6ον
12. Νὰ μὴ σβήση τὸ λυχνάρι
Μερικοὶ κήρυκες τοῦ θείου λόγου, ὅταν βλέπουν μπροστά τους πλῆθος λαοῦ, ἐνθουσιάζονται καὶ θέλουν νὰ ποῦν ὅλα ὅσα γνωρίζουν γιὰ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας τους. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καταπονοῦν τοὺς ἀκροατές τους καὶ δὲν προκύπτει πνευματικὴ ὠφέλεια. Ὁ ἅγιός μας χρησιμοποιεῖ ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ ἐπισημάνει τὴν ἀδυναμία τῶν πληθωρικῶν ὁμιλητῶν. «Ὅλα ὅσα θὰ σᾶς πῶ τώρα ἤ καλύτερα ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν, ὥστε νὰ μὴ σκοτίσω τὸ μνημονικό σας· αὐτὸ ποὺ γίνεται καὶ μὲ τὴ φλόγα τοῦ λυχναριοῦ. Ἄν δηλαδὴ στάξεις ἐκεῖ στὸ φυτίλι τὸ λάδι λίγο-λίγο, θὰ δώσεις ἀρκετὴ τροφὴ στὴ φλόγα· ἄν ὅμως χύσεις τὸ λάδι ὅλο μαζί, θὰ σβήσεις καὶ τὴ φλόγα ποὺ καίει» [§2267].
* * *
13. «Καιρὸς τοῦ σιγῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ λαλῆσαι»
Ὁ ζῆλος μερικῶν κληρικῶν κουράζει τοὺς πιστούς, ὅταν δὲν ὑπάρχει διάκριση. Ἰδιαίτερα στὸ θέμα τοῦ κηρύγματος καὶ τῆς διδασκαλίας. Οἱ συγκεκριμένοι κληρικοὶ εἶναι πρόθυμοι καὶ σὲ πέντε ἐκκλησιαζόμενους νὰ κάνουν μακροσκελὲς κήρυγμα. Μιλοῦν ἐκ τοῦ προχείρου μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ὠφελοῦν τοὺς ἀνθρώπους. Μιλοῦν συνεχῶς στοὺς ἴδιους ἐκκλησιαζόμενους γιὰ ἴδια καὶ γνωστὰ θέματα καὶ δὲν ὑποψιάζοντια ὅτι προκαλοῦν τὴ δυσφορία τους καὶ κάποτε τὴν ἀγανάκτησή τους.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θεωρεῖ ἀναγκαῖες τὶς διακοπὲς στὴ διδασκαλία, γιατὶ πρέπει νὰ ξεκουράζονται οἱ ὁμιλητὲς καὶ νὰ ἀνανεώνονται πνευματικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἠρεμοῦν κάπως, γιὰ νὰ αἰσθάνονται ὡς ἀνάγκη τὴν τροφοδοσία τους μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Συνήθως οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι εὔκολα κουράζονται ἀπὸ τὶς ἀδιάκοπες διδασκαλίες καὶ δύσκολα τὶς ἀναζητοῦν, ὅταν δὲν ὑπάρχουν. Πρόκειται γιὰ μιὰ δυσθεράπευτη ἀδυναμία. Ὁ ἅγιος μᾶς ἀναφέρει καὶ δύο παραδείγματα, ποὺ περιγράφουν τὴν ἀδυναμία αὐτή, χωρὶς νὰ τὴν καταδικάζει, ἀλλὰ τὴν ἀναγνωρίζει ὡς κάτι ποὺ ὑπάρχει στὴ ζωή. «Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁδηγήσω τὸ λόγο σὲ ἄπειρο πέλαγος ἱστοριῶν. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ πρόκειται νὰ διασχίσουν ἕνα τέτοιο πέλαγος, πρέπει νὰ ἀρχίσουν τὸ ταξίδι ὄχι μὲ κουρασμένους, ἀλλὰ μὲ ἀκμαίους ναῦτες. Γι’ αὐτὸ παντοῦ στὴ θάλασσα εἶναι ἐγκατεσπαρμένα καὶ λιμάνια καὶ νησιά, ὥστε νὰ ἀναπαύεται καὶ ὁ καπετάνιος καὶ ὁ ναύτης, ὁ ἕνας ἐγκαταλείποντας τὸ τιμόνι καὶ ὁ ἄλλος ἀφήνοντας τὸ κουπί». Γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ τονίζει ὁ ἅγιός μας «ἔχουν ἐπινοηθεῖ παντοῦ στοὺς δρόμους πανδοχεῖα καὶ καταλύματα, γιὰ νὰ ξεκουράζονται καὶ τὰ ζῶα καὶ οἱ ὁδοιπόροι. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸ λόγο τῆς διδασκαλίας ἔχει ὁριστεῖ καιρὸς σιωπῆς, ὥστε οὔτε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ ἐξαντλοῦμε, λέγοντας πολλά, οὔτε καὶ σᾶς νὰ σᾶς καταπονοῦμε» [§2271].
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης




