Παλαιοὶ καὶ σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες

Share:

Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,

τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.

«ΠΡΟΓΟΝΟΙ» ΤΟΥ 1981

  «Τὸ 1981 οἱ πρόγονοί μας ἀνέλαβαν καὶ ἐκπλήρωσαν γιὰ μᾶς τὴν εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας μας. Σήμερα ἐμεῖς, κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, ἂς τοὺς τιμήσουμε!». Μέσα στὴν ἀπέραντη χαβούζα τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτυώσεως, ὅπου διεξάγεται ἕνας ἄτυπος διαγωνισμὸς ναρκισσιστῶν γιὰ τὸ ποιὸς θὰ γράψει πρῶτος τὸ πιὸ εὔστοχο, αἰχμηρὸ ἢ χιουμοριστικὸ σχόλιο, τὰ πληκτρολόγια πῆραν φωτιὰ μὲ ἀφορμὴ τὸ ὡς ἄνω γλωσσικὸ ὀλίσθημα (lapsus linguae) τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Ψευτοδημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα μετὰ τὴν παρέλαση τῆς 25ης Μαρτίου 2026.

  Σχεδὸν ἅπαντες σχολίασαν τὸ ἀριθμητικὸ σαρδὰμ μὲ τὴν ἀντικατάσταση τοῦ 1821 ἀπὸ τὸ 1981, τὴν ὥρα ποὺ στὴν ἐπίμαχη δήλωση ὑπῆρχε κάτι ἄλλο, πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴ ἀστοχία. Ἀναφέρομαι στὴν διάκριση «κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι». Εἴτε ὁ κ. Τασούλας εἶχε σχεδιάσει νὰ χρησιμοποιήσει αὐτοὺς τοὺς δύο ὅρους εἴτε τοὺς ἐκστόμισε αὐθορμήτως, λέγουν πολλὰ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ πολιτικοὶ ἀντιμετωπίζουν τοὺς πολίτες: Εἶναι οἱ σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες πού, σὲ πλήρη συνεννόηση μὲ τὴν «Ὑψηλὴ Πύλη» τῆς ὑπερεθνικῆς ἐλίτ, κυβερνοῦν τοὺς ἄμοιρους ραγιάδες.

  Ὡς γνωστόν, οἱ κοτζαμπάσηδες ἦταν ἡ προνομιοῦχος ἐλίτ τῆς τουρκοκρατούμενης Ἑλλάδος, ἡ ὁποία συνεργαζόταν μὲ τοὺς ὀθωμανοὺς καὶ καταδυνάστευε τὸν ὑπόδουλο λαό, εἰσπράττοντας φόρους ἢ ἐπιβάλλοντας τὸν νόμο καὶ τὴν τάξη. Εὐλόγως, λοιπόν, τίθεται τὸ ἐρώτημα: Τί διαφορετικὸ πράττουν οἱ κοτζαμπάσηδες τοῦ δῆθεν ἀνεξάρτητου ἑλληνικοῦ κράτους, πού, εἴτε φοροῦν τὶς γαλάζιες στολὲς τοῦ 1975 εἴτε τὶς πράσινες στολὲς τοῦ 1981 εἴτε τὶς σημερινὲς γαλαζοπράσινες (βλ. τοὺς σημιτικοὺς μισθοφόρους ποὺ ἔχουν ἐνταχθεῖ στοὺς κόλπους τῆς «Νέας Δικτατορίας», ἰδίως τοὺς κ.κ. Γεραπετρίτη, Φλωρίδη, Χρυσοχοΐδη, Πιερρακάκη, Λοβέρδο), ἀφαιμάσσουν συστηματικὰ τὸν ἑλληνικὸ λαὸ μέσῳ τῆς δρακόντειας καὶ προπάντων ἄδικης φορολογικῆς νομοθεσίας, ἐφαρμόζοντας τὸ αὐταρχικὸ δόγμα τῆς μηδενικῆς ἀνοχῆς, κι ἐνῷ παράλληλα ἐκμεταλλεύονται τὴν προηγμένη τεχνολογία (βλ. τὸ λογισμικό παρακολούθησης predator, τὶς κάμερες καὶ τὸν Προσωπικό Ἀριθμό), γιὰ νὰ μᾶς ἐλέγχουν καὶ ἐπιτηροῦν ὅσο πιὸ ἀσφυκτικὰ γίνεται;

«ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΛΑΟΣ»

  Φυσικά, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῶν ἐκλογῶν, οἱ κυβερνώμενοι αἴφνης θὰ μεταλλαχθοῦν σὲ «κυρίαρχο λαό», μόνο ποὺ ὁ λαὸς εἶναι «κυρίαρχος» μόνο στὰ χαρτιά, εἰδικώτερα στὸ ἄρθρο 1 παρ. 2 καὶ 3 τοῦ κουρελοποιημένου ἑλληνικοῦ Συντάγματος, ὅπου ὅλως προσχηματικῶς προβλέπεται ὅτι: «Θεμέλιο τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Ὅλες οἱ ἐξουσίες πηγάζουν ἀπὸ τὸν Λαό, ὑπάρχουν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ ἀσκοῦνται ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα» (σύμφωνα μὲ τὸ ἀλήστου μνήμης σύνθημα τοῦ παπανδρεϊκοῦ ΠΑΣΟΚ: «τὸ ΠΑΣΟΚ στὴν κυβέρνηση, ὁ λαὸς στὴν ἐξουσία»).

 Τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι κυρίαρχος οὔτε κατὰ τὴν στιγμὴ προσέλευσής του στὰ ἐκλογικὰ κέντρα. Ἐνῷ ἡ στιγμὴ αὐτὴ προβάλλεται ὡς τὸ ἱερώτερο ὅπλο μιᾶς δημοκρατίας, ἡ ὁποία στηρίζεται ἀκριβῶς στὴν ἐλεύθερη ἄσκηση τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, πού, ταυτοχρόνως, εἶναι καὶ ὑποχρέωση τοῦ πολίτη, ὁ τελευταῖος ρίχνει τὸ ψηφοδέλτιό του ἔχοντας λάβει τὴν ἀπόφασή του μὲ βάση ὄχι κάποια ἀντικειμενικὰ καὶ ἀληθῆ κριτήρια (ὅπως εἶναι τὸ πρόγραμμα ἑνὸς κόμματος, οἱ δεξιότητες τῶν ὑποψηφίων του, οἱ πηγὲς τῆς χρηματοδότησής τους κ.λπ.), ἀλλὰ μὲ βάση τὴν διαμορφωμένη πελατειακὴ σχέση ἀνάμεσα στὸν ψηφοφόρο καὶ τὸν ὑποψήφιο ἢ/καὶ τὸ κόμμα του.

  Παράλληλα ἕνας ὕπουλος προπαγανδιστικὸς μηχανισμός, βασισμένος στὸν τρόμο καὶ τὸ ψέμα, βομβαρδίζει ἀενάως τὸ ἐκλογικὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο διεκδικοῦν κόμματα ποὺ αὐτοδιαφημίζονται ὡς «ἡ μόνη λύση» γιὰ τὴν προστατευτικὴ διακυβέρνηση τῆς βρεφοποιημένης κοινωνίας. Μία πρόσθετη ὑπονόμευση τῆς αὐτόνομης ἄσκησης τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ὀφείλεται καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι «τὰ μεγαλύτερα ἰδίως κόμματα ἀντιμετωπίζουν τοὺς ἐκλογεῖς ὄχι τόσο σὰν πολίτες, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουν νὰ ἐνημερώσουν καὶ νὰ πείσουν, ἀλλὰ κυρίως σὰν πελάτες, τοὺς ὁποίους ἐπιζητοῦν νὰ ἐντυπωσιάσουν καὶ νὰ παρασύρουν». Αὐτὸ τὸ εἶχε ἐπισημάνει ἤδη ἀπὸ τὸ 1980 ὁ πατριάρχης τοῦ ἑλληνικοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου Ἀριστόβουλος Μάνεσης στὸ βιβλίο του «Δίκαιο – Σύνταγμα – Πολιτική» (ἐκδ. Παρατηρητής, Ἀθήνα 1980, σελ. 58).

  Στὸ πολὺ ἐπικίνδυνο φαινόμενο τῆς βρεφοποίησης τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν λαοπλάνων πολιτικῶν (τὸ φαινόμενο αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενο μαθήματος προπαγάνδας) ἀναφέρεται ὁ Κυριάκος Σιμόπουλος (Ἡ διαφθορὰ τῆς ἐξουσίας, Ἀθήνα 1995, σελ. 384), ἀξιοποιώντας τὸν «Γοργία» τοῦ Πλάτωνος:

  «Στὶς προεκλογικὲς συγκεντρώσεις οἱ ἀρχικομματάρχες συναγωνίζονται σὲ ὑποσχέσεις ἐξωπραγματικὲς καὶ γελοῖες πλειοδοσίες. Ὁ ἕνας προσ­φέρει ἀφορολόγητα αὐτοκίνητα, ὁ ἄλλος κατάργηση τῶν εἰσαγωγικῶν ἐξετάσεων, τὴ μιὰ φορὰ αὔξηση τῶν συντάξεων, τὴν ἄλλη γενικὴ μείωση τῆς φορολογίας. Τὴν ἰδιοτέλεια καὶ ὑποκρισία τῶν ὑποψηφίων ἐπισημαίνει ὁ Πλάτων στὸν “Γοργία”. “Τί θαρρεῖς”, ρωτάει ὁ Σωκράτης τὸν Καλλικλῆ, “οἱ ῥήτορες ποὺ ἀπευθύνονται στὸν λαὸ στοχάζονται νὰ καταστήσουν τοὺς πολίτες καλύτερους –ὅπως οἱ πολῖται ὡς βέλτιστοι ἔσονται– ἢ μήπως ἔχουν στὸ νοῦ τους μόνο νὰ εὐχαριστήσουν τὸ κοινὸ ἀδιαφορώντας –μὲ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς– γιὰ τὸ δημόσιο συμφέρον; Μήπως μιλᾶνε στοὺς πολίτες ὅπως μιλᾶνε σὲ μικρὰ παιδιά, προσπαθώντας μόνο νὰ τοὺς εὐχαριστήσουν, ἀδιαφορώντας ἂν θὰ γίνουν καλύτεροι ἢ χειρότεροι, ἂν θὰ ὠφεληθοῦν ἢ ἂν θὰ ζημιωθοῦν;” [ὥσπερ παισὶ προσομιλοῦσι τοῖς δήμοις, χαρίζεσθαι αὐτοῖς πειρώμενοι μόνον, εἰ δὲ γε βελτίους ἔσονται ἢ χείρους διὰ ταῦτα οὐδὲν φροντίζοντες;]».

ΔΙΠΡΟΣΩΠΟΝ ΚΡΑΤΟΣ

  διπρόσωπο κράτος, ποὺ ἐμφανίζεται πότε ὡς ἀπατεώνας, πότε ὡς ἐκβιαστής καὶ πότε ὡς ἀπατεωνοεκβιαστής, περιγράφεται καὶ ἀπὸ ἀναλυτὲς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνικῆς παθογένειας, ὅπως π.χ. ἀπὸ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τὸν ἀναλυτή του Θανάση Πολλάτο. Στὸ βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ δεύτερος μὲ τίτλο «Παρασιτισμὸς καὶ ἐπίπλαστη εὐημερία. Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ἡ ἑλληνικὴ κρίση» (ἐκδ. ἐπίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 39, 42) σχολιάζει τὴν μετάβαση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀπὸ τὸν προαστικὸ πατριαρχισμὸ στὸ ἡμινεωτερικὸ μοντέλο τῆς πελατειακῆς πατριαρχικῆς σχέσης:

  «Ὁ πατριαρχικὸς ρόλος», παρατηρεῖ ὁ Πολλάτος, «ἀναλαμβάνεται ἀπὸ τὸν κοινοβουλευτικὸ πατριάρχη, ὁ ὁποῖος παρέχει προστασία καὶ διαμεσολάβηση στοὺς κεντρικοὺς πολιτικοὺς θεσμοὺς μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ὑπακοή, ἡ ὁποία παίρνει τὸν χαρακτήρα τῆς κομματικῆς στράτευσης καὶ παροχῆς ψήφων» (σελ. 39).

Ἔτσι, ἀναγκασμένο τὸ κράτος «καθὼς ἦταν ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ συγκροτητικὸ του συμβόλαιο νὰ ἐξυπηρετῇ τὰ πελατειακὰ αἰτήματα, ἔλαβε στὸν χῶρο τῆς λαϊκῆς φαντασίας τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἰανοῦ· ἀπὸ τὴ μιὰ πάμπλουτος καὶ παντοδύναμος δότης λόγῳ τῆς δυνατότητάς του νὰ ἐξυπηρετῇ αἰτήματα καὶ νὰ διορίζῃ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπατεώνας καὶ τύραννος λόγῳ τῆς δυσκαμψίας του καὶ τῆς ἀνικανότητάς του νὰ ἐξυπηρετήσῃ» (σελ. 42).

«Τὸ κράτος, λοιπόν, μολονότι διογκωμένο καὶ διογκούμενο ἀδυνατοῦσε νὰ διαχωριστῇ ἀπὸ τὴν κοινωνία κατὰ τὰ εὐρωπαϊκὰ πρότυπα. Παρέμενε προσκολλημένο πάνω της, ὑποτασσόμενο στὶς παρασιτικές της ὀρέξεις, καὶ αὐτὸς ὁ μοιραῖος ἐναγκαλισμὸς ἐμπόδιζε κάθε προσπάθεια αὐτονόμησης τῆς ἀστικῆς τάξης καὶ ἀστικῆς ἀνάπτυξης». Τὸ «ἔξωθεν ἐμφυτευμένο κοινοβουλευτικὸ σύστημα» «ἐξυπηρετοῦσε τὶς ἀνάγκες τῆς ἐσωτερικῆς πατριαρχικῆς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἰμπεριαλιστικῆς πατρωνίας» (σελ. 42).

ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΥ

  Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ ὀξυδερκὴς παρατήρηση τοῦ ἀειμνήστου καθηγητῆ κοινωνιολογίας Βασίλη Φίλια, ὁ ὁποῖος, σὲ ἕνα ἄκρως διαφωτιστικὸ κείμενό του ὑπὸ τὸν τίτλο «Τὰ θεμέλια τοῦ αὐταρχισμοῦ στὴν ἑλληνικὴ κοινωνικὴ δομὴ (1821-1940)», δημοσιευμένο στὸ βιβλίο του «Δοκίμια Κοινωνιολογίας» (ἐκδ. Μπουκουμάνη, Ἀθήνα 1976, σελ. 67 ἑπ.), ἔγραφε τὰ ἑξῆς:

  «Ὑπάρχει καθολικὴ ψηφοφορία, ἀλλὰ ἡ λαϊκὴ θέληση δὲν ἐκφράζεται ἐλεύθερα. Ὁ ψηφοφόρος εἶναι ὑποχείριος, οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικά, στὸν τοπικὸ ἰσχυρὸ πολιτικὸ παράγοντα, στὸν ὁποῖο δίνει τὴν ψῆφό του, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑψηλὴ “προστασία” του. Ἀλλὰ καὶ ὅπου δὲν εἶναι ἀποτελεσματικὸ τὸ μέσο αὐτό, ἐφαρμόζεται ἐκλογικὴ βία ἢ νοθεία ἢ καὶ τὰ δύο μαζί. Ἀκόμη καὶ στὶς περιπτώσεις ὅπου ὁ ψηφοφόρος καταφέρνει νὰ ἐκφράσῃ ἐλεύθερα τὴ θέλησή του, προδίδεται σ’ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο: Τὸ πρόσωπο ποὺ στέλνει στὴ Βουλὴ ἀφομοιώνεται τελικὰ στοὺς μηχανισμοὺς τοῦ κατεστημένου καὶ προδίδει τὴν ἐντολή του. Ὅλες ἀνεξαίρετα οἱ ἀνανεωτικὲς ὁμάδες πού, κατὰ καιρούς, ἐμφανίστηκαν στὴν ἑλληνικὴ δημόσια ζωή, στὸ τέλος ἀφομοιώθηκαν καὶ ὑπηρέτησαν τὴν ὀλιγαρχία, τῆς ὁποίας τὴν κυριαρχία εἶχαν ἀρχικὰ ἀμφισβητήσει».

  Σὲ αὐτό, μάλιστα, τὸ δοκίμιό του, ὁ Φίλιας ἐπισημαίνει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση πραγματοποιήθηκε παρὰ τὴν θέληση τῶν κυρίαρχων δυνάμεων τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνισμοῦ, δηλ. τῶν γαιοκτημόνων.

  Αὐτὰ τὰ γαιοκτητικὰ στρώματα, πού, μετὰ τὸ πέρας τῆς Ἐπανάστασης, ἀστικοποιήθηκαν, «ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονταν μὲ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ καὶ τὴ θεωροῦσαν σὰν ἐξ ὁρισμοῦ ἀντίπαλη. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ κυρίαρχες δυνάμεις δὲν εἶχαν ἐπιβληθεῖ στὴν πορεία μιᾶς ὀργανικῆς κοινωνικῆς-οἰκονομικῆς ἐξέλιξης, ἀλλὰ εἶχαν ἐπιβληθεῖ “ἐκ τῶν ἄνω” καὶ στήριζαν τόσο τὴν οἰκονομικὴ ὅσο καὶ τὴν πολιτική τους δύναμη στὸν ἔλεγχο τῆς ἐξουσίας, ἦταν φυσικὸ νὰ θεωροῦν ἐχθρό τους τὸ σύν­ολο τῆς κοινωνίας, δηλαδὴ τὸν Λαὸ καὶ ὄχι μιὰ ἄλλη ἀντίπαλη κοινωνικὴ τάξη, π.χ. τὴν ἐργατική. Οἱ κυρίαρχες δυνάμεις στὴν Ἑλλάδα δὲν ἦταν συγκεκριμένα ἀντιαγροτικὲς ἢ ἀντιεργατικές, ἦταν ἀντιλαϊκές, συνολικὰ καὶ ἀκαθόριστα. Ὁτιδήποτε προερχόταν ἀπὸ τὸν Λαὸ καὶ εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς λαϊκῆς πρωτοβουλίας, οἱ κυρίαρχες νόθες ἀστικὲς δυνάμεις τὸ ἔβλεπαν σὰν ἀπειλή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀντιδροῦσαν μὲ ὅλα τὰ μέσα τοῦ κρατικοῦ καταναγκασμοῦ, κάθε φορὰ ποὺ ἡ λειτουργία τοῦ συστήματος τῆς ἐκλογικῆς πελατείας δὲν ἐξασφάλιζε τὴ λεγόμενη κοινωνικὴ εἰρήνη» (Φίλιας, ὅ.π., σελ. 71).

  «Στὴν ἴδια κατεύθυνση, ἐξάλλου, λειτούργησε ἡ νοθεία τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων ἢ ὁ κατάλληλος χειρισμὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἔτσι ὥστε νὰ ἀποφεύγεται ἡ διαμόρφωση τοῦ ὁποιουδήποτε λαϊκοῦ κινήματος. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδας εἶναι ἡ ἱστορία τῆς παρεμπόδισης τῆς ὁλοκλήρωσης τῆς ἀστικῆς Δημοκρατίας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἦσαν οἱ ἐκφραστές της. Τὸ παιχνίδι τῆς ἐξουσίας ἦταν πάντοτε στὴν Ἑλλάδα παιχνίδι κορυφῆς καὶ κρινόταν ἀνάμεσα σὲ ὁρισμένους πόλους ἰσχύος: τὰ ἀνάκτορα, τὸν στρατὸ καὶ τὶς κομματικὲς ἡγεσίες. Ἡ κοινωνία, ὁ λαός, βρίσκονταν σὲ μόνιμη κατάσταση ἀποδυνάμωσης καὶ τὸν ποδηγετοῦσαν κατάλληλα ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀφοῦ προηγουμένως τὸ παιχνίδι τῆς ἐξουσίας εἶχε κριθεῖ στὴν κορυφή». «Ἡ ὁλοκληρωτικὴ στήριξη» τῆς ἑλληνικῆς ἀστικῆς τάξης «στοὺς ἐξουσιαστικοὺς μηχανισμοὺς τοῦ Κράτους, σὲ συνάρτηση μὲ τὴν ἀπουσία κάθε οὐσιαστικοῦ παραγωγικοῦ ρόλου, ἔκανε τὴν τάξη αὐτὴ ἰδιαίτερα εὐάλωτη στὶς ἐπιρροὲς τῶν ἑκάστοτε ξένων “προστατῶν” τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Κι αὐτὸ γιατὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ἐξουσίας στὴν Ἑλλάδα ἐξαρτιόταν σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὴν ξένη ὑποστήριξη» (Φίλιας, ὅ.π., σελ. 72).

  «ἡ νεοελληνικὴ κοινωνία παραμένει γιὰ ἑκατὸ σχεδὸν χρόνια σὲ μιὰ κατάσταση ἀμορφίας, χωρὶς ἐσωτερικὴ ἄρθρωση, χωρὶς γνήσια λαϊκὴ ἐκπροσώπηση, χωρὶς ἡγεσία. Τὸ νόθο ἀστικὸ κατεστημένο, διατηρώντας μιὰ συνταγματικὴ καὶ δημοκρατικὴ ἐπίφαση, καταφέρνει νὰ ἐξουδετερώνῃ τὸν λαϊκὸ συντελεστή, μὲ πλάγια μέσα πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἐλέγχου. Δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ προσ­φύγῃ σὲ ἀνοικτὲς ἀπολυταρχικὲς λύσεις, γιατί ἔχει ἀναπτύξει μηχανισμοὺς πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἐλέγχου ὁλοκληρωτικοῦ χαρακτήρα, ποὺ διατρέχουν ὅλη τὴ δημόσια ζωὴ τῆς χώρας. Ὁ στόχος εἶναι διπλός: ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, παρεμπόδιση ἀνάπτυξης ἑνὸς πολιτικοῦ φορέα ποὺ ἐκφράζει ἕνα γνήσιο λαϊκὸ κίνημα, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, διατήρηση τῆς κοινωνίας σὲ κατάσταση ἀποδιοργάνωσης, ὑπολειτουργικότητας καὶ ἀδυναμίας» (Φίλιας, ὅ.π., σελ. 75).

  Μέχρι νὰ προκηρυχθοῦν οἱ ἑπόμενες ἐκλογές, ἂς συνειδητοποιήσουμε τὸν ψυχιατρικὸ ἐγκλωβισμό μας σὲ ἕνα διαχρονικό σύμπλεγμα σαδιστῶν κυβερνώντων καὶ μαζοχιστῶν κυβερνωμένων κι ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἀποτινάξουμε αὐτὸν τὸν ζοφερὸ ζυγό, πού, ὡς ἀόρατος, εἶναι μᾶλλον χειρότερος ἀπὸ τὸν ὁρατὸ ὀθωμανικὸ ζυγὸ στὰ 400 χρόνια σκλαβιᾶς. Τὴν ὁρατὴ σκλαβιὰ τὴν πολεμᾷς εὐκολότερα ἀπ’ ὅ,τι τὴν ἀόρατη, ἀφοῦ τὴν δεύτερη, γιὰ νὰ τὴν πολεμήσῃς, πρέπει πρῶτα νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃς. Ἡ ἀναγνώριση αὐτὴ προϋποθέτει βαθειὰ μελέτη τῶν αὐταρχικῶν τάσεων ποὺ ἔχουν παγιωθεῖ μέσα στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπὸ ἱδρύσεως τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους.

  Στὸ προαναφερθὲν δοκίμιό του ὁ Φίλιας (ὅ.π., σελ. 67) σημειώνει εἰσαγωγικῶς ὅτι αὐτὸ τὸ φαινόμενο δὲν ἐξηγεῖται ὀρθά, ἂν ὁ ἐρευνητὴς ἑστιάσῃ τὴν προσοχή του ἀποκλειστικὰ στὶς προσωπικὲς φιλοδοξίες τῶν πολιτικῶν προσωπικοτήτων καὶ τῶν ἡγετικῶν πυρήνων, διότι οἱ κοινωνικὲς δυνάμεις εἶναι αὐτὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὶς φιλοδοξίες τῶν προσωπικοτήτων γιὰ τοὺς σκοπούς τους καὶ ὄχι ἀντιστρόφως: Οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ἐπιδιώκουν τοὺς ἀτομικούς τους σκοποὺς καὶ τελικὰ γίνονται ὄργανα τῆς ἱστορίας (Hegel). Μὲ ἄλλα λόγια: «Ὁ χαρισματικὸς ἡγέτης ὑποτάσσεται τελικὰ στὴν “ἀκολουθία” του, ὑπηρετεῖ, δηλαδή, τὰ συμφέροντα τῶν δυνάμεων ποὺ τὸν στηρίζουν».

  Ὁ Φίλιας (ὅ.π., σελ. 68) προβαίνει σὲ μία ἀκόμη σημαντικὴ παρατήρηση, τὴν ὁποία ἐμπλουτίζει μὲ δύο φλέγοντα ἐρωτήματα, ποὺ ἀξίζει νὰ μᾶς προβληματίζουν καθημερινά, μέχρι νὰ ξαναβρεθοῦμε μπροστά στὶς κάλπικες κάλπες:

  «Οἱ ἀπολυταρχικὲς τάσεις στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία, ἄλλοτε κάτω ἀπὸ κοινοβουλευτικὸ μανδύα καὶ ἄλλοτε ἀπροκάλυπτα, βρῆκαν συγκεκριμένη πολιτικὴ ἔκφραση σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν μόνιμο καὶ κυριαρχικὸ στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς δημόσιας ζωῆς μέχρι τὶς μέρες μας. Γιατί; Ποιά ἀκριβῶς ἦταν ἡ κοινωνικὴ ἀπειλὴ ποὺ οἱ κυρίαρχες δυνάμεις στὴν Ἑλλάδα ἤθελαν νὰ ἀποκρούσουν μὲ αὐταρχικὲς μεθόδους; […] Γιατί ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία στάθηκε τόσο παθολογικὰ ἀνίκανη καὶ ἀνίσχυρη νὰ ἐλέγξῃ καὶ νὰ ἀπομονώσῃ τοὺς φορεῖς τοῦ αὐταρχικοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου στὴ χώρα μας;».

Previous Article

Ξάνθη: Το «θέατρο» της ψευδομουφτείας με φόντο την εργαλειοποίηση παιδιών

Next Article

Παρέδωσαν τὰ ὀρφανὰ εἰς τοὺς σοδομίτας