράσσει τό ποίμνιόν του», τότε εἶναι αὐτονόητον ὅτι ὄχι μόνον ἐπιτρέπεται, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται νά τοποθετηθῇ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος εἰς τήν θέσιν του! Αὐτό ἰσχύει κατά μείζονα λόγον, ὅταν ὁλόκληρος ἡ τοπική Ἱεραρχία εἶναι σχισματική ἤ αἱρετική. Εἰς τό ἐν λόγῳ ἄρθρον μου, ἀποδεικνύεται, λοιπόν, ὅτι αὐτό εἶναι τό Πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων καί ὅτι αὐτό ἐφήρμοζον ἀνέκαθεν οἱ Ὀρθόδοξοι.
Αὐτό λέγει καί ὁ Καθηγητής π. Β. Στεφανίδης ἀναφερόμενος εἰς τό Βουλγαρικόν σχίσμα (1872). Ἀφοῦ πρῶτον ἀναφέρει ὅτι ἡ συγκρότησις τοπικῆς συνόδου ὑπό τοῦ Πατριαρχείου Κων/λεως ἦτο ἀπαραίτητος διά τήν κήρυξιν τοῦ σχίσματος, ἐπάγει: «Τό πατριαρχεῖον καί ἡ ἐξαρχία ἐδικαιοῦντο, μετά τήν κήρυξιν τοῦ σχίσματος, νά στέλλωσιν ἀρχιερεῖς, ὅπου ἤθελον» (Ἐκκλησιαστική Ἱστορία: Ἀπ’ Ἀρχῆς Μέχρι Σήμερον, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, Β’ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι, 1959, σελ. 738-739). Τό αὐτό λέγει καί ὁ π. Ἐπιφάνιος: «Ἄν ὁ Φιλάρετος [σ.σ. τῆς ΡΟΕΔ] ἐπίστευεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε πέσει εἰς αἵρεσιν, τότε ἠδύνατο νά παρέμβῃ ἐν αὐτῇ … νά χειροτονήσῃ ἐξ ἀρχῆς Ἱερεῖς (ἤ καί Ἐπισκόπους) διά τό πλήρωμα τῆς Ἑλλάδικῆς Ἐκκλησίας» («Τά Δύο Ἄκρα», σ. 86). Βεβαίως, λόγῳ τοῦ γνωστοῦ μένους του ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ., ὁ π. Ἐπιφάνιος τονίζει ὅτι ὁ Φιλάρετος ὤφειλε νά μή τούς ἀναγνωρίσῃ, διότι αὐτοί δῆθεν κηρύσσουν «ἄλλου εἴδους αἵρεσιν», ἐφόσον δῆθεν ἀνήγαγον τό ἡμερολόγιον εἰς δόγμα σωτηρίας! (Ἡ ἔμφασις ὑπάρχει εἰς τό πρωτότυπον.) Ἐπειδή, ὅμως, ἡ κατηγορία αὐτή τοῦ π. Ἐπιφανίου εἶναι ψευδής, ἕπεται ὅτι ὀρθῶς ἡ ΡΟΕΔ ἀνεγνώρισε καί συνέδραμε εἰς τόν ἀγῶνα τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ. μέ χειροτονίας Ἐπισκόπων. Καί, ἐάν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα ἡ ΡΟΕΔ, διατί νά μή τό ἔχουν ἱεράρχαι τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας; Συμπεραίνομεν, λοιπόν, ὅτι, ἐφόσον τό 1935 οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ. ἐκήρυξαν συνοδικῶς τήν «ἐπίσημον ἐκκλησίαν» (ἐν δυνάμει) σχισματικήν, ἕπεται ὅτι εἶχον τό δικαίωμα νά χειροτονήσουν ἰδικούς των Ἐπισκόπους. Συνεπῶς, ἡ προσφιλής θεωρία τῶν «Δυνητιστῶν» περί «παραλλήλου Ἐκκλησίας» δέν ἰσχύει εἰς τήν περίπτωσιν πού μία τοπική ἱεραρχία πίπτει εἰς αἵρεσιν ἤ σχίσμα.
Ἀπό ὅλα τά προεκτεθέντα συνάγεται ὅτι τά δύο κύρια ἀφηγήματα τῶν «Δυνητιστῶν» ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ., ἤτοι (1) ἡ ἐκ μέρους τῶν Οἰκουμενιστῶν εἰσαγωγή τοῦ ν.ἑ. δέν ἀπετέλει δῆθεν λόγον ἀποτειχίσεως καί ἀποκηρύξεώς των, καί (2) τό 1935 οἱ τοῦ π.ἑ. ἵδρυσαν ἀντικανονικῶς μίαν «παράλληλον ἐκκλησίαν» εἰς τήν Ἑλλάδα, καταρρέουν. Τό γεγονός ὅτι ἠκολούθησαν ἀντιφάσεις καί λάθη ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ., λόγῳ τῆς προδοσίας τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ὑπό ἀσυνέτων καί ἀθεολογήτων τινῶν ἀτόμων, καθώς καί λόγῳ τῶν διωγμῶν πού ἐκίνησαν καί ἐξακολουθοῦν νά διεξάγουν οἱ Οἰκουμενισταί ἐναντίον των, οὐδόλως μειώνει τήν ὀρθότητα τῆς ἀποτειχίσεως τοῦ 1924 καί τῆς ἀποκηρύξεως τοῦ 1935. Ἐντούτοις, οἱ «Δυνητισταί» ὁμιλοῦν ἐμπαθῶς διά «τό σχίσμα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν», παραβλέποντες μάλιστα τό γεγονός ὅτι τά προαναφερθέντα σατανικά σχέδια τῶν Οἰκουμενιστῶν ἐπετεύχθησαν: καί τό σχίσμα ἔγινε καί ἡ ἕνωσις τῆς «παγκοσμίου ὀρθοδοξίας» μέ τόν Παπισμόν ἔγινεν ἐπισήμως, ὅταν τήν 7-12-1965 «ἤρθη» τό Σχίσμα τοῦ 1054! Ὅπως προκύπτει ἀπό τό ἑνωτικόν κείμενον εἰς τήν ἀγγλικήν (βλ. παρ. 4Β), τό ὁποῖον ἔχει τίτλον Joint Catholic-Orthodox Declaration of His Holliness Pope Paul VI and the Ecumenical Patriarch Athenagoras I, τήν 7-12-1965 ἔγινεν «ἄρσις ἀκοινωνησίας» καί ὄχι μόνον «ἄρσις ἀναθεμάτων», ὅπως διέδωσαν ψευδῶς εἰς τόν λαόν. Συνεπῶς, οἱ κοινωνοῦντες μέ τούς Οἰκουμενιστάς εἶναι (ἐν δυνάμει) Οὐνῖται.
Αὐτά λέγουν οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ., κ. Τρακάδα, καί ὄχι ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον εἶναι «δόγμα σωτηρίας»! Καί τά γεγονότα τούς ἐδικαίωσαν πλήρως! Οἱ «Δυνητισταί», ὅμως, τούς θεωροῦν σχισματικούς καί κοινωνοῦν μέ τούς διώκτας των, οἱ ὁποῖοι κηρύττουν ἀνερυθριάστως ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν εἰς τόν ἀληθινόν Θεόν, ἀσχέτως ἐάν ἄλλοι Τόν ἀποκαλοῦν Ἀλλάχ, ἄλλοι Γιαχβέ κ.τλ. («πατριάρχης» Βαρθολομαῖος)! Αὐτήν δέ τήν πλάνην των προσπαθοῦν νά τήν δικαιολογήσουν ἀπομονώνοντες τό ἡμερολογιακόν ζήτημα, ὡς δῆθεν ἀστρονομικόν θέμα, μή συνυφασμένον ἀρρήκτως μέ τήν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! Διό καί προτείνουν εἰς τούς Ὀρθοδόξους τοῦ π.ἑ. νά κρατήσουν μέν τό π.ἑ., ἀλλά νά κοινωνήσουν μετ’ αὐτῶν, ὅπως κάμνουν οἱ Ἁγιορεῖται (πλήν τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου καί τινων Κελλίων). Ἀλλ’ ὅταν ἡ (ἐν γνώσει) κοινωνία μέ τήν αἵρεσιν καθιστᾶ τόν ἄνθρωπον «ἐχθρόν τοῦ Θεοῦ» (Ζ΄ Οἰκ. Σύνοδος, Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης κ.ἄ.), τότε ποῖον τό ὄφελος ἀπό τήν διακράτησιν τοῦ π.ἑ.; Ἐξ ἴσου φαιδρόν ἦτο καί τό αἴτημα νά συζητηθῇ τό ἡμερολογιακόν εἰς τήν ψευδο-σύνοδον τοῦ Κολυμβαρίου, ὡς νά πρόκειται διά θέμα μή συνυφασμένον ἀρρήκτως μέ τόν Οἰκουμενισμόν! Ὅπως λέγεται, τό ἡμερολογιακόν ἀρχικῶς συμπεριελήφθη εἰς τά πρός συζήτησιν θέματα, ἀλλ’ οἱ Οἰκουμενισταί τελικῶς τό ἀπέρριψαν, φοβούμενοι προφανῶς ὅτι ἄν συνεζητεῖτο, ὑπῆρχε πιθανότης ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια, τήν ὁποίαν μισοῦν θανασίμως!
Ἐπειδή, λοιπόν, τό ν.ἑ. ἔβλαψε τόσον τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσον καί τά ὑπόλοιπα δόγματα πού ἀσπάζεται ἡ «παγκόσμιος ὀρθοδοξία», ἕπεται ὅτι εἶναι (ἐν δυνάμει) αἵρεσις. Μέχρις ὅτου συγκληθῇ μία ἀληθής Πανορθόδοξος Σύνοδος (καί ὄχι ψευδοσύνοδός τις, ὅπως αὐτή τοῦ 2016), διά ν’ ἀποφασίσῃ ἐπί τοῦ θέματος, εἰς τήν ὁποἰαν ἐννοεῖται ὅτι οἱ Οἰκουμενισταί δέν θά προεδρεύουν, ἀλλά θά εἶναι ὑπόδικοι διά καθαίρεσιν καί ἀναθεματισμόν, τό ν.ἑ. θά διατελῇ ὡς ἐν δυνάμει αἵρεσις. Πλανῶνται ὅσοι κατασκευάζουν «σκιάχτρα» πού εὐκόλως καταρρίπτονται, βασιζόμενοι εἰς ἀκραῖα τινά στοιχεῖα πού ὑπάρχουν εἰς τό π.ἑ., καί κατόπιν τά γενικεύουν εἰς ὁλόκληρον τόν πληθυσμόν τοῦ π.ἑ., διά νά ἔχουν ἔτσι «ἐπιχειρήματα», ἐφόσον ἐκ τῆς ἀληθείας οὐδέν τοιοῦτον προκύπτει. Ταυτοχρόνως δέ, κλείουν τά ὄμματά των εἰς τάς ἀκραίας καί σατανικάς δηλώσεις καί πράξεις τῶν «ἱεραρχῶν» των, πολλῶν ἄλλων κληρικῶν καί πολύ περισσοτέρων λαϊκῶν! Κλείουν τά ὄμματά των ἀκόμη καί εἰς τάς δολοφονίας πού ἔχουν διαπράξει οἱ Οἰκουμενισταί! Ὡς παραδείγματα, ἀναφέρω τήν δολοφονίαν τῆς ἱερομάρτυρος Αἰκατερίνης Ρούτη καί τήν ἠθικήν αὐτουργίαν τῶν Οἰκουμενιστῶν διά τόν τραγικόν θάνατον τοῦ Μοναχοῦ Τρύφωνος τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου τό 2003, καθώς καί διά τόν θάνατον πολλῶν μοναχῶν τῆς ἰδίας Μονῆς κατά τόν ἀπηνῆ καί ἄκρως παράλογον καί παράνομον διωγμόν των ἀπό τά τέλη τοῦ 2002 καί ἐντεῦθεν. Οἱ ὡς ἄνω «σκιαχτροποιοί» δέν ἔχουν προφανῶς ἀντιληφθῇ ὅτι συμπλέουν μέ ἀντιχρίστους διώκτας τοῦ Χριστιανισμοῦ καί ἐγκληματίας τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου! Διά νά καθησυχάσουν δέ τήν συνείδησίν των, συκοφαντοῦν τά θύματά των ὅτι δῆθεν λατρεύουν τό … Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον!!! Αὐτή εἶναι ἡ «ὀρθοδοξία» καί ἡ «δικαιοσύνη» τῶν «Δυνητιστῶν».
4. Ἕτεραι διαστροφαί
Ἀλλ’ ὁ κ. Τρακάδας δέν ἠρκέσθη εἰς τάς ὡς ἄνω διαστροφάς τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος, τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος καί τῆς «παραλλήλου ἐκκλησίας», ἀλλά προέβη καί εἰς ἄλλας φαιδρότητας. Ἰδού μερικά παραδείγματα. Πρῶτον, λέγει ὅτι δῆθεν ἡ ἀποτείχισις «ἀφορᾶ ἀποκλειστικῶς εἰς Ἁγίους»! Τοὐτέστιν, διά ν’ ἀποτειχισθῇ τις ἀπό τούς αἱρετικούς, πρέπει κατ’ ἀρχήν νά διαπιστώσῃ ὁ ἴδιος διά τόν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι «ἅγιος»! Δεύτερον, υἱοθετεῖ τό ἀμίμητον τοῦ π. Ἐπιφανίου, ὅτι «ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία δέν προέβη εἰς καθαίρεσιν τῶν αἱρετικῶν, ἡμεῖς δέν πρέπει νά ἀποκηρύξωμεν αὐτούς καί νά παύσωμεν τό μνημόσυνον αὐτῶν (Δύο Ἄκρα, σ. 87)». Φαντασθῆτε εἰς τό Καϊαφαϊκόν Συνέδριον τοῦ Κολυμβαρίου οἱ Οἰκουμενισταί νά ἔθετον θέμα … καθαιρέσεώς των!!! Τρίτον, λέγει ὅτι οἱ ἀποτειχιζόμενοι ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς χάνουν τήν ψυχήν των «ἐπειδή στεροῦνται τά ἱερά μυστήρια καί ἀποκόπτονται ἀπό τήν μόνην ταμιοῦχον τῆς Χάριτος, τήν Ἐκκλησίαν»! Ἰδού καί πάλιν ἡ διαστροφή ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό αἱρετικούς «ποιμένας» ἀποτελεῖ δῆθεν σχίσμα! Διά τήν Ἁγιοπατερικήν διδασκαλίαν περί τοῦ «μολυσμοῦ τῶν μυστηρίων», ὅταν μνημονεύωνται ἐπ’ Ἐκκλησίαις αἱρετικοί «ποιμένες» οὐδέν ἔχει ἀκούσει! Τέταρτον, κατά τόν κ. Τρακάδαν, διά νά χαρακτηρίσωμεν μίαν νέαν δοξασίαν ὡς αἵρεσιν καί νά χρησιμοποιήσωμεν ἕν ὄνομα δι’ αὐτήν, πρέπει νά τό εὕρωμεν εἰς τά Πρακτικά Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤ εἴς τινα Θεοφόρον Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἤ εἴς τι ἐγχειρίδιον αἱρέσεων! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δέν θά πρόκηται διά νέαν αἵρεσιν! Πέμπτον, ὑποβιβάζει τό θέμα τῆς καταργήσεως τῶν Ὀρθοδόξων θεσμῶν τοῦ ἑορτολογίου καί τῆς ἱερᾶς ἀποτειχίσεως εἰς τό ἐπίπεδον τῆς καταλύσεως ἐλαίου «ἔστω καί μίαν Τετάρτην ἤ Παρασκευήν τοῦ ἐνιαυτοῦ»! Ἕκτον, λέγει ὅτι αἱ ὀκτώ αἱρέσεις πού ἀνέφερα εἰς τό ἄρθρον μου εἶναι ἀνυπόστατοι, διό καί μέ κατηγορεῖ ὡς «δείλαιον» πού δῆθεν εἰσάγω «καινά δόγματα», μιμούμενος τούς αἱρετικούς! Τόν ἀφήνω εἰς τήν κρίσιν τῶν ἀναγνωστῶν.
5. Συμπέρασμα
Ὡς ἄκρως ἀντιχριστιανική καί γελοία αἵρεσις, ὁ Οἰκουμενισμός δέν θά ἠδύνατο νά σταθῇ εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν οὔτε ἕν δευτερόλεπτον! Ἐντούτοις, καλπάζει, ὄχι μόνον ἐπειδή εὑρέθησαν πολλοί Προδόται «ἐπίσκοποι» νά τόν στηρίξουν, ἀλλά καί ἐπειδή τοῦ προσφέρουν τάς ὑπηρεσίας των (ὡς «δεκανίκια») οἱ «Δυνητισταί», οἱ ὁποῖοι, μέ τά κηρύγματά των κατά τῆς ἀποτειχίσεως, παραλύουν τόν «αὐτόματον διορθωτικόν μηχανισμόν» πού περιέγραψα εἰς τό προηγούμενον ἄρθρον μου. Ἔτσι, πραγματικῆς ἀντιστάσεως μή οὔσης, ἐφθάσαμεν εἰς τό σημεῖον οἱ πολιτικοί καί οἱ θρησκευτικοί «ἡγέται» νά ἐκποιοῦν σταδιακῶς τόν ἀνθρώπινον, πνευματικόν καί ὑλικόν πλοῦτον τῆς Ἑλλάδος! Προτεραιότητές των εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ της μέ ἰσλαμιστάς ἀπό τό Πακιστάν, τό Μπαγκλαντές κ.λπ. καί βεβαίως ἡ ὑποδούλωσις τῶν ἐναπομεινάντων Ἑλλήνων εἰς τήν ἄκρως δαιμονικήν Νέαν Τάξιν Πραγμάτων, ἡ πτωχοποίησίς των καί ἡ σωματική καί πνευματική ἐκπόρνευσίς των! Αὐτοί δέ εἴτε ἀδιαφοροῦν διά τά τεκταινόμενα εἴτε ἐρίζουν διαρκῶς διά τά αὐτονόητα!
Σημείωσις:
[1] Αὐτό προκύπτει ἀπό τήν μελέτην ἄλλων ἔργων τοῦ π. Ἐπιφανίου καί δή τό ἐξαιρετικόν βιβλίον του Ἡ Μασωνία ὑπό τό Φῶς τῆς Ἀληθείας: Ἀπάντησις εἰς τό «Τεκτονικόν Ἵδρυμα τῆς Ἑλλάδος». Ἔλεγχος καί ἀνασκευή τῆς Βίβλου αὐτοῦ «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ὁ Τεκτονισμός», 4η Ἔκδ., Ἀθῆναι 1973. Προκύπτει ἐπίσης ἀπό μαρτυρίας ἀξιοπίστων φίλων μου, ἐν οἷς καί ὁ ἀείμνηστος λόγιος Ἱερομόναχος π. Θεοδώρητος (Μαῦρος), ὁ ὁποῖος, εἰς τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τόν Οἰκουμενισμόν, ἐκονιορτοποίησε τά «ἐπιχειρήματα» τοῦ π. Ἐπιφανίου. Βλ. π.χ. τά δύο βιβλία του: (1) Διάλογοι τῆς Ἐρήμου περί Οἰκουμενισμοῦ: Ἡ σύγχρονος ἐκκλησιαστική Οἰκουμενική Κίνησις, Κανονικῶς κρινομένη καί Ὀρθοδόξως ἀντιμετωπιζομένη, παρά σεβασμίων Πατέρων-Ἀσκητῶν τοῦ ἱεροῦ Ἄθωνος, Ἀθῆναι 1971· καί (2) Τό Ἀντίδοτον: Ἀναίρεσις τῶν κατά τοῦ ζηλωτισμοῦ ἄρθρων τοῦ βιβλίου: ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ τοῦ ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἀθῆναι 1990.
Ἀπάντησις πρὸς ἐμμένοντας εἰς τὴν ἀμάθειαν
Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, θεολόγος
Ὁ Καθηγητὴς κ. Δ. Χατζηνικολάου ἐπανῆλθεν μὲ ἄρθρον του, διὰ νὰ ἀπαντήση εἰς ὅσα ἔγραψα ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀπάντησις πρὸς μὴ μεμαθηκότας». Μὲ ἐξέπληξε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀνταπάντησίς του ἀποτελεῖ κυρίως μίαν ἀπόπειραν προβολῆς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, θέμα τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολῆ τὸν διάλογον, διότι οἱ μὲν Παλαιοημερολογῖται δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἀποτείχισιν, τὸ δὲ παλαιοημερολογιτικὸν ἔχει λυθῆ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπικεντρώσω μόνον εἰς ὅσα σχετίζονται μὲ τὴν ἀποτείχισιν καὶ αὐτὸ χάριν ὅσων παρασύρονται ἀπὸ τὰ παραπειστικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Χατζηνικολάου.
Δὲν ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερον κόπον νὰ ἀπευθύνη κανεὶς εἰς οἱονδήποτε δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀπόψεις του τὸν σπίλον τοῦ αἱρετικοῦ. Ὀνομάσας τὸν μακαριστὸν π. Ἐπιφάνιον -εἰς προηγούμενον ἄρθρον του- ἀρχιαιρεσιάρχην καὶ μάλιστα δεινότερον κάθε ἄλλου(!), ἐπανέρχεται εἰς τὸ παρὸν ὄχι ἁπλῶς ἐπιμένων ὅτι εἶναι «ἀρχηγὸς αἱρέσεως», ἀλλὰ καταγγέλλων τὸν γράφοντα ὡς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος «ὑπερέβη εἰς διαστροφὴν» ἀκόμη καὶ τὸν Ὅσιον Γέροντα π. Ἐπιφάνιον! Πῶς νὰ διεξάγη κανεὶς διάλογον μὲ ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἀπευθύνει βαρυτάτους -καίτοι ἀνεπερείστους- χαρακτηρισμούς, ἀλλὰ καὶ προκαλεῖ τὴν κοινὴν λογικήν, ὅταν ἀναβιβάζη ἕναν ἄσημον πιστὸν εἰς ὑπεραιρεσιάρχην;!
Καὶ πάλιν περὶ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου
Δὲν ἁρμόζει εἰς ἔντιμον καὶ πεπαιδευμένον ἄνθρωπον ἡ μὴ παραδοχὴ τῆς ἥττης του. Δυστυχῶς, ὁ κ. Χατζηνικολάου ἀντὶ νὰ παραδεχθῆ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά του ἐκονιορτοποιήθησαν ἀπὸ τεκμηριωμένας ἀποδείξεις ὡς τὸ ἄγαλμα τοῦ Ναβουχοδονόσορος ὑπὸ τοῦ ἀχειροτμήτου λίθου, ἀποσιωπᾶ δι’ εὐνοήτους λόγους οἱανδήποτε ἀναφορὰν εἰς αὐτά. (Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ὅταν ὁ π. Ἐπιφάνιος συνέτριψε τὰ ὑποστηριζόμενα ὑπὸ τοῦ π. Θεοδωρήτου Μαύρου). Ἂς τὰ ὑπενθυμίσωμεν πρὸς τοὺς ἀναγνώστας, διότι εἶναι καταλυτικὰ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποτειχίσεως. Ὁ κ. Χατζηνικολάου ἔγραφε:
«…Κατ’ ἀρχάς, ἂς σημειωθῆ ὅτι ἐπιφανεῖς κανονολόγοι θεωροῦν τὸν Κανόνα ὑποχρεωτικόν. Χάριν παραδείγματος, ὁ Βαλσαμῶν… Ὡς ἕτερον παράδειγμα… ὁ Σέρβος Κανονολόγος, Ἐπίσκοπος Δαλματίας καὶ Ἱστορίας καὶ Καθηγητὴς Νικόδημος Μίλας (1845-1915)…».
Ἀπεδείξαμεν ὅμως εἰς τὴν προηγουμένην ἀπάντησιν ὅτι αὐτὰ δὲν εὐσταθοῦν:
«…Γράφει ὁ Βαλσαμῶν: «ἐὰν ἑαυτὸν ἀποτειχίση, ἤγουν χωρίση ἀπὸ τῆς κοινωνίας τοῦ πρώτου αὐτοῦ…». Αὐτὸ τὸ «ἐὰν» δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Βαλσαμῶν θεωρεῖ τὸν Κανόνα δυνητικόν;… ὁ ἴδιος ὁ Βαλσαμῶν καταγράφει ρητῶς τὸ σχόλιόν του ἐπὶ τοῦ Κανόνος, ὅτι οὗτος παρέχει δικαίωμα ὄχι ὑποχρέωσιν… Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν προσέχουν ὅσοι παραθέτουν τὸν Μίλας εἶναι ὅτι στὸ opus magnum του, δηλ. τὸ «Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον», ἐκεῖ ὅπου ἀναφέρεται εἰς τοὺς Ἱ. Κανόνας περὶ σχίσματος, ἐν συνεχείᾳ παραπέμπει εἰς τὸ «Σύνταγμα» τοῦ Βλάσταρη. Ἐκεῖ περὶ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος συμπληρώνει: «διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εὖ ποιοῦντες, τὴν τῆς παλαιᾶς Ρώμης ἀπειπάμεθα κοινωνίαν, καὶ πρὸ γε Συνοδικῆς διαγνώμης καὶ κρίσεως». Δὲν γράφει λοιπὸν «ὀφείλοντες» ἀλλὰ «εὖ ποιοῦντες», ὁρίζοντας μόνον δικαίωμα ὄχι χρέος. Παρομοίαν ἀναφορὰν εἰς αὐτὸ ποιεῖ καὶ ὁ Βαλσαμῶν…».
Χρειάζεται νὰ συνεχίσωμεν τὸν διάλογον μὲ τὸν κ. Χατζηνικολάου, ὅταν τοῦ ἀποδεικνύωμεν μέσῳ ἀδιαψεύστων πηγῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ἐκόμισε χωρὶς ὅμως νὰ ἔχη μελετήσει ὀρθῶς, ὅτι ἡ πεποίθησίς του περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος ἑδράζεται εἰς ἐπίπλαστον ἐντύπωσιν; Ἂν δὲν θέλη νὰ ἀντιμετωπίση τὴν ἀλήθειαν εἰς κάτι ἐξοφθάλμως προφανές, μήπως θὰ πεισθῆ διὰ τὰ ὑπόλοιπα;
Ὁ Κανὼν εἶναι δυνητικός, τόσον ἐπειδὴ συμφωνοῦν ὅλοι οἱ Κανονολόγοι, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀνυπέρβλητος π. Ἐπιφάνιος, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν συγκεκριμένην διατύπωσίν του: οὔτε ἐπιβάλλει ἀποτείχισιν οὔτε τιμωρεῖ ὅσους δὲν διακόπτουν τὴν κοινωνίαν (εἰς τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν -ὅπου θὰ ἦτο ὑποχρεωτικός-, θὰ ὑπῆρχε σαφὴς προσταγὴ καὶ ἐπιπλέον τιμωρία διὰ τοὺς μὴ τηροῦντας αὐτόν). Τὰ ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ κ. Χατζηνικολάου, δηλ. ὅτι «ὁ Κανὼν δὲν εἶναι οὔτε ὑποχρεωτικὸς οὔτε δυνητικὸς» εἶναι κενολογίαι, διότι μόνον δύο δυνατότητες ὑπάρχουν «tertium non datur». Ἂν δὲν εἶναι οὔτε ὑποχρεωτικὸς οὔτε δυνητικός, τότε τί εἶναι; Ἂν ὁ κ. Χατζηνικολάου δὲν τὸν θεωρῆ τίποτε ἀπὸ τὰ δύο, τότε διατί παρέθεσε τὸν Βαλσαμῶνα καὶ τὸν Μίλας, ὑπογραμμίζων ὅτι αὐτοὶ τὸν θεωροῦν ὑποχρεωτικόν; Τελικῶς, ὅλοι οἱ Κανονολόγοι κάνουν λάθος καὶ μόνον ὁ κ. Χατζηνικολάου ἔχει δίκαιον;
Ὁ κ. Χατζηνικολάου ὑποστηρίζει τὸ διαζύγιον μεταξύ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος καὶ τῆς ἀποτειχίσεως: ὁ μὲν πρῶτος δὲν εἶναι «οὔτε ὑποχρεωτικὸς οὔτε δυνητικός», ἡ δὲ ἀποτείχισις εἶναι ὑποχρεωτικὴ «ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀπορρέει ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ Κανόνα», ὡς ἀναφέρει. Διερωτᾶται κανείς: τότε διὰ ποῖον λόγον ἐθεσπίσθη ὁ ΙΕ΄ Κανών, ἂν ὄχι διὰ νὰ θέση ὅρους εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἀποτειχίσεως; Ἂν πάλιν ἡ ἀποτείχισις εἶναι ὑποχρεωτική, αὐτὴ γίνεται κατὰ τὴν κρίσιν ἑκάστου, ἀρκεῖ μόνον νὰ ὀνομάση ἕκαστος τὸν ἀντίπαλόν του αἱρετικόν; Ἐφ’ ὅσον ὁ Κανὼν καὶ ἡ ἀποτείχισις ἀναφέρονται εἰς τὸ αὐτὸ γεγονός, δηλ. τὴν διακοπὴν μνημοσύνου, δὲν συνεπάγεται ὅτι εὑρίσκονται εἰς σχέσιν μεταξὺ των;
Τὸ προφανὲς «φυγεῖν ἀδύνατον»: Ὡς συνέβη μὲ πολλὰ ἄλλα ζητήματα ἡ Ἐκκλησία διὰ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος ὥρισε πότε ἡ ἀποτείχισις εἶναι θεμιτή. Ἄλλωστε δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορά. Ὑπεδείξαμεν εἰς τὸν ἐγκαλοῦντα ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς ἀναγνώστας, ὅτι ἤδη ὁ ΛΑ΄ Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων εἶχεν ἤδη «κανονικοποιήσει» τὸ ζήτημα τῆς ἀποτειχίσεως, ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἔκρινεν –ἐπειδὴ ὑπῆρξε καὶ κατάχρησις- ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορίση ἐκ νέου καὶ νὰ διευκρινίση ἔτι περαιτέρω τὸ ζήτημα διὰ τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅπως ἐκφράζεται συνοδικά, ὁμοφώνως καὶ διαχρονικὰ μέσα ἀπὸ τοὺς Ἱ. Κανόνας καὶ ὑπερισχύει κάθε προσωπικῆς ἐκτιμήσεως περὶ διακοπῆς μνημοσύνου.
Περὶ τῆς ἀποτειχίσεως ἐν γένει
Αὐτὸ ἀδυνατοῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ἔνιοι, καθὼς καὶ ὁ κ. Χατζηνικολάου, ὁ ὁποῖος ἀντιδιαστέλλει τοὺς Ἱ. Κανόνας πρὸς τὴν ἀποτείχισιν καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιστηριχθῆ ἐπὶ μεμονομένων περιστατικῶν. Παραθέτει λοιπὸν τί ἔπραξεν ὁ ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἡρακλᾶς τὸν 3ου αἰ μ.Χ. Ἡ μία αὐτὴ περίπτωσις ἀποτελεῖ οἰκουμενικὸν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας; Καταλύονται ὅσα προβλέπει ὁ ΙΕ΄ Κανών, ἐπειδὴ τὸ ἔπραξεν ὁ δεῖνα καὶ μάλιστα αἰῶνας πρίν; Μήπως ἡ ΑΒ΄ Σύνοδος αὐθαιρετεῖ ἔναντι τῆς Ἱ. Παραδόσεως; Τί ὑπερισχύει: ὁ Κανὼν ἢ ὁ Ἀλεξανδρείας; Ἡ ἀπάντησις εἶναι αὐτονόητος. Ἀλλὰ καὶ πάλιν διερωτώμεθα: τί σχέσιν ἔχει ἡ καθαίρεσις Ἐπισκόπου ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου μὲ τὴν ἀποτείχισιν ἁπλῶν κληρικῶν σήμερα;
Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε αὐτὰ θὰ ἀποδεχθῆ ὁ κ. Χατζηνικολάου, εἴμεθα ἀναγκασμένοι -μετὰ λύπης- νὰ καταδείξωμε ὅτι παραποιεῖ καὶ πάλιν τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ὥστε νὰ λάβη πλέον ὁριστικὴν καὶ ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν. Γράφει ὅτι ὁ Ἀλεξανδρείας καθήρεσε τὸν Θμούιδος, ἐπειδὴ ἐκοινώνησε μὲ τὸν βλάσφημον Ὠριγένην «καὶ μάλιστα πολὺ πρὶν καταδικασθῆ ὁ τελευταῖος ὡς αἱρετικὸς (6ος αἰών)». Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀναληθές. Πρῶτον, τὸν 6ον αἰῶνα ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (553 μ.Χ.) κατεδίκασε κυρίως τὰς δοξασίας τοῦ Ὠριγένους ἕνεκα τῶν ἀκροτήτων τῶν Ὠριγενιστῶν, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Ὠριγένης εἶχε τὸ πρῶτον καταδικαστῆ ἔτι ζῶν ἀπὸ δύο Συνόδους ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἀλεξανδρείας Δημητρίου τὸ 230-232 μ.Χ. Δεύτερον, ἡ ἑπομένη καταδίκη τοῦ Ὠριγένους εἶχε γίνει ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Ἀλεξανδρείας Ἡρακλᾶ, ὡς μαρτυρεῖ τόσον ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Γ΄, κεφ. Η΄, παρ. Β΄), τὸν ὁποῖον παραπέμπει ὁ κ. Χατζηνικολάου, ὡς καὶ ὁ πολὺ προγενέστερος Ἱερὸς Φώτιος («Συναγωγαὶ καὶ Ἀποδείξεις», PG 104, 1229), ὁ ὁποῖος μᾶλλον ἀποτελεῖ καὶ τὴν πηγὴν τοῦ Δοσιθέου. Ἑπομένως, ὁ Ἀμμώνιος καθηρέθη ὄχι ἐπειδὴ ἦλθεν εἰς κοινωνίαν μὲ ἕνα μὴ κριθέντα αἱρετικόν, τὸν Ὠριγένην, ἀλλὰ μὲ ἕνα ἤδη πολλαπλῶς καταδικασμένον ὡς αἱρετικόν. Ἐξυπακούεται ὅτι ἡ κοινωνία μὲ ἤδη συνοδικὰ κεκριμένους ὡς αἱρετικοὺς ἐπισύρει ποινὴν καθαιρέσεως / ἀφορισμοῦ καὶ δικαίως ὑπέστην αὐτὴν ὁ Θμούιδος. Ἡ ἀποτείχισις, διὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερα, σχετίζεται μὲ διακοπὴν κοινωνίας πρὸ κρίσεως τοῦ αἱρετικοῦ καὶ ἑπομένως τὸ παρὸν περιστατικὸν ποὺ προσάγει ὁ κ. Χατζηνικολάου ὄχι μόνον εἶναι παραποιημένον ἀλλὰ προσέτι καὶ ἄσχετον.
Ὁ κ. Καθηγητὴς προκειμένου νὰ προβάλη τὸν ψευδῆ ἰσχυρισμὸν ὅτι ὁ γράφων «ἐμφανίζει τὴν ΑΒ΄ Σύνοδον νὰ νομοθετῆ ἀντιθέτως πρὸς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν» κ.λπ. ἀναφέρει ὅτι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἀπαγορεύουν ρητῶς τὴν κοινωνίαν μὲ αἱρετικοὺς καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ΙΕ΄ Κανὼν νὰ παρέχη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πιστὸν νὰ ἐπιλέγη τὴν κοινωνίαν μὲ αἱρετικούς. Αὐτὸ ὅμως εἶναι διὰ μίαν ἀκόμη φοράν ὠμὴ παραχάραξις τόσον τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος ὅσον καὶ ὅσων ὑπεστηρίχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ὁ ΙΕ΄ Κανὼν δὲν ἐπιτρέπει τὴν κοινωνίαν μὲ αἱρετικούς, δηλώνει μόνον ὅτι διὰ τοὺς καθ’ ὑποψίαν αἱρετικοὺς δύναται κανεὶς νὰ παύση τὴν μνημόνευσιν, ἕως ὅτου ὑπάρξη συνοδικὴ κρίσις, ἡ ὁποία αὐτὴ καὶ μόνον θὰ κρίνη τελεσιδίκως ἐὰν ὄντως κάποιος εἶναι αἱρετικὸς ἢ ἂν ἄδικα κατηγορῆται ἢ ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ὤν αἱρετικὸς μετενόησεν (ἡ Ἐκκλησία δεικνύει καὶ ἄφατον ἀνοχὴν ἀκόμη καὶ εἰς αἱρετικοὺς ὡς ὑπεδείξαμεν εἰς προηγηθὲν ἄρθρον). Ἂν δὲν ὑπάρξη συνοδικὴ καταδίκη ὁ ὑπὸ κρίσιν, ἀκόμη καὶ ἐὰν πράγματι εἶναι αἱρετικός, εἶναι βαρύτατα νοσῶν, ἀλλὰ μέλος ἀκόμη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν μάλιστα εἶναι κληρικὸς τὰ μυστήρια, τὰ ὁποῖα τελεῖ, εἶναι ἔγκυρα καὶ πλήρη θείας χάριτος.
Περὶ τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ
Αὐτὴ ἡ τελευταία πρότασις μᾶς εἰσάγει καὶ εἰς τὸ παλαιοημερολογιτικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Χατζηνικολάου δηλώνει ὅτι αἱ 13 ἡμέραι «ναὶ μὲν ἀφ’ ἑαυτοῦ δὲν εἶναι δογματικὸν θέμα, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ του ἔχει δογματικὸν χαρακτῆρα». Ἂν δὲν εἶναι δογματικὸν ζήτημα τότε δὲν ὑφίσταται αἵρεσις. Ἂν δὲν ὑφίσταται αἵρεσις τότε κάθε «ἀποτείχισις» εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ τιμωρεῖται αὐστηρὰ συμφώνως πρὸς τοὺς ΙΓ΄ καὶ ΙΔ΄ Κανόνας τῆς ΑΒ΄ συνόδου. Συνεπῶς καὶ οἱ παλαιοημερολογῖται κακῶς ἀπεσχίσθησαν. Ἡ φράσις «ἐν συνόλῳ ἔχει δογματικὸν χαρακτήρα» δὲν λέει ἀπολύτως τίποτε, διότι ὅλα τὰ ζητήματα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἔχουν δογματικάς προεκτάσεις καὶ ἑπομένως διὰ τὴν παραμικράν ἀπόκλισιν θὰ ἔπρεπε ὅλοι νὰ καταδικάζωνται ὡς αἱρετικοί. Ὅλαι αἱ συζητήσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ τῶν δογμάτων ἦταν διὰ τὰ ἴδια τὰ δόγματα καὶ ὄχι ἐπὶ φανταστικοῦ διὰ τὰς πιθανάς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἴσως ἐπιφέρει μία μὴ δογματικὴ ἀλλαγὴ εἰς τὸ μέλλον (διότι ἴσως καὶ δὲν τὰς ἐπιφέρει).
Εἰς «ἀέρα δέρει» ὁ κ. Χατζηνικολάου ὅταν μέμφεται τὸν ἀλάνθαστον π. Ἐπιφάνιον γράφων ὅτι εἶναι ἀνυπόστατος ἡ ἀναγωγὴ τοῦ ἡμερολογίου εἰς δόγμα καὶ προσάγει τὴν ἰδικὴν του μαρτυρίαν ὅτι οὐδέποτε ἤκουσέ τινα ἰσχυριζόμενον τοιοῦτον τι. Τὸν παραπέμπομεν εἰς τὴν διατριβὴν τοῦ κυροῦ Ἀθηνῶν Χριστοδούλου (Ἱστορικὴ καὶ Κανονικὴ Θεώρησις τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ ζητήματος κατὰ τε τὴν γένεσιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι, Ἀθῆναι 1982, σ. 133-147), ὅπου ἀναφέρει γραπτάς μαρτυρίας ἀναγωγῆς τοῦ ἡμερολογίου εἰς δόγμα.
Ἀλλὰ καὶ ἐν προκειμένῳ, ὅταν ἀνεκήρυξαν ἄκυρα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν κατέστησαν τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου δόγμα; Εἰς ποίαν αἵρεσιν εἶχε ὑποπέσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ ἀποσχισθοῦν; Δὲν ὑπάρχει προληπτικὴ «ἀποτείχισις», ἀλλὰ μόνον διὰ λόγους αἱρέσεως. Παραθέτει τὸν Οἰκουμενισμὸν ὁ κ. Χατζηνικολάου ὡς ἐπιχείρημα. Μήπως δὲν κατέδειξεν ὁ ἀειμακάριστος π. Ἐπιφάνιος ὅτι αὐτὸς ὑπῆρχε πολὺ πρὶν τὸ 1924;
Τὸ δὲ ἐπιχείρημα ὅτι σκοπὸς τοῦ ἡμερολογίου ἦταν νὰ δημιουργήση σχίσμα, ἀκόμη καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἰσχύει παραθεωροῦντες οἱανδήποτε πιθανὴ ἐπιστημονικὴν ἀνάγκην εἰσαγωγῆς του, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος διαπιστώνεται ὅτι δὲν ἦταν καὶ ἰδιαιτέρως ἐπιτυχὴς ἀπόπειρα τῶν οἰκουμενιστῶν: οἱ «παλαιοημερολογῖται» σύντομα ἐκφυλίσθησαν, ἐνῶ αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι διετήρησαν τὸ ἡμερολόγιον ὡς εἶχε, παραμένουν εἰς κοινωνίαν μὲ τὴν ὑπόλοιπον Ἐκκλησίαν. Τρανὸν παράδειγμα ἀδιεξόδου τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ ὁ ἴδιος ὁ κ. Χατζηνικολάου, ὁ ὁποῖος ἕως τὸ 1999 ἀνῆκεν εἰς κάποιαν Ἐκκλησίαν, ἔπειτα ἕως τὸ 2017 ἀνῆκεν εἰς ἑτέραν Ἐκκλησίαν, καὶ τώρα εἶναι ἄγνωστον ποῦ ἀνήκει. Δὲν εἶναι ὁ μόνος, καθὼς ὑπάρχουν ἀρκεταί παρατάξεις παλαιοημερολογιτῶν, ὥστε πολλοὶ μεταπηδοῦν ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην. Ποία ἀπ’ ὅλας εἶναι ἡ γνησία, αὐθεντικὴ «Ἐκκλησία»; Ποία… τηρεῖ τὰς 13 ἡμέρας ὀρθώτερα ἀπὸ τὰς ὑπολοίπους;… Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. Καθηγητὴς ἐπικαλῆται ὡς ἐπιχείρημα ὅτι τὸ ἡμερολόγιον ἔπληξε «τὸ δόγμα τῆς ἑνότητος» ἂς ἀναρωτηθῆ: α) ποῖοι εἶναι διηρημένοι εἰς παρατάξεις; Ὄχι, πάντως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἑνωμένη μὲ τὰς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. β) μήπως ὁ ἴδιος δὲν ἀνάγει οὕτως τὰς 13 ἡμέρας εἰς δόγμα, καθὼς κατὰ τὴν ἰδικὴν του ἑρμηνείαν τοῦ «δόγματος τῆς ἑνότητος», αὐτὸ συμπεριλαμβάνει (ἐσφαλμένως βεβαίως) «κοινὴν πίστιν, κοινὴν διοίκησιν, κοινὴν λατρείαν», καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν ἡμερῶν ἐθίγει ἡ κοινὴ λατρεία;
Μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν ὁ κ. Καθηγητὴς μᾶς παραθέτει τὴν γνώμην τοῦ καθηρημένου Χρυσοστόμου Καβουρίδου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ὑπῆρξε θῦμα τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ, καθὼς εἶναι γνωστὸν πῶς τοῦ ἐφέρθησαν καὶ τοῦ ἰδίου καὶ ποῦ κατέληξε τελικὰ ἡ ὅλη αὐτὴ κατάστασις: σχίσματα ἐπὶ σχισμάτων καὶ ἀναθεματισμοὶ ἐπὶ ἀναθεματισμῶν ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Δὲν ἔχουν ὅλοι αὐτοὶ παραλλήλους Ἱεραρχίας; Ἰδού, ἡ πλέον τρανὴ ἀπόδειξις περὶ «παραλλήλων Ἐκκλησιῶν», τῆς λέξεως «Ἐκκλησιῶν» καταχρηστικῶς βεβαίως χρησιμοποιουμένης. Μήπως ὅμως καὶ ἐξ ἀρχῆς τοῦ προβλήματος δὲν ἐπανηγύρισαν οἱ παλαιοημερολογῖται μὲ τὴν ἀπόφασιν ὑπ. ἀριθμ. 68810/10.11.1932 τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Χρ. Ἀνδρούτσου διὰ τὴν παροχὴν εἰς αὐτοὺς τῆς δυνατότητος νὰ σχηματίσουν τὴν ἰδικὴν των Ἱεραρχίαν πρὶν κἄν κηρύξουν ὡς σχισματικὴν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Μήπως νὰ ἀνατρέξη κανεὶς καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ, ὥστε νὰ διαπιστώση ὅτι δὲν ἔχουν ἱερωσύνην, ἀφοῦ δὲν εἶχον κανονικάς χειροτονίας; Μήπως καὶ προσφάτως καθηρημένος κληρικὸς δὲν μετεπήδησεν εἰς τὸ παλαιὸν καὶ κατέστη Ἐπίσκοπος;
Ὁ κ. Χατζηνικολάου διὰ νὰ καταδείξη ὅτι σχισματικὴ/αἱρετικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπικαλεῖται τὴν «ἕνωσιν» μὲ τοὺς παπικούς, ἡ ὁποία ὡς λέγει ἔγινε μέσῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων τὸ 1965. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἀκριβῶς ὡς τὰ περιγράφει. Διατί δὲν μνημονεύεται ἀπὸ καμίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἰς τὰ Δίπτυχα ὁ Πάπας Ρώμης; Διατί δὲν ὑπάρχει διακοινωνία τῶν Ἐπισκόπων; Διατί δὲν γίνονται συλλείτουργα π.χ. εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Διὰ νὰ προλάβω τὸν κ. Χατζηνικολάου: ἡ μεμονωμένη περίπτωσις ὅπου κάποιος κληρικὸς συνελειτούργησε μὲ αἱρετικὸν δὲν σημαίνει καθολικὴ κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ παράπτωμα ἐκείνου ὁ ὁποῖος προέβη εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπισύρει καθαίρεσιν. Τοιαῦτα συνέβησαν πάμπολλα εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν καὶ καθηρέθησαν οἱ ἰθύνοντες.
Ἐπιπλέον: Τί σχέσιν ἔχει ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων μὲ τὸ ἡμερολόγιον; Ὁ κ. Χατζηνικολάου ἐπιχειρεῖ νὰ συνδέση αὐτὰ τὰ δύο, ὡς ἀπόρροιαν τὸ πρῶτον τοῦ δευτέρου. Ἀναφέρεται εἰς τὸ κείμενον τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἡ συμβολὴ τῆς ἀλλαγῆς ἡμερολογίου; Ἐὰν δὲν εἶχε συμβῆ ἡ ἀλλαγὴ, δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων; Ἂν σήμερα ἐπεστρέφαμεν εἰς τὸ παλαιὸν, θὰ κατηργεῖτο αὐθωρεὶ καὶ παραχρῆμα ὁ Οἰκουμενισμός; Προφανῶς, πρόκειται διὰ δύο μὴ συνδεόμενα γεγονότα.
Ὅσον διὰ τὸ ποῖος κλείει τὰ ὄμματα ἐνώπιον ἀφ’ ἑνὸς τῶν κακοδοξιῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν «ἐγκλημάτων» ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς εἰς τὸ παρελθὸν τῶν παλαιοημερολογιτῶν, εἰς τὸν τελευταῖον τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀπευθύνει εἶναι ὁ π. Ἐπιφάνιος καὶ ὅσοι ἐμαθητεύσαμεν εἰς ἐκεῖνον. Ὄχι μόνον ἔδωσε μάχας μὲ κάθε κόστος κατὰ τῶν ἐπιόρκων Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ ἐπανειλημμένως διεμαρτυρήθη διὰ τὰς διώξεις τῶν πιστῶν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου (βλ. Ἄρθρα-Μελέται-Ἐπιστολαί, τόμ. Β΄). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἀναφαίνεται ἀπὸ τὰ γραπτά του, ὡς ὀφείλει νὰ τὸ ἀναγνωρίση ὁ κ. Καθηγητής.
Αἱ λοιπαὶ ἀλλοιώσεις τῶν ἀπόψεών μας
Ὁ κ. Χατζηνικολάου μᾶς καταλογίζει ἀκόμη ἕξι τουλάχιστον διαστροφάς. Ἀπαντῶμεν ἀντιστοίχως: Πρῶτον, ναί, ἡ ἀποτείχισις ἀφορᾶ «Ἁγίους», διότι αὐτοὶ ἔχουν διάκρισιν νὰ ἀναγνωρίσουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ὄχι ὁ κ. Χατζηνικολάου, ὁ ὁποῖος μᾶς χαρακτηρίζει ὅλους αἱρετικοὺς, ἐπειδὴ τοῦ ἀπεδείξαμεν ὅτι ὁ Κανὼν εἶναι δυνητικός. Δεύτερον, ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ, ἡ ὁποῖα καθαιρεῖ καὶ ὄχι ἡ ἀποκήρυξις τοῦ ἀποτειχισμένου. Δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Χατζηνικολάου ἡ Ἐκκλησία πολλάκις δὲν καθήρησεν αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς ἠνέχθη ἐπί αἰῶνας. Ὅσον διὰ τὸ Κολυμβάριον, δὲν ἔχει ἀκούσει ποτὲ διὰ τὴν Ἀκέφαλον ἢ τὴν ἐπὶ Δρῦν Σύνοδον; Πρώτην φορὰν συμβαίνουν αὐτὰ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; Τρίτον, ὅσοι ἀποστεροῦνται τὰ ἱ. μυστήρια, ἀποστεροῦνται καὶ τῆς θείας χάριτος, ἐνῶ ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ποιμαίνει ἀνάξια τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ (μεμφόμενος ὑπό τινων) ὡς αἱρετικός, ἐὰν δὲν ἔχη καταδικασθῆ συνοδικῶς, παρέχει ἔγκυρα μυστήρια! Τέταρτον, οἱαδήποτε νέα αἵρεσις προϋποθέτει παραχάραξιν τῶν δογμάτων καὶ ὄχι ἁπλῶς «δοξασίαν» περὶ ἑνὸς Κανόνος. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἠλλοίωσε τὰς θέσεις μας, διότι ὁ ἴδιος ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ «γνωστῆς αἱρέσεως» καὶ ἑπομένως ἂν εἶναι «γνωστὴ», θὰ ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς Πατέρας εἰς ἀντιρρητικὸν σύγγραμμα. Πέμπτον, τὰ περὶ ὑποβιβασμοῦ τῆς ἀποτειχίσεως εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς καταλύσεως τοῦ ἐλαίου, εἶναι ὡσαύτως σαφὴς παρανόησις ὅσων ὑπεστήριξα: ἔθεσα τὴν προϋπόθεσιν ὅτι «ἂν θεωρήσουμε ὅτι οἱ Ἱ. Κανόνες εἶναι δόγματα» τότε καὶ ἡ ἀθέτησις τῆς θεσμοθετημένης νηστείας θὰ εἶναι αἵρεσις. Ἕκτον, καὶ πάλιν ὁ κ. Καθηγητὴς ἐπιλέγει νὰ παραλλάξη ὅσα ἐγράψαμεν, διότι δὲν ἀνεφέρθη καὶ εἰς τὰς ὀκτώ, τὰς ὁποίας παραθέτει, ἀλλὰ μόνον εἰς δύο «αἱρέσεις»: τὸν ὑποτιθέμενον «δυνητισμὸν» καὶ τὸ «ὁ θάνατός σου ἡ ζωή μου μὲ τὰ ἐμβόλια»! Ἂν αὐτὰ εἶναι αἱρέσεις, ὡς θέλει ὁ κ. Χατζηνικολάου εἰς τὸ προηγηθὲν ἄρθρον του, ἂς τὸ κρίνουν οἱ ἀναγνῶσται…
Εἶναι ἡλίου φαεινότερον ὅτι ἂν κάποιος κατασκευάζη «σκιάχτρα», αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Χατζηνικολάου, ὁ ὁποῖος εἴτε παραχαράσσει τὰς πηγάς εἴτε ἀλλοιώνει τὰς διατυπώσεις τοῦ συνομιλητοῦ του. Ἐπιπλέον, ἀγνοεῖ καὶ τὰ στοιχειώδη, ὡς διαφαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναφέρει γυναῖκα ὡς… «ἱερομάρτυρα»! Ὑπὸ αὐτάς τὰς προϋποθέσεις δὲν μπορεῖ νὰ γίνη διάλογος, διότι αὐτὸς ἀπαιτεῖ θεολογικὸν ὑπόβαθρον καὶ ἐντιμότητα.




