Ἔκπτωτον ἐκήρυξεν ὁ Πάπας τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Carlo Maria Vigano, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει εἰς ὑψηλὰς θέσεις, ἐπειδὴ ἀσκεῖ συνεχῶς κριτικὴν ἐναντίον του. Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸν πρόσωπον τοῦ παπισμοῦ! Μήπως τὰ ἴδια δὲν συμβαίνουν εἰς τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα, χωρὶς μάλιστα νὰ ἀκολουθῆται ἡ διαδικασία δίκης; Ὡς ἀναφέρει ἡ ἱστοσελὶς «Wikipedia»:
«Στὶς 20 Ἰουνίου 2024, ὁ Vigano ἀνακοίνωσε στὸ Twitter ὅτι τὸ Πειθαρχικὸ Τμῆμα τῆς Διεύθυνσης (Dicastery) γιὰ τὸ Δόγμα τῆς Πίστεως εἶχε ξεκινήσει μία κανονικὴ ποινικὴ δίκη ἐναντίον του γιὰ σχίσμα. Ὁ Vigano κατηγορήθηκε ὅτι ἔκανε «δημόσιες δηλώσεις ποὺ εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἄρνηση τῶν στοιχείων ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ διατήρηση τῆς κοινωνίας μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία: ἄρνηση τῆς νομιμότητας τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, διακοπὴ τῆς κοινωνίας μαζί του καὶ ἀπόρριψη τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ». Ὁ Vigano ἀναφέρθηκε στὶς κατηγορίες ὡς «σήμανση τιμῆς» καὶ χαρακτήρισε τὴ Β’ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ «ἰδεολογικό, θεολογικό, ἠθικὸ καὶ λειτουργικὸ καρκίνο», τοῦ ὁποίου «ἡ Συνοδικὴ Ἐκκλησία» εἶναι «ἀναγκαία μετάσταση».
Σχολιάζοντας τὴν ὑπόθεση, ὁ Καρδινάλιος Γραμματέας Ἐξωτερικῶν Πιέτρο Παρολὶν εἶπε ὅτι «ὁ Vigano ἔχει λάβει κάποιες θέσεις καὶ κάποιες ἐνέργειες γιὰ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἀπαντήσει». Εἶπε ἐπίσης στοὺς δημοσιογράφους «Λυπᾶμαι πολὺ γιατί τὸν ἐκτιμοῦσα πάντα ὡς ἕνα σπουδαῖο ἐργάτη, πολὺ πιστὸ στὴν Ἁγία Ἕδρα, κάποιον ποὺ ἦταν, κατὰ μία ἔννοια, καὶ παράδειγμα. Ὅταν ἦταν ἀποστολικὸς νούντσιος ἔκανε καλὴ δουλειά. Δὲν ξέρω τί συνέβη».
Ὁ Vigano εἶπε ὅτι δὲν ἀναγνώριζε τὴν ἐξουσία τοῦ ἐπικεφαλῆς τῆς Διεύθυνσης γιὰ τὸ Δόγμα τῆς Πίστεως, οὔτε τὴν ἐξουσία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, καὶ ἀρνήθηκε νὰ λάβει μέρος στὴ διαδικασία. Ἀρκετὲς μέρες ἀργότερα, ὁ Vigano κατηγόρησε τὸν Πάπα Φραγκίσκο γιὰ αἵρεση καὶ σχίσμα, ζητώντας τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν Ἕδρα τοῦ Ἁγίου Πέτρου “τὴν ὁποία κατέχει ἀνάξια γιὰ πάνω ἀπὸ 11 χρόνια”). Ἐπανέλαβε ἐπίσης τὴν ἀπόρριψή του γιὰ τὴ Β’ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ.
Στὶς 5 Ἰουλίου 2024, τὸ Dicastery ἀνακοίνωσε ὅτι ὁ Vigano εἶχε κριθεῖ ἔνοχος γιὰ σχίσμα καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶχε ἀφοριστεῖ. Ὁ Vigano διατήρησε τὸν τίτλο τοῦ «ἀρχιεπισκόπου», ἀλλὰ ὁ ἀφορισμός του, ὡς ζήτημα κανονικοῦ δικαίου, σημαίνει ὅτι δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κατέχει θέσεις ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας, νὰ τελεῖ Λειτουργία ἢ νὰ κάνει μυστήρια. Ὁ Vigano δὲν τιμωρήθηκε μὲ τὴν ἀπώλεια τῆς ἱερωσύνης».




