Ἡ τριαδικὴ θεολογία τῶν παπικῶν συνόδων τοῦ Λατερανοῦ καὶ τῆς Λυὼν

Share:

Γράφει ὁ κ. Εὐλάλιος Θωμαΐδης, θεολόγος

  Ἡ Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ (1215). Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὴν πίστη τῶν Λατίνων σὲ ἕνα ἀληθινὸ Θεό, αἰώνιο, παντοδύναμο, ἀναλλοίωτο, ἀκατάληπτο καὶ ἀνείπωτο: τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα ἀποτελοῦν μία καὶ μοναδικὴ οὐσία ἢ ὑπόσταση, ἁπλὴ καὶ ἀδιαίρετη (Conc. Lateranense IV, De fide Catholica, cap. 1, DH 800). Μὲ αὐτὴ τὴ διακήρυξη ἡ Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ καταδικάζει ὁρισμένες ἀπὸ τὶς θέσεις τοῦ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε, μὲ τὸν ὁποῖο ἀσχοληθήκαμε στὸ προηγούμενο κείμενό μας. Τὸ δόγμα τῆς συνόδου μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ σὲ τέσσερις βασικὲς θεολογικὲς διατυπώσεις: 1) Ὑπάρχει ἀπόλυτη ταυτότητα μεταξύ τῆς θείας οὐσίας καὶ τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας. 2) Ὑπάρχει ἀπόλυτη ταυτότητα μεταξύ τοῦ Πατρὸς ὡς γεννῶντος τὸν Υἱὸ καὶ τῆς θείας οὐσίας, τοῦ Υἱοῦ ὡς γεννωμένου ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς θείας οὐσίας, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ἐκπορευόμενου ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ μὲ τὴ θεία οὐσία (filioque). 3) Δὲν εἶναι ἡ θεία οὐσία ἐκείνη ποὺ γεννᾶ τὸν Υἱό, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός. 4) Δὲν ὑπάρχει “τετράδα” στὸν Θεό, διότι ἡ θεία οὐσία δὲν ἀποτελεῖ κάτι χωριστὸ ἀπὸ τὰ τρία θεῖα πρόσωπα (B. De Margerie, La Trinite chretienne dans l’historie, cit., σσ. 194-197). Μὲ τὸ τέταρτο σημεῖο ἡ Σύνοδος καταδικάζει ρητὰ τὴν ἄποψη τοῦ Ἰωακεὶμ τοῦ Φιόρε, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε τὴ θεία οὐσία ὡς μία πραγματικότητα παράλληλη πρὸς τὶς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς ἀκτίστου θεότητος. Ἐπιπλέον, ἡ Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ τονίζει ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς θεότητας τῶν δύο “αἰτιατῶν” ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδας· αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεία οὐσία δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν ὑποστάσεων. Ἔτσι, ἡ ἑνότητα τῆς Τριάδας θεμελιώνεται στὴ μία καὶ ἁπλὴ θεία οὐσία, ἐνῶ ἡ διάκριση θεμελιώνεται στὶς προόδους, δηλαδὴ στὶς σχέσεις — μὲ ἄλλα λόγια, στὰ ἴδια τὰ πρόσωπα (L. F. Mateo-Seco καὶ G. Maspero, Il Mistero di Dio Uno e Trino. Manuale di Teologia Trinitaria, EDUSC, Roma 2014, σσ. 196-197). Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ ἐπαινεῖ τόσο τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε ὁ Ἰωακεὶμ ὅσο καὶ τὸν ἴδιο τὸν Ἰωακείμ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸν δεύτερο κανόνα τὸν καταδικάζει γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως. (ὅπ.π.).

  Ἂς ἐξετάσουμε τώρα τὰ προβληματικὰ σημεῖα τῆς Συνόδου τοῦ Λατερανοῦ ἀπὸ ὀρθόδοξη σκοπιά. Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες, ἡ θεία οὐσία δὲν ταυτίζεται μὲ τὶς ὑποστάσεις· διαφορετικά, θὰ καταλήγαμε στὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλιανισμοῦ. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, τὸ μερικὸ μπορεῖ νὰ κληθεῖ ἀπὸ τὸ καθολικό, ἐνῶ τὸ καθολικὸ δὲν μπορεῖ νὰ κληθεῖ ἀπὸ τὸ μερικὸ (Βλ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Πρὸς τὸν ἐπίσκοπον Δαραίας τὸν Ἰακωβίτην, PG 94, 1460D-1461Α. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγ. Ἰωάννη Δαμασκηνό, ἡ ὑπόσταση ἢ τὸ ἐπιμέρους μπορεῖ νὰ δηλώνεται μὲ τὸ καθολικό, δηλαδὴ τὸ ὄνομα οὐσία, χωρὶς νὰ ταυτίζονται μεταξύ τους. Παρόλα αὐτὰ δὲν συμβαίνει τὸ ἀντίστροφο. Ἡ ὑπόσταση εἶναι φύση, ἀλλὰ φύση μὲ ἰδίωμα καὶ ὄχι μόνο φύση. Ἡ φύση, ὅμως, δὲν εἶναι ὑπόσταση). Συνεπῶς, ἡ ὑπόσταση ταυτίζεται μὲ τὴ θεία οὐσία, ἀλλὰ ἡ θεία οὐσία δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ὑπόσταση, ἀφοῦ ἡ οὐσία ἀποδίδεται σὲ περισσότερες ἀπὸ μία ὑποστάσεις. Ἔτσι, ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὸ ὄνομα «Υἱός», ἀναφερόμαστε στὴ θεία ὑπόσταση ποὺ ταυτίζεται κατὰ τὴ θεία οὐσία, τὰ ἰδιώματα καὶ τὶς ἐνέργειές της μὲ τὰ ἄλλα θεία πρόσωπα, δηλαδὴ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν, ὅμως, χρησιμοποιοῦμε τὸ ὄνομα «Θεός», δὲν ἀναφερόμαστε σὲ κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, διότι αὐτὸ τὸ κατηγόρημα ἰσχύει γιὰ ὅλες τὶς θεῖες ὑποστάσεις τῆς ἀκτίστου θεότητας. Ἂν τὸ ὄνομα «Θεὸς» δήλωνε πρόσωπο, τότε μόνο ἕνα πρόσωπο θὰ ἦταν Θεὸς καὶ ὄχι τὰ ἄλλα· καὶ κατὰ συνέπεια θὰ εἴχαμε τρεῖς Θεοὺς λόγῳ τῶν τριῶν προσώπων. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης: «Εἰ τὸ θεὸς ὄνομα προσώπου δηλωτικὸν ὑπῆρχεν, τρία πρόσωπα λέγοντες ἐξ ἀνάγκης τρεῖς ἂν ἐλέγομεν θεούς·» (Βλ. Γρηγόριος Νύσσης, Πῶς τρία πρόσωπα λέγοντες ἐν τῇ θεότητι οὐ φαμέν τρεῖς θεοὺς πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν, Jaeger III, 1, σελ. 19). Ἕνα ἀκόμη προβληματικὸ στοιχεῖο τῆς Συνόδου τοῦ Λατερανοῦ εἶναι τὸ filioque. Ὡστόσο, θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ αὐτὸ ἀμέσως παρακάτω, στὸ πλαίσιο τῆς ἀνάλυσης τῆς θεολογικῆς σκέψης τῆς Συνόδου τῆς Λυών.

  Ἡ Σύνοδος τῆς Λυὼν (1254). Ἡ Σύνοδος τῆς Λυὼν συνεκλήθη, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἕνωση μεταξὺ Λατίνων καὶ Ἑλλήνων, καθὼς ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Παλαιολόγος ἐπιθυμοῦσε τὴ στρατιωτικὴ βοήθεια τῆς Δύσεως. Ἡ ἕνωση ἐπετεύχθη, ἀλλὰ ἦταν ἐφήμερη. Ἡ σύνοδος τῆς Λυὼν πραγματεύτηκε δύο ζητήματα: 1) τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ (τὸ filioque) καὶ 2) ὅτι οἱ δύο ἐκπορεύοντες, ἤτοι ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, συνιστοῦν μία ἀρχὴ ἐκπόρευσης τοῦ Ἁγ. Πνεύματος καὶ ὄχι δύο. Ἂς δοῦμε τί λέει ἡ ἴδια ἡ Σύν­οδος: Μὲ πιστὴ εὐλάβεια καὶ ὁμολογία, ὁμολογοῦμε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται αἰώνια ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ὄχι ὡς ἀπὸ δύο ἀρχές, ἀλλὰ ὡς ἀπὸ μία μόνο· ὄχι διὰ δύο ἐκπορεύσεων, ἀλλὰ διὰ μίας μόνο. Μὲ τὴν ἔγκριση τῆς ἱερῆς Συνόδου, καταδικάζουμε καὶ ἀποδοκιμάζουμε ὅλους ἐκείνους ποὺ τολμοῦν νὰ ἀρνηθοῦν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται αἰώνια ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἢ ποὺ ἰσχυρίζονται τολμηρὰ ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ ὡς ἀπὸ δύο ἀρχὲς καὶ ὄχι ὡς ἀπὸ μία μόνο (Conc. II di Lione, Const. De summa Trinitate et fide catholica (18. V. 1274), DH 850).

  Ἂς ἐξετάσουμε τώρα τὰ προβληματικὰ σημεῖα τῆς Συνόδου τῆς Λυὼν ἀπὸ ὀρθόδοξη σκοπιάὍπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τοῦ Υἱοῦ, δεδομένου ὅτι ἀμφότεροι εἶναι ὁμοούσιοι μὲ τὸν Πατέρα. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται ὑπαρκτικὰ ἀπὸ τὸν Υἱὸ κατὰ τὴν ἐκπόρευση, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Σύν­οδος τῆς Λυών· διαφορετικὰ θὰ ὑπῆρχαν δύο ἀρχὲς μέσα στὴν ἄκτιστη θεότητα (Βλ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, Λόγος Α’, PG 77, 1145A. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς μὲ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη Δαμασκηνὸ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἕνεκα τῆς ὁμοουσιότητας τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει κάποιο εἶδος «ὀρθόδοξου» filioque, καθότι δὲν ὑπονοεῖ καμία προσωπικὴ ἢ ὑπαρκτικὴ σχέση μεταξύ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρὰ μόνον τὴν οὐσιώδη συνάφεια τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων). Ἡ δικαιολογία τῶν Λατίνων στὴ Σύνοδο τῆς Λυών, προκειμένου νὰ ἀποφύγουν τὴ δυαρχία στὴν ἄκτιστη θεότητα, εἶναι ὅτι ὁ Πατὴρ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ» ὡς μία καὶ μοναδικὴ ἀρχὴ καὶ ὄχι ὡς δύο. Ὡστόσο, αὐτὸ ἐπιδεινώνει τὸ πρόβλημα, καθὼς καθιστᾶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μία «ἐλλιπῆ» θεότητα. Λέγω «ἐλλιπῆ», διότι μία ἰδιότητα ποὺ εἶναι κοινὴ σὲ δύο πρόσωπα δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὑποστατικὸ ἰδίωμα, ἀλλὰ μόνο φυσικό. Καὶ ἂν ἡ ἐκπόρευση θεωρηθεῖ φυσικὸ ἰδίωμα, πρᾶγμα ποὺ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοὺς Λατίνους, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ τὴ διαθέτει καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ εἶναι ἐξίσου Θεὸς μὲ τὰ ἄλλα δύο θεῖα πρόσωπα. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο οἱ Ἕλληνες Πατέρες ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ Λατῖνοι συγχέουν τὰ κοινὰ μὲ τὰ ἀκοινώνητα, ἤτοι τὰ ὑποστατικὰ μὲ τὰ φυσικὰ ἰδιώματα.

  Στὸ ἑπόμενό μας κείμενο θὰ δοῦμε μερικὰ πράγματα γιὰ τὴ θεολογικὴ σκέψη τῆς Συνόδου τῆς Φερράρας Φλωρεντίας.

Previous Article

Θὰ θυσιασθῆ ἡ Ὀρθόδοξος Ἕνωσις εἰς βάρος αὐτῆς μὲ τοὺς αἱρετικούς;

Next Article

Το Filioque στη Νίκαια – Κωνσταντινούπολη 2025.