Τοῦ κ. Γεωργίου Κούβελα, Συνταξιούχου Δικηγόρου παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ Σ.τ.Ε.,
Ἐπιτίμου Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Φοιτητικῆς Ἑνώσεως Κυπρίων
6ον
Ὅπου σταματήσετε -μοῦ εἶπε- θὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ἐκεῖ ἀξιωματικοῦ.
Ἐκεῖνες τὶς μέρες μᾶς λέγανε οἱ ἀξιωματικοί:
– Στὸ μέτωπο νικοῦμε. Προχωροῦμε μέσα στὴν Ἀλβανία. Ὁ «Παπανικολῆς», τὸ ὑποβρύχιο βούλιαξε τόσο Ἰταλικὰ πλοῖα… Νεκροὺς δὲν ἔχουμε. Μόνο 3-4. Γι᾽ αὐτὸ ρώτησα τὸ σωφέρ:
– Πόσο προχωρήσαμε μέσα στὴν Ἀλβανία; Τὸ πήραμε τὸ Ἀργυρόκαστρο; Τὴν Κορυτσά;
– Τί Κορυτσά μοῦ λές! Λέγει. Αὐτοὶ φθάσανε στὸ Καλπάκι. Καὶ ὑπάρχει κίνδυνος ἀπὸ τοὺς Φιλιᾶτες, νὰ ρίχτηκαν δῶθε μπροστά μας. Μπορεῖ νὰ μᾶς ἔκοψαν τὸν δρόμο καὶ ἐδῶ ποὺ πᾶμε, νὰ τοὺς βροῦμε μπροστά μας…
Εὐτυχῶς, ὅμως κρατοῦσε ὁ Καλαμᾶς, ὁ παλαιὸς Ἀχέρων, ποὺ περνοῦσαν, ὅπως πίστευαν οἱ Ἀρχαῖοι, οἱ ψυχὲς στὸν Ἅδη.
Προτοῦ, ὅμως φθάσουμε, μὲ τὸ παμπάλαιο λεωφορεῖο, στὸ Μπιζάνι, συναντήσαμε ἐρχόμενο ἄλλο λεωφορεῖο, μὲ σβησμένα φῶτα. Ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ δικοῦ μας ὀχήματος εἶδα πὼς ἦταν φορτωμένο τραυματίες. Σὲ λίγο εἶδα καὶ δεύτερο λεωφορεῖο. Τὰ ἴδια καὶ αὐτό. Κουβαλοῦσε λαβωμένους. Πάλι ἔμεινα σιωπηλός. Δὲν τὸ εἶπα, γιὰ νὰ μὴ μεταδοθῆ πανικός. Τὸ τρίτο, ὅμως τὸ ἀντιληφθήκανε ὅλοι οἱ τσολιάδες.
– Ἔχει τραυματίες! Εἶναι γεμᾶτο! εἶπαν μερικοί.
– Ἄ! ὥστε ἔχομε καὶ τραυματίες, εἶπε ἕνας λιπόψυχος καὶ συνέχισε:
– Ἐγὼ ὅταν φθάσουμε, θὰ σηκώσω τὰ χέρια καὶ θὰ παραδοθῶ.
Τότε σηκώθηκα πάνω πικραμμένος καὶ ὀργισμένος μαζὶ καὶ τοῦ εἶπα:
– Δὲν ντρέπεσαι; Εἶσαι Ἕλληνας ἐσύ; Δὲν ἔχεις μάνα καὶ ἀδελφὴ καὶ σπίτι! Θὰ ἀφήσωμε, λοιπόν, τοὺς βρωμοϊταλοὺς ν᾽ ἀτιμάσουν τὴν οἰκογένειά μας;
– Νὰ ζήσω ἐγὼ εἶπε καὶ ἂς γίνη κεραμιδαριό.
– Σκασμὸς βρὲ δειλέ, φοβιτσιάρη, τοῦ εἶπαν ὅλοι μ᾽ ἕνα στόμα.
Ἐλούφαξε. Δὲν ξαναμίλησε.
Αὐτὸ ἦταν μιὰ προσπάθεια καλλιεργείας ἡττοπαθείας, ἀλλὰ δὲν ἔπιασε.
Ὁ Τίμος Μωραϊτίνης#[23], «῾Η Παναγία ἐτέθη ἐπικεφαλῆς τοῦ στρατοῦ μας καὶ τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν νίκην… Εἶναι Αὐτὴ ποὺ δὲν λησμονεῖ ὅτι εἰς μίαν ἑορτήν Της, πρὸς τῆς εἰκόνος Της, πρὸς τοῦ ναοῦ Της, ἐβυθίσθη ἀπὸ αἱμοσταγεῖς χριστιανικὰς χεῖρας ἕνα σκάφος, καὶ ὅτι ὁ βάρβαρος κρότος μιᾶς τορπίλης διέκοψε τὴν δέησιν καὶ ἐνέκρωσε τὰ προσευχόμενα χείλη».
Κι ὅταν διαβάζουμε σήμερα «γράμματα» μέσα ἀπ᾽ τὶς φλόγες καὶ τὸν κουρνιαχτὸ τοῦ πολέμου, ἐπαναβιώνουμε τὴν ἀτμόσφαιρα ἐκείνης τῆς ἡρωϊκῆς ἐποχῆς, καὶ ὁ παλμός της τρικυμίζει τὴν ψυχή μας».
Ἡ Ἐφημερίδα Ἀσύρματος#[24]: «Τὸ χαρακτηριστικώτερον εἰς τὰ γράμματα αὐτὰ εἶναι ἡ ἀκλόνητος πίστις τῶν στρατιωτῶν μας ὅτι εἰς τὸν ἡρωϊκόν των ἀγῶνα ἔχουν συμπαραστάτην τὴν Μεγαλόχαρη, ἡ Ὁποία θά τοὺς βοηθήσει νὰ ἐκδικηθοῦν, μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα παλαιὰ καὶ πρόσφατα ἐγκλήματα τοῦ ἐπιδρομέως, καὶ τὸ στυγερὸν ἔγκλημα τῆς 15ης Αὐγούστου. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ἰδίους τοὺς ἥρωας νὰ ἀφηγηθοῦν τὴν ἐποποιΐαν των.
«Ἀγαπητοί μου γονεῖς,
Σεῖς θὰ φαντάζεσθε πράγματα φοβερὰ καὶ τρομακτικά, ἐνῷ ἐμᾶς δὲν μᾶς νοιάζει καθόλου. Γι᾽ αὐτὸ μὴ στενοχωριέστε. Ἄλλωστε, γιὰ ὅλα τὰ Ἑλληνόπουλα τοῦ Μετώπου φροντίζει ἡ Μεγαλόχαρη τῆς Τήνου νὰ τὰ κρατῇ γερὰ καὶ νὰ τοὺς δίνῃ νίκες καὶ μόνο νίκες». «Καίτη μου, Δὲν θέλω νὰ μοῦ στείλῃς φανέλες καὶ κάλτσες. Προτιμῶ νὰ μοῦ φτιάξῃς καὶ νὰ μοῦ στείλῃς μιὰ σημαία τῆς ξηρᾶς, στὸ μέγεθος ποὺ ἔχουν τὶς σημαῖες των τὰ σωματεῖα. Στὸ κέντρον, μέσα σ᾽ ἕνα χρυσὸ κύκλο νὰ βάλῃς τὸν Ντῖνο νὰ ζωγραφίσῃ τὴν Παναγία τῆς Τήνου. Μιὰ τέτοια σημαία θέλω νὰ κάνω δῶρο στὸν λόχο μου. Θὰ παραξενεύεσαι, γιατὶ δὲν μὲ ἤξερες γιὰ θρῆσκο, ἀλλὰ ἀπ᾽ὅσα βλέπουν τὰ μάτια μου, πιστεύω κι ἐγὼ ὅτι μιὰ θεϊκὴ δύναμις συντροφεύει τὸν στρατόν μας. Ἄλλωστε, πῶς μποροῦσα νὰ μείνω μόνος ἐγὼ ἀσυγκίνητος μέσα στὸ κῦμα τῆς πίστεως ποὺ ἔχει ὅλος ὁ στρατός μας πρὸς τὴν Παναγία τῆς Τήνου, ποὺ τὴν πιστεύει προστάτιδά του».
Καί βέβαια, πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, ἡ ἀκλόνητη πεποίθηση τῶν Ἑλλήνων στὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα τους ἔκανε ἕνα ἀκόμα θαῦμα, θέτοντας αὐτομάτως στὸ περιθώριο ὅλες τὶς διχόνοιες καὶ τοὺς διχασμοὺς ποὺ εἶχαν τραυματίσει τὸ ἔθνος, δημιουργώντας μιὰ ἀπαράμιλλη ψυχικὴ ἑνότητα. Αὐτὸ ἄλλωστε σημειώνει ρητῶς στὰ Ἀπομνημονεύματά του ὁ ἴδιος ὁ Ἰταλὸς πρέσβης Ἐμμανουέλε Γκράτσι:
«Τὸ ἔγκλημα τῆς Τήνου εἶχε ἀποτέλεσμα –γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἔκανε τὸ θαῦμα– νὰ δημιουργηθεῖ στὴν Ἑλλάδα μιὰ ἑνότητα ψυχῶν. Μοναρχικοὶ καὶ Βενιζελικοί, ὀπαδοὶ κι ἀντίπαλοι τῆς 4ης Αὐγούστου, πείσθηκαν πὼς ἕνα μόνο ἀδυσώπητο ἐχθρὸ εἶχε ἡ Ἑλλάδα: τὴν Ἰταλία».
Ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, λοιπόν, τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἔπους τοῦ ᾽40 πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ δυόμιση μῆνες πρὶν τὴν ἔκρηξη τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, στὶς 15 Αὐγούστου 1940, ἀνήμερα τὴν ἑορτὴ τῆς Μεγαλόχαρης στὸ λιμάνι τῆς Τήνου.
Θὰ ἦταν παράλειψη στὸ σημεῖο αὐτό, ἂν δὲν ἀναφέραμε τὴν πρόταση τοῦ Ἰ. Τσοῦρνος#[25] γιὰ τὰ Φυλακτά: «Ὁ κ. Ἰ. Τσοῦρνος, τῆς Ἑταιρείας Ἑλληνικοῦ Τύπου εἶχε προτείνει νὰ ἀποσταλῆ ἡ εἰκών τῆς Παναγίας τῆς Τήνου εἰς τὸ μέτωπον. Ὅπως μετεφέρθη κατὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου, καθ᾽ ὅμοιον τρόπον νὰ μεταφερθῇ ἐκεῖ, εἰς μίαν κατανυκτικὴν λιτανείαν, διὰ νὰ εὐλογήσῃ τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα. Διότι τὰ ὅπλα τὰ ἑλληνικὰ ἀντιμετωπίζουν τὴν συνέχειαν τῆς ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἐναντίον τῆς Παναγίας, τὴν 15ην Αὐγούστου, εἰς τὴν Τῆνον. Κάποιος ἄλλος εἶχε διατυπώσει ἄλλην Ἰδέαν: Νὰ γίνουν ὁμοιότυπα τῆς εἰκόνος τῆς Τήνου, ἐν σμικρῷ καὶ νὰ σταλοῦν εἰς ὅλους τοὺς στρατιώτας μας, μὲ χαραγμένην μάλιστα τὴν ἡμερομηνίαν 15 Αὐγούστου 1940. Εἶνε ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Παναγίας, καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ ἐθνικὴ ὀργάνωσις νεολαίας συγχωνεύει ἤδη κατὰ τρόπον ἐπιτυχῆ τὰς δύο ἰδέας: Ἡτοίμασε εἰκονίτσες – φυλακτά, πιστὰ ὁμοιώματα τῆς Παναγίας τῆς Τήνου. Τὰ μετέφερεν εἰς τὴν Τῆνον διὰ νὰ εὐλογηθοῦν, καὶ θὰ τὰ στείλῃ εἰς τοὺς στρατιώτας τοῦ μετώπου. Πράγματι δὲν ὑπάρχει καλύτερον φυλακτὸ καὶ ἱερώτερον ἐνθύμιον ἀπὸ αὐτὸ διὰ τοὺς στρατιώτας μας. Εὖγε εἰς τὴν νεολαίαν».
Η ΥΒΡΙΣΜΕΝΗ ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΝΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ#[26]
Εἶναι ἐντυπωσιακὴ ἡ εἰκόνα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ μεγάλος καὶ γοητευτικὸς δημοσιογράφος Γ. Βλάχος στήν «Καθημερινή», ποὺ ἵδρυσε καὶ διηύθυνε, σὲ κύριο πρωτοσέλιδο ἄρθρο#[27] στὶς 23 Νοεμβρίου, τὴν ἑπομένη τῆς καταλήψεως τῆς Κορυτσᾶς ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατό, μὲ τίτλο «Ἡ ἡμέρα ἡ χθεσινή». Θεωρεῖ ὅτι ἀφοῦ ἐβοήθησε ἡ Παναγία τοὺς στρατιῶτες μας νὰ ἐκδιώξουν τοὺς Ἰταλοὺς ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου, ἐπιστρέφει τώρα στὸ νησί της, στὴν Τῆνο: Γράφει: «Ἐκεῖ εἰς τὸ μακρυνὸν νησὶ τοῦ Αἰγαίου ἐπιστρέφει ἡ ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. ῾Η θύρα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κλειστή. Τὰ κανδήλια φωτίζουν μὲ τὸ ὠχρόν των φῶς τὴν Εἰκόνα, καὶ γύρω λάμπουν ἀσημένια, χρυσᾶ, ἀδαμαντοκόλλητα τὰ ἀναθήματα τῶν πιστῶν. Ἡ θύρα εἶναι κλειστὴ καὶ ἡ Παναγία περνᾶ. Θὰ σταθῆ ἐκεῖ ἐμπρὸς εἰς τὸ Ἱερόν, νὰ ζητήση τὴν προστασίαν τῶν οὐρανῶν διὰ τοὺς Νεκρούς, διὰ τοὺς ὀρφανοὺς τοῦ πολέμου. Θὰ ὑψώσῃ τὰ χέρια Της διὰ ν᾽ ἁπαλύνη τῶν τραυμάτων τοὺς πόνους, μὲ τὸ μειδίαμά Της θὰ στειρεύσῃ τὰ δάκρυα, μὲ τὸ βλέμμα Της θὰ παρηγορήσῃ. Καὶ ἔπειτα θὰ καθήσῃ κατάκοπος: Εἶχε αὐτὲς τὶς ἡμέρες δουλειά, πολλὴ δουλειὰ ἡ Παναγία ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου…»#[28].
Μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κορυτσᾶς τὴν ἡμέρα τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου (21-22 Νοεμβρίου 1940) ὁ πρωθυπουργὸς Ἰωάννης Μεταξᾶς σὲ ραδιοφωνική του ὁμιλία εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ὁ ἀγώνας ἐδῶ καὶ δέκα μέρες ἔλαβε τὴν μεγαλύτερη ἔνταση στὸν τομέα τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ὅπου ἡ μάχη ὑπῆρξε σκληρὴ καὶ ἀδιάκοπη ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες, γιὰ νὰ καταλήξει, μετὰ τὴν πτώση τοῦ ὀρεινοῦ προμαχώνα τοῦ Μοράβα, στὴν κατάληψη τῆς Κορυτσᾶς καὶ στὴν φυγὴ τοῦ ἐχθροῦ σὲ ὅλο τὸ μέτωπο τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου… Στρατιῶτες, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί σας. Ἡ πληγωμένη Παναγία τῆς Τήνου παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα σας καὶ σᾶς ὁδηγεῖ…»#[29].
Σημειώσεις:
#[23]. Ἴδετε τὸ Ἔθνος τῆς 21.11.1940. #[24]. Ἴδετε Ὁ Ἀσύρματος τῆς 19.11.1940. #[25]. Νέα Ἑλλάς 22.12.40. #[26]. Οἱ μαρτυρίες ποὺ ἀκολουθοῦν προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Τὸ θαῦμα τοῦ ᾽40 θαῦμα τῆς Μεγαλόχαρης, ὅπου γίνεται ἐκτενέστατη ἀναφορὰ στὴν παρουσία τῆς Παναγίας στὸν πόλεμο τοῦ 1940. #[27]. Ἴδετε Καθημερινὴ τῆς 23ης Ὀκτωβρίου. #[28]. Ἡ Ἐποποιΐα τοῦ 1940-41. Ἀρχεῖον Ἱστορικῶν Σελίδων, Ἐκδόσεις «Ὁρίζων», Ἀθῆναι 19812, σελ. 61. #[29]. Ἀριστ. Κωστόπουλος – Β. Κωτουλοπούλου-Κωστοπούλου Τὸ ἔπος τοῦ 1940-41. Ἱστορικὸ Ἀνθολόγιο, Ἐκδόσεις «Μαλλιάρης-Παιδεία», Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 136.




