3ον
8. Τὸ «πῶς τῆς διακονίας»
Ὅλη αὐτὴ ἡ ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται στὸν τρόπο ποὺ προτείνει γιὰ τὴ λύση τοῦ προβλήματος. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ καθυστερήσει, νὰ ἀντικαταστήσει ἢ νὰ ματαιώσει τὸ κύριο ἔργο της, τὸ κήρυγμα. Ἀπ’ τὴν ἄλλη ὅμως πλευρὰ δὲν εἶναι ἀμελητέο, δευτερεῦον καὶ τὸ ἔργο τῆς διακονίας τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ χωρὶς κάποιες βασικὲς προϋποθέσεις. Γιὰ τὴν ἐπιτέλεση αὐτοῦ τοῦ ἔργου προτείνεται ἕνα πρότυπο κοινωνικῆς διαρθρώσεως, ἕνα «ὑπόδειγμα κοινωνικῆς δεοντολογίας». Αὐτὸ φαίνεται ἀπ’ τὸν τρόπο ἐνεργείας τῶν Ἀποστόλων.
Ἀπευθυνόμενοι στὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν λένε: «Φροντίστε νὰ ἐκλέξετε ἀπ’ ἀνάμεσά σας ἑπτὰ ἄνδρες, μὲ καλὴ φήμη, γεμάτους ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δὲν ὑποδεικνύουν αὐτοὶ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὰ προσόντα τους. Γίνεται ἐκλογή, ἡ ὁποία ἀνατίθεται στὸ πλῆθος τῶν πιστῶν, «σ’ ὁλόκληρο τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ». Καλοῦνται οἱ ἴδιοι νὰ ἐκλέξουν ἐκείνους στοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευθοῦν τὴ «διακονία τῶν τραπεζῶν». Ἡ ἐκλογὴ γίνεται ἀπ’ τὸ λαό, τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκλεγμένοι ὅμως ἀναλαμβάνουν τὰ καθήκοντά τους, ἀφοῦ «ἔστησαν ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων», οἱ ὁποῖοι κατόπιν προσευχῆς «ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας», τοὺς χειροτόνησαν. Ἀπ’ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ὅτι τὸ κοινωνικὸ ἔργο γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶνε ἕνα σπουδαῖο λειτούργημα, τὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦν ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν τὴν εὐλογία της.
9. Ἡ σύγχρονος πραγματικότης
Εἶναι ἀνάγκη, ἰδιαίτερα σήμερα, νὰ συνειδητοποιήσει ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ καθένας ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ τὴν ἀποτελοῦμε, τὸν προφητικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ χαρακτῆρα τῆς ἀποστολῆς της. Στοὺς καιρούς μας τὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου γίνονται πολὺ πιὸ ὀξύτερα ἀπὸ τὰ κοινωνικά, ὅσο κι ἂν οἱ διαπιστώσεις φαίνονται διαφορετικές. Ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη πολύμορφη ἐγκληματικότητα φανερώνει τὴν δραματικὴ ἔκταση τοῦ προβλήματος. Ὁ τεχνικὸς πολιτισμὸς μὲ τὰ ἐκπληκτικὰ μέσα καὶ τρόπους ποὺ διαθέτει μπορεῖ νὰ πολλαπλασιάζει τὴν παραγωγὴ καὶ νὰ αὐξάνει τὴν κατανάλωση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἴσως, κάποτε, μὲ ὀρθολογικὴ καὶ τίμια διαχείριση μπορεῖ νὰ μειώσει τὸν ἀριθμὸ τῶν πεινασμένων, χωρὶς νὰ καταφέρει νὰ ἐξαλείψει τὴ πτώχεια καὶ τὴ μιζέρια ἀπ’ τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες.
Ὅμως πραγματικὰ δυστυχισμένοι δὲν εἶνε αὐτοὶ μὲ τὰ ἄδεια στομάχια, ἀλλὰ οἱ χορτάτοι μὲ τὶς ἄδειες καὶ πνευματικὰ λιμοκτονοῦσες ψυχές. Ποιὸς θὰ φροντίση γιὰ ὅλους αὐτούς, ὅταν καὶ ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τόσες ἄλλες κοσμικὲς κρατικὲς ὑπηρεσίες καὶ ὀργανώσεις, εἶνε σκυμμένη μόνο πάνω ἀπ’ τὰ ὑλικὰ προβλήματα;
Ποιὸς θὰ ἀνακαλέσει στὴν τάξη πολιτικὲς καὶ κοινωνικὲς ἰδεολογίες, τοὺς ἡγέτες τῶν πάσης φύσεως πολιτικῶν κομμάτων καὶ θὰ ἐλέγξει τὰ τρωτὰ ὅσων κυβερνοῦν τὸν κόσμο, ὅταν καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε ἕνα ἀπ’ αὐτά, χωρὶς νὰ ὑποκύπτει στὶς ἀξιώσεις τους;
10. Ἡ «ἀγαθὴ μερίδα»
Στὶς μέρες μας οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας (κλῆρος καὶ λαὸς) κινδυνεύουμε νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόκληση-κίνδυνο τῆς ἐκκοσμίκευσης. Πολλοὶ αὐτὸ τὸ ἐκλαμβάνουν ὡς πρόοδο. Ὅποιος ὅμως ἔχει κατανοήσει τὴν πραγματικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ οὐσιαστικὸ μήνυμα τοῦ εὐαγγελίου τὸ θεωρεῖ παρακμή. Ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸ «πρακτικὸ πνεῦμα» τῆς ἐποχῆς ζητοῦν νὰ ὑποκύπτει στὸν «πειρασμὸ» καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ μεταβάλη τὶς πέτρες σὲ ψωμιά. Προκαλοῦμε ἔτσι τὴν Ἐκκλησία νὰ δώσει τὸ προβάδισμα σὲ κοινωνικὰ ἔργα. Νὰ ἀσχοληθεῖ περισσότερο μὲ αὐτὰ καὶ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες του καὶ λιγότερο μὲ τὴ θεραπεία τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τῶν ἀνθρώπων. Θέλουμε τὴν Ἐκκλησία σὲ κοινωνικὸ-ὑλικὸ ρόλο, γιὰ ἀποποίηση εὐθυνῶν τῆς πολιτικῆς ἢ ὅποιας ἄλλης ἐξουσίας. Ἴσως κάποτε καὶ ἀπὸ ματαιόδοξα κίνητρα γιὰ δημόσιο ἔπαινο καὶ «πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις».
Ἡ Ἐκκλησία δὲν θὰ ἀδιαφορήσει γιὰ τὰ ὑλικὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων στὸ μέτρο βέβαια πάντοτε τοῦ ἐφικτοῦ καὶ δυνατοῦ.
Ὀφείλει ὅμως νὰ δίδει τὴν προτεραιότητα στὰ πνευματικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ «ἀγαθὴ μερίδα» ποὺ πάντα καλεῖται νὰ ἐπιλέγει ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἀγαθὴ μερίδα εἶνε ἡ τόνωση τῆς ψυχῆς, ἡ ἱκανοποίηση τῶν μεταφυσικῶν ἀναζητήσεων τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἄνοιγμα ἑνὸς παραθύρου γιὰ νὰ ἀναπνεύσουν τὴν αὔρα τοῦ οὐρανοῦ οἱ ἀγωνιστὲς ποὺ πνίγονται ἀπ’ «τὶς ἀναθυμιάσεις τῆς ὕλης».
«Ὁ Χριστός, δὲν ἦλθε γιὰ νὰ φέρει ψωμιὰ στὰ σώματα, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια στὶς ψυχές»,(Τζιοβάνι Παπίνι).
Συχνά, ὡς Ἐκκλησία, φαίνεται νὰ μιμούμαστε τὴν Μάρθα. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἐπισκέφθηκε τὸ σπίτι τους, ἐκείνη ἀνασκουμπωμένη καὶ πολυάσχολη ἀγωνιζόταν νὰ τὸν περιποιηθεῖ φροντίζοντας πιὸ πολὺ τὴ «διακονία τῆς τραπέζης» καὶ ἀφήνοντας νὰ ἀτονεῖ ἡ «προφητικὴ» ἀποστολὴ τῆς θεϊκῆς διδαχῆς. Ἐνδεικτικὴ εἶνε ἡ ἐλεγκτικὴ παρατήρηση τοῦ Χριστοῦ: «Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζει περὶ πολλά, ἑνὸς δὲ ἐστι χρεία…» (Λουκ.10.41-42).
Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος σχολιάζοντας τὴ φράση τοῦ Κυρίου παρατηρεῖ: «Τιμητέα ἡ φιλοξενία, μέχρις ὅτου οὐ περισπᾶ ἡμᾶς καὶ ἀπάγει τῶν ἀναγκαιοτέρων. Ἐπὰν δὲ ἄρξηται κωλύειν ἡμᾶς ἀπὸ τῶν σπουδαιότερων, τηνικαῦτα (= ἀπ’ ἐκείνη τὴ στιγμὴ) ταύτης προτιμητέον τὴν τῶν θείων ἀκρόασιν..». Ὁ Κύριος δὲν ἐμποδίζει τὴν φιλοξενία ἀλλὰ «τὴν ποικιλίαν καὶ τύρβην, τουτέστι τὸν περισπασμὸν καὶ τὴν ταραχήν». Ὅπως δὲ προσθέτει ὁ Ζιγαβηνός: « Ἑνὸς ἔχομεν χρείαν τοῦ φαγεῖν,. .οὐχὶ ποικιλίας ἀλλὰ τῆς ἀκροάσεως τῶν ἐμῶν λόγων. Οὐ γὰρ τρυφήσων ἦλθον, ἀλλὰ διδάξων ὑμᾶς». «Τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς ἔστι χρεία».
11. Ἡ προσφορὰ Ἐκκλησίας εἰς τὸ ἔθνος
Τὸ ἔτος 1987 τὸ Ὑπουργεῖο παιδείας (ὑπουργὸς Ἀντ. Τρίτσης)- κατήρτισε Νομοσχέδιο «Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας», μὲ ἀρνητικὲς καὶ ἐπιζήμιες προβλέψεις γιὰ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ κράτους. Τότε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ βαρυσήμαντο ἱστορικὸ ὑπόμνημά της ἀπευθύνθηκε, προσωπικὰ σὲ κάθε βουλευτή, ὑπογραμμίζοντας τὸ διχαστικό, ἀντιεκκλησιαστικὸ καὶ ἀντισυνταγματικὸ περιεχόμενο τοῦ νομοσχεδίου, καὶ καλοῦσε στὴν καταψήφισή του. Στὸ ἐκτενὲς αὐτὸ ὑπόμνημα μὲ δραματικοὺς τόνους μεταξὺ τῶν ἄλλων τονίζονταν καὶ τὰ ἀκόλουθα: « Κύριοι Βουλευταί: Ἀνελογίσθητε ποτὲ τί προσφέρει ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἰς τὸ Ἔθνος; Δὲν ἐννοοῦμεν τί προσέφερε κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ μάλιστα κατὰ τοὺς ζοφεροὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας, ἀλλὰ τί προσφέρει σήμερον. Διετυμπανίσθη κατὰ κόρον αὐτάς ὅτι τὸ Κράτος διαθέτει δεκατρία περίπου δισεκατομμύρια διὰ τὴν Ἐκκλησίαν(μισθοδοσία Κλήρου καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσις). Δὲν θὰ ὑπομνήσωμεν ὅτι ἂν ὑπολογισθῆ ἡ περιουσία τῆς Ἐκκλησίας τὴν ὁποίαν ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἥρπασαν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, τότε τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν οὔτε μικρὸν μέρος τῶν ὀφειλομένων τόκων. ….Θὰ βροντοφωνήσωμεν ὅμως ὅτι τὰ χρήματα αὐτά, ποὺ δίδει τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐπιστρέφουν πάλιν εἰς αὐτὸ καὶ μάλιστα μὲ τόκον χίλια ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἂς συνειδητοποιήση τὸ Κράτος, ὅτι τὸ πελώριον ἠθοπλαστικὸν ἔργον τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ δίαυλος τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων αὐτῶν καὶ μάλιστα πολλαπλασίως. Ἡ Ἐκκλησία πολιτογραφεῖ βεβαίως ἀνθρώπους εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν-καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ἔργον της-, ἀλλ ΄ἐν ταυτῷ διαμορφώνει πολίτας χρηστοὺς καὶ νομοταγεῖς. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ ἐργάζεται ἡ Ἐκκλησία, ὑπάρχουν ὀλιγώτεροι κλέπται, ὀλιγώτεροι διαρρῆκται, ὀλιγώτεροι ψευδομάρτυρες, ὀλιγώτεροι ναρκομανεῖς, ὀλιγώτεροι φοροφυγάδες, ὀλιγώτεροι γενικῶς παραβάται τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία, τὸ Κράτος θὰ ἐχρειάζετο πολλαπλασίους Ἀστυνομικοὺς καὶ Δικαστάς, περισσότερα Νοσοκομεῖα (διὰ τὰ ναρκωτικὰ τὰ ἀφροδίσια νοσήματα κ.τ.τ.), περισσοτέρας φυλακάς.




