Ἐπιμέλεια: Χρυσούλας Πετίνη – Πηνιώτη, Δικηγόρου
Στὸ ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ τοῦ Ὀκτωβρίου 1998 (τόμος 46, τεῦχος 9) ἐδημοσιεύθη μελέτη τοῦ Ἀριστόβουλου Μάνεση, Ἀκαδημαϊκοῦ, Ὁμοτ. Καθηγητοῦ τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης μὲ θέμα «Ἡ Νεοελληνικὴ Γλῶσσα στὴν Νομικὴ Ἐπιστήμη». Ἀπό τὴν Μελέτη αὐτὴ ἀναδημοσιεύουμε ὡρισμένα τμήματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν συνήθη χρήση ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ὀρθὴ χρήση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Σὲ εἰσαγωγικὰ καὶ μὲ λοξὰ στοιχεῖα καταχωρίζουμε τὰ σχόλια κ.λπ. τοῦ συγγραφέως.
Ὁ Ἀρ. Μάνεσης ἦταν μέλος τῆς «Ἐπιτροπῆς τῆς Δημοτικῆς», συγκροτηθείσης βάσει τοῦ Ν. 1406/83, ἡ ὁποία, ἀποτελουμένη ἀπὸ εἴκοσι μέλη, νομικοὺς καὶ φιλολόγους ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἐμμ. Κριαρᾶ πραγματοποίησε τὴν μεταγλώττιση στὴν δημοτικὴ τῆς βασικῆς κειμένης νομοθεσίας τῶν Κωδίκων (Ἀστικοῦ, Ποινικοῦ κ.λπ.). Ἦταν ἐπίσης μέλος τῆς Τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς (μαζὶ μὲ τὸν Στέφ. Ματθία καὶ τὸν Δ. Τομπαΐδη) ἡ ὁποία ἐπεξεργάσθηκε τὴν τελικὴ διατύπωση τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος στὴν δημοτική.
Στὴν Μελέτη αὐτὴ προτάσσεται ἐξιστόρηση τῆς καθιερώσεως τῆς δημοτικῆς γλώσσας στὴν Ἔκπαίδευση (Ν. 309/76 καὶ π.δ. 297/82 – μονοτονικὸ) καὶ στὴν Δικαιοσύνη (Ν. 1406/83). Σκοπὸς ὅλων τῶν προσπαθειῶν ἦταν ἡ καθιέρωση τῆς Δημοτικῆς, συντεταγμένης ἄνευ ἰδιωματισμῶν καὶ ἀκροτήτων. Καὶ ὡς ἀκρότητες δὲν νοοῦνται μόνον οἱ ἀρχαϊσμοί. «Ὁ νομοθέτης θέλησε νὰ ἀποκλείση καὶ κάποια ἀκραῖα γλωσσικὰ φαινόμενα τῆς ἄλλης πλευρᾶς, τῆς δημοτικῆς, δηλαδὴ ἀκρότητες δημοτικιστικῆς ἀδιαλλαξίας».
Ἡ κατάληξη εἶναι ὅτι «ἡ γλῶσσα τῆς νομικῆς ἐπιστήμης δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὅμοια μὲ τὴν δημοτικὴ τῆς καθημερινῆς «κουβέντας» ἢ ἀκόμη καὶ τῆς λογοτεχνίας. Ἐξ ἄλλου, γενικὰ στὸν γραπτὸ λόγο ἡ χρήση τῆς γλώσσας πρέπει νὰ εἶναι προσεγμένη (…) Στὰ νομικὰ κείμενα εἰδικότερα, εἴτε στὴν πράξη εἴτε στὴν θεωρία, ἡ διατύπωση πρέπει νὰ εἶναι ὄχι μόνο σαφὴς καὶ ἀκριβής, ἀλλὰ καὶ ἐπιμελημένη, τόσο ὡς πρὸς τὸ λεξιλόγιο ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὴν χρήση τῶν κατὰ τὸ δυνατὸν δοκιμοτέρων καὶ αἰσθητικὰ ἀρτιωτέρων γραμματικῶν τύπων καὶ τοῦ ἀντιστοίχου ὕφους, ὥστε νὰ διασφαλίζεται ἡ βεβαιότητα τῶν νομικῶν ρυθμίσεων καὶ τῆς ἑρμηνείας τους».
1. Καὶ ὑπὸ τὴν ἰσχύουσα Γραμματικὴ τῆς Δημοτικῆς Γλώσσας ἀναγνωρίζονται ὡρισμένες περιπτώσεις διπλοτυπίας, δηλαδὴ δυνατότητος νὰ χρησιμοποιοῦνται δύο μορφὲς γιὰ τὴν ἴδια λέξη.
Ὡς πρὸς τὸ σύστημα κλίσεως ὡρισμένων οὐσιαστικῶν θηλυκοῦ γένους γίνεται δεκτὴ ἡ διπλοτυπία, κυρίως ὅταν γίνεται χρήση ὅρων τῆς νομικῆς γλώσσας ἀρχαιόκλιτων (τρίτης κλίσεως). Πρόκειται γιὰ τὰ οὐσιαστικὰ τῆς τρίτης κλίσεως, γένους θηλυκοῦ σέ -ις -εως. Τὰ οὐσιαστικὰ αὐτὰ μπορεῖ στὴν γενικὴ νὰ ἔχουν κατάληξη ἤ -εως ἤ -ης. Εἶναι ἐξ ἴσου ὀρθὲς καὶ οἱ δύο καταλήξεις.
«Ἰδίως σὲ ὑπερδισύλλαβες λέξεις, ἡ χρήση τοῦ λόγιου τύπου (κατάληξη -εως) εἶναι μορφολογικὰ προτιμώτερη:
π.χ. αἴτηση ἀκυρώσεως, δήλωση βουλήσεως, δικαίωμα ἀκροάσεως, σύμβαση προσχωρήσεως, ἀνάκληση δηλώσεως, αἴτηση ἐξαιρέσεως, Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ «μέτρα τάξεως», «σχέδιο πόλεως», «πρώτης τάξεως», «πάσης φύσεως ὑλικὰ» κ.ἄ.
Ἔτσι ἀποφεύγονται ἄκομψες διατυπώσεις, ὅταν ἰδίως χρησιμοποιοῦνται δημοτικοὶ τύποι δίπλα σὲ λόγιους τύπους π.χ. «δυνάμει σύμβασης», «ἐναντίον διάταξης»…».
Σημ.: Προσθέτουμε τὶς ἄκομψες (ἕως …κωμικὲς) ἐκφράσεις ποὺ ἔχουμε συναντήσει σὲ Νόμους, Ὑπ. Ἀποφάσεις, Ἐγκυκλίους Ὑπουργείων καὶ Ταμείων, ἀλλὰ δυστυχῶς, καὶ σὲ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων (καὶ Ἀνωτάτων).
«Ἐπί… ἀπόλυσης» (ἀντὶ «ἐπὶ ἀπολύσεως»), «περί… ἀσφάλισης», «πέρα τῆς… προϋπόθεσης», «κατόπιν… ἔκπτωσης», «τυγχάνουν… μείωσης», «ἑκάστης… σύμβασης», «ἐκτός… εἴσπραξης», «λόγῳ μὴ εἰσέτι ἔνταξης»!
«Μιξοβάρβαρα ὑποδείγματα ὕφους (πρὸς ἀποφυγὴ) συνιστοῦν οἱ φράσεις «ἐν ὄψει τῆς νομοθετικῆς πρόβλεψης καὶ ρύθμισης τῆς αἴτησης ἀνάκλησης ἢ μεταρρύθμισης τῆς ἀπόφασης», «δεκτῆς γενομένης τῆς αἴτησης ἀνάκλησης…» (ὅπου ὑπάρχει σειρὰ λέξεων πτώσεως γενικῆς σέ -ης).
2. Ἐπισημαίνεται ἡ λανθασμένη χρήση τῆς μετοχῆς, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς κανόνες τῆς γραμματικῆς ἀκολουθεῖ κατὰ γένος, ἀριθμὸ καὶ πτώση τὸ προσδιοριζόμενο οὐσιαστικό.
«…Ἔχουν ἐπίσης γραφῆ ἀπὸ νομικούς… «ἐν ὄψει τῶν κρατούντων συνθηκῶν… (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «κρατουσῶν»), «ὄργανο εὐρέων ἁρμοδιοτήτων» (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «εὐρειῶν»), «τῶν ληφθέντων ἀποφάσεων» (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «ληφθεισῶν»), «τῶν προϋπολογισθέντων δαπανῶν» (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «προϋπολογισθεισῶν»), «τῶν μειονεκτούντων περιοχῶν» (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «μειονεκτουσῶν»), «τῶν καταβληθέντων ἀποδοχῶν ἤ ἀποζημιώσεων» (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «καταβληθεισῶν»), «τῶν βεβαιωθέντων εἰσφορῶν» (ἀντὶ τοῦ θηλυκοῦ «βεβαιωθεισῶν»)».
3. Στὸ λεξιλόγιο τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ὑπάρχουν πολλοὶ καθιερωμένοι ὅροι λογίας προελεύσεως ποὺ χρησιμοποιοῦνται μὲν καθημερινῶς καὶ ἔχουν ἐνταχθῇ στὴν σημερινὴ δημοτικὴ γλῶσσα, δημιουργοῦν ὅμως ἐνίοτε προβλήματα προσαρμογῆς. Ἔτσι στὰ νομικὰ γίνεται εὐρεῖα χρήση Μετοχῶν, ποὺ λειτουργοῦν ἄλλοτε ὡς οὐσιαστικὰ καὶ ἄλλοτε ὡς ἐπίθετα. Πρόβλημα δημιουργεῖται ἐν σχέσει μὲ τὴν χρήση τῶν μετοχῶν τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς· ἐνάγων, ἐκκαλῶν, ἀναιρεσείων…, παθών, αἰτῶν, παρών, κατιών, ἰσχύων (καὶ οὐδέτερο ἰσχῦον), παρεμπῖπτον κ.λπ. Τίθεται θέμα ὅσον ἀφορᾶ τὴν κλίση τους, ἰδίως στὴν πτώση γενικὴ τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὴν κλίση τῶν μετοχῶν αὐτῶν σὲ χρόνο ἀόριστο εἴτε ἐνεργητικῆς εἴτε παθητικῆς φωνῆς· ζημιώσας, διατελέσας, προστήσας … ζημιωθείς, συλληφθείς, προστηθείς, προαχθείς, ἀπολυθείς…
«Οἱ ὅροι αὐτοὶ δὲν εἶναι «ἀπολιθώματα», ἀλλὰ ἐνεργὰ λόγια στοιχεῖα τῆς σύγχρονης γλώσσας. Γινονται δὲ δεκτοὶ ὅπως ἔχουν καὶ συνεπῶς κλίνονται κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς καθαρεύουσας, κατατασσόμενοι ἀπὸ γραμματικὴ ἄποψη στὰ ἰδιόκλιτα (ἀρχαιόκλιτα)· ὁ ἐνάγων τοῦ ἐνάγοντος (καὶ ὄχι τοῦ ἐνάγοντα), ὁ αἰτῶν τοῦ αἰτοῦντος (ὄχι τοῦ αἰτούντα), ὁ πτωχεύσας τοῦ πτωχεύσαντος (ὄχι τοῦ πτωχεύσαντα). Οἱ χρησιμοποιούμενες ἀπὸ κάποιους ἄμοιρους καλαισθησίας δημοτικιστὲς νομικούς, πτώσεις γενικές τοῦ ἑνικοῦ: τοῦ αἰτούντα ἢ τοῦ παθόντα ἢ τοῦ εἰσπραχθέντα (ἢ τῆς εἰσπραχθείσας ἢ τοῦ διδάσκοντα κ.λπ.) ἀποτελοῦν «γλωσσικὰ τέρατα», ὅπως τὰ χαρακτηρίζει ὁ καθηγητὴς Ε. Κριαρᾶς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ γιὰ ἀρχαϊστικὲς ἀποκλίσεις..».
4. Στὴν νομικὴ ὁρολογία γίνεται χρήση πολλῶν ἐπιθέτων λογίας προελεύσεως. Πρόκειται γιὰ τὰ ἐπίθετα ποὺ λήγουν σὲ -ης καί -ες (τριγενῆ, δικατάληκτα) π.χ. οὐσιώδης (ὁ τύπος – ἡ ἐνέργεια, δηλ. ἀρσενικό – θηλυκό), οὐσιῶδες ἢ θεμελιῶδες (δικαίωμα – οὐδέτερο), αἰτιώδης (δικαιοπραξία), διεθνὴς (συνθήκη), πλήρης (ἀποζημίωση), ἀμφοτεροβαρής, ἐνδικοφανής, ψευδής, ἐπαχθής, ἐκκρεμής, ἐπισφαλὴς κ.λπ. Τὰ ἐπίθετα αὐτὰ κλίνονται σύμφωνα μὲ τὸ λόγιο (ἀρχαϊστικὸ) τυπικό.
Ἔτσι ἡ γενικὴ τοῦ ἑνικοῦ εἶναι τοῦ οὐσιώδους, τοῦ-τῆς θεμελιώδους, τοῦ αἰτιώδους, τοῦ διεθνοῦς, τῆς πλήρους, τοῦ ἀμφοτεροβαροῦς, ἐνδικοφανοῦς, ψευδοῦς, ἐπαχθοῦς, ἐκκρεμοῦς, ἐπισφαλοῦς κ.λπ. (καὶ ὄχι τοῦ θεμελιώδη, αἰτιώδη κ.λπ.). «Στὶς περιπτώσεις αὐτῶν τῶν ἐπιθέτων, γιὰ λόγους καλαισθησίας ὕφους σκόπιμο θὰ ἦταν νὰ παραμένουν ἀρχαιόκλιτα καὶ τὰ συνοδευόμενα οὐσιαστικά: τῆς ψευδοῦς βεβαιώσεως (ὄχι βεβαίωσης), τῆς ἐπισφαλοῦς ἀπαιτήσεως (ὄχι ἀπαίτησης), τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως (ὄχι ἀποζημίωσης), ἀφοῦ καὶ ἡ Γραμματικὴ δέχεται τὴν διπλοτυπία (-ης ἤ -εως στὴν γενικὴ τῶν τριτοκλίτων).
Θὰ ἦταν ὄχι ἁπλῶς τεχνητοὶ τύποι, ἀλλὰ γλωσσικὰ ἐξαμβλώματα καὶ ἀσυγχώρητοι βαρβαρισμοὶ οἱ τύποι π.χ. τοῦ θεμελιώδη (!) νόμου, τοῦ πλήρη (!) ἐλέγχου, τοῦ οὐσιώδη (!) τύπου κ.λπ.».
5. Στὰ νομικὰ κείμενα ἔχει δυστυχῶς παρεισφρήσει ἡ χρήση «παρατονισμῶν» ὡρισμένων οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων, «ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ διαδίδεται –ὡς «λαϊκότροπη» καὶ ἀκραιφνῶς «δημοτικιστικὴ» καὶ «ριζοσπαστική»– μετὰ ἀπὸ τὴν καθιέρωση τῆς δημοτικῆς καὶ μάλιστα ἀντίθετα πρὸς τοὺς κανόνες τῆς σχολικῆς Γραμματικῆς της». Σύμφωνα μὲ αὐτούς, ὅταν τονίζωνται προπαροξύτονα οὐσιαστικὰ καὶ οὐσιαστικοποιημένες μετοχὲς ποὺ λήγουν σέ -ος, «καταβιβάζεται» ὁ τόνος στὴν παραλήγουσα, στὴν πτώση γενικὴ τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ καὶ στὴν αἰτιατικὴ τοῦ πληθυντικοῦ. π.χ. ὁ ὑπάλληλος, τοῦ ὑπαλλήλου, τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὑπαλλήλους (καὶ ὄχι τοῦ ὑπάλληλου…), ὁ ἔνοχος, τοῦ ἐνόχου, τῶν ἐνόχων, τοὺς ἐνόχους, ὁ διάδικος, τοῦ διαδίκου, τῶν διαδίκων, τοὺς διαδίκους (καὶ ὄχι του διάδικου), ὁ κατηγορούμενος, τοῦ κατηγορουμένου, τῶν κατηγορουμένων, τοὺς κατηγορουμένους (καὶ ὄχι τοῦ κατηγορούμενου), ὁμοίως τά: ἐναγόμενος, συμβαλλόμενος, ἐργαζόμενος, διανοούμενος κ.λπ. Στὰ δὲ θηλυκὰ: ἡ δικάσιμος, τῆς δικασίμου, τῶν δικασίμων, τὶς δικασίμους καὶ στὰ οὐδέτερα: τὸ συνέδριο, τοῦ συνεδρίου, τῶν συνεδρίων, τὸ πρόστιμο, τοῦ προστίμου, τῶν προστίμων, τὸ νομοσχέδιο, τοῦ νομοσχεδίου κ.λπ.
«Ἐν τούτοις ὄχι μόνον ἀπὸ γραμματικὰ ἀνενημέρωτους ἢ ἀπὸ ὄψιμους δημοτικιστές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐπιτηδευμένα λαϊκίζοντες «προοδευτικοὺς» νομικοὺς καὶ μή, ἀμφισβητεῖται ἠθελημένα αὐτὸς ὁ τονισμός. Ἔτσι λέγονται καὶ γράφονται τὰ κακόφωνα: τοῦ συνέδριου, τοῦ δικαστήριου, τοῦ κατάδικου, τοῦ ἐκπρόσωπου, τοῦ ὑπόχρεου, τοῦ ἀξιόγραφου, τῶν ἀνάπηρων, τοῦ ἔθιμου, τοῦ συνήγορου, τῶν ἐργαζόμενων, τοὺς φορολογούμενους, τοὺς ἄνεργους, τοὺς προκάτοχους, τοῦ πανεπιστήμιου…».
6. Συχνὴ καὶ ἀναπόφευκτη εἶναι στὴν νομικὴ ὁρολογία ἡ χρήση λογίων ρημάτων. Πρόκειται γιὰ τὴν μέση ἢ παθητικὴ φωνὴ ἀρχαίων ρημάτων ποὺ λήγουν ἰδίως σέ -μι: ἐνίσταμαι, καθίσταμαι, παρίσταμαι, συντίθεμαι, προϋποτίθεται (ρήματα ἵστημι – τίθημι). Ἔτσι εἶναι λανθασμένη ἡ χρήση τοῦ τύπου «ἀναθέτεται» ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ ἀνατίθεται, «συσταίνονται ἢ συστήνονται» ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ συνιστῶνται, «καταθέτονται», ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ κατατίθενται, «ἀποκατασταίνονται» (!) ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ ἀποκαθίστανται.
7. Τὰ συμφωνητικὰ συμπλέγματα φθ, χθ, σθ, μετατρέπονται στὴν δημοτικὴ σὲ φτ, χτ, στ. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει διπλοτυπία στὴν κοινὴ χρήση τῆς γλώσσας. Κατὰ τὴν χρήση τῶν ρημάτων λογίας προελεύσεως πρέπει νὰ διατηροῦνται τὰ πρῶτα (φθ, χθ, σθ).
«Σὲ ἐπιστημονικὰ κείμενα καὶ ἰδίως στὴν νομικὴ ἐπιστήμη πρέπει νὰ ἐπιλέγεται ὁ δόκιμος τύπος: συναφθεῖ (ὄχι συναφτεῖ), ἐπιληφθεῖ (ὄχι ἐπιληφτεῖ), προσαχθεῖ (ὄχι προσαχτεῖ), παραληφθεῖ (ὄχι παραληφτεῖ), συνταχθεῖ (ὄχι συνταχτεῖ), ἐπιδιωχθεῖ (ὄχι ἐπιδιωχτεῖ), ἀποφασισθεῖ (ὄχι ἀποφασιστεῖ), προσδιορισθεῖ (ὄχι προσδιοριστεῖ), δημοσιευθεῖ, κλητευθεῖ, ἑρμηνευθεῖ, ἀπαγορευθεῖ, δεσμευθεῖ, δημευθεῖ κ.ο.κ.
Στὸν παθητικὸ ἀόριστο (ὁριστικὴ ἔγκλιση)…, ὄχι συνάφθηκε, προάχθηκε, διεξάχθηκε, προέβηκε, συνέβηκε, ἐπέμβηκε… ἀλλὰ ὁ ἀρχαϊστικὸς τύπος «συνήφθη, προήχθη, διεξήχθη, συνέβη, ἀπέβη, ἐπενέβη». Ἐπίσης «κατέστη, παρέστη, ὑπέστη».
8. Στὰ σύνθετα μὲ προθέσεις ρήματα διατηρεῖται ἡ ἀρχαϊκὴ ἐσωτερικὴ αὔξηση στοὺς ἱστορικοὺς χρόνους: π.χ. ἐξέφρασα – ἐξέφρασαν, ἀπέβλεπα – ἀπέβλεψα, διέπραξα, παρέλαβα, ὑπέγραψα, ἀνέκυψε κ.λπ.
«Οἱ ἐνίοτε χρησιμοποιούμενοι, ἐπὶ τὸ «ριζοσπαστικώτερον» τύποι «ἔκφρασα», «ἀπόκτησα», «ὑπόβαλα», ἀνάφερα, κατάθεσα, ἔνταξα, σύνταξα, ἀπόρριψα κ.λπ. κακοποιοῦν τὴν δημοτικὴ γλῶσσα, εἶναι γλωσσικὰ νεοπλάσματα – βαρβαρισμοὶ κατὰ τὸν καθηγητὴ Κριαρᾶ, αἰσθητικῶς καὶ ὑφολογικῶς ἀπαράδεκτα στὸν ἐπιστημονικὸ ἰδίως λόγο καὶ μάλιστα στὸν νομικό».
9. Τὰ ἐπιρρήματα στὴν δημοτικὴ γλῶσσα λήγουν κατ’ ἀρχὴν σέ -α, πολλὰ ὅμως λήγουν κατὰ τὸν ἀρχαϊκὸ τύπο σέ -ως, ἐνῶ ἄλλα χρησιμοποιοῦνται καὶ μὲ τοὺς δύο τύπους π.χ. «βέβαια» ἢ «βεβαίως». Ὑπάρχει διπλοτυπία. Ὡρισμένα ὅμως διαφέρουν ὡς πρὸς τὴν σημασία, ἀνάλογη πρὸς τὴν κατάληξή τους. Τὸ «ΑΜΕΣΑ» σημαίνει «ἀπ’ εὐθείας», χωρὶς δηλαδὴ κάποια παρεμβολή, εἶναι δὲ τὸ ἀντίθετο τοῦ «ἔμμεσα», ἐνῷ το «ἀμέσως» σημαίνει «πάραυτα», χωρὶς καθυστέρηση, χωρὶς ἀναβολή.
«Μὲ τὴν ἐπίσημη καθιέρωση τῆς δημοτικῆς δημιουργήθηκε ὅμως μία λαϊκίστικη δημοτικιστικὴ ἰδεοληψία, ἀπαξιωτικὴ κάθε λογίου στοιχείου, μὲ τάση τὸν «πάσῃ θυσίᾳ» ἐκδημοτικισμό τους. Στὸ πλαίσιο αὐτῆς τῆς ἰδεοληψίας καλλιεργήθηκε ἡ τάση γιὰ γενίκευση στὴν χρήση τῆς καταλήξεως -α τῶν ἐπιρρημάτων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ ἀδαεῖς ἢ ἡμιμαθεῖς –ὄχι μόνον ἀπὸ ἀμφισβητίες νεαρούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐπίσημα χείλη ἀνθρώπων τῆς ἐξουσίας, στὸν κομματικὸ ἰδίως λόγο– τὰ ἐν λόγῳ μὲ λανθασμένη σημασία ἐπιρρήματα (π.χ. τὸ ἄμεσα), καθὼς καὶ ἄλλα τεχνητὰ ἐπιρρήματα μὲ νεότευκτη κατάληξη -α (ἀντί -ως), ὅπως οἱ ἐξεζητημένοι καὶ ἐκτρωματικοὶ νεολογισμοί: «ἑπόμενα» (ἀντὶ ἑπομένως), κύρια (ἀντὶ κυρίως), προηγούμενα (ἀντὶ προηγουμένως), ἐνδεχόμενα, πιθανά, ἐνεργά, ἀδιάκριτα, ἔκτακτα (!), σύγχρονα κ.λπ. ἀντὶ τῶν ὀρθῶν «ἐνδεχομένως», «πιθανῶς», «ἐνεργῶς», «ἀδιακρίτως», «ἐκτάκτως», «συγχρόνως» κ.λπ.».
Ἀπαράδεκτη εἶναι ἐπίσης, ἰδίως σὲ νομικὰ κείμενα, ἡ χρήση ὡρισμένων μὲ κατάληξη -α (ἀντι -ως) ἐπιρρημάτων· «αὐτοδίκαια», «πρωτόδικα», «ἐξώδικα», «αὐτεπάγγελτα», «αὐτοπρόσωπα», «ἔγγραφα» (ἀντὶ «ἐγγράφως») ἢ «γραπτά», «δικαστικὰ» καὶ γενικώτερα τῶν «ταχυδρομικὰ» (ἀντὶ ταχυδρομικῶς). ἀεροπορικὰ (ἀντὶ «ἀεροπορικῶς»), «τηλεφωνικά», «σιδηροδρομικὰ» (ἀντὶ «τηλεφωνικῶς», «σιδηροδρομικῶς») κ.λπ.
10. «Στὸ πλαίσιο τῆς τρέχουσας δημοτικιστικῆς προκατάληψης, ἡ ὁποία ὑποτιμᾶ τὰ λόγια στοιχεῖα τῆς γλώσσας καὶ θεωρεῖ τὶς λόγιες προθέσεις ὡς «ἀντιδραστικὰ» γλωσσικὰ κατάλοιπα, ἀνάξια γιὰ αὐτοτελῆ ὕπαρξη καὶ χρήση, πλήθυναν τά –τοὐλάχιστον κακόγουστα– γλωσσικὰ κατασκευάσματα: π.χ. κατουσία, κατεξοχή, καταρχή, κατάρθρο (!), κατανάγκη, καταβάση, κατεντολή, κατεξουσιοδότηση, καταπαίτηση, κατεπιλογή, ἀφυψηλοῦ, ἐνλόγω, ἐντέλει, ἐξαφορμῆς, ἐπάπειρον, ὑπευθύνη, παραταῦτα, παρόλο, παρόλες (!) (ἀντί παρ’ ὅλες) κ.λπ.
Διάβασα κάπου τὴν ἔκφραση «ἕνα ἐπιπλέον βαρῦνον ἐπιχείρημα» καὶ ἀναρωτήθηκα πῶς εἶναι δυνατόν, παρὰ τὸ βάρος του «νά… ἐπιπλέει!…».
11. Ἡ χρήση τοῦ κολοβοῦ «τὸ» (ἀντὶ τὸν) στὴν αἰτιατικὴ ἑνικοῦ τοῦ ἀρσενικοῦ ἄρθρου ἐμφανίζει τὰ ἀρσενικὰ οὐσιαστικὰ καὶ τὶς μετοχὲς ἀρσενικοῦ γένους ὡς οὐδέτερα, δημιουργῶντας συγχύσεις ἢ ἀκυριολεξίες καὶ δυσχεραίνοντας τὴν ἄμεση κατανόηση τῆς γλώσσας.
Ἡ χρήση τέτοιων «οὐδετεροποιημένων ἀρσενικῶν οὐσιαστικῶν, μὲ τὴν ἀποβολὴ τοῦ τελικοῦν ἀπὸ τὸ ἄρθρο «τόν», συνηθίζεται δυστυχῶς σὲ νομικὰ κείμενα: τὸ δικαιοῦχο, τὸ δικαστή, τὸ διάδικο, τὸ νόμο (κρίση κατὰ τὸ νόμο ἢ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο), τὸ μηνυτή, τὸ δράστη, τὸ βεβαρημένο, τὸ διαζευγμένο, τὸ δωρητή, τὸ δανειστή, τὸ διαθέτη, τὸ μεριδοῦχο, τὸ φάκελο, τὸ θεσμὸ καὶ ἄλλα «εὔηχα» παρόμοια.
«Ἀπαράδεκτη αἰσθητικά – ὑφολογικὰ εἶναι ἰδίως ἡ χρήση τοῦ ἀκρωτηριασμένου ἄρθρου «τὸ» πρὶν ἀπὸ λόγιους ὅρους καὶ γραμματικοὺς τύπους ποὺ εἶναι συνήθεις στὴν νομικὴ γλῶσσα, π.χ. τὸ συλληφθέντα, τὸ λαβόντα, τὸ διδάσκοντα, τὸ ζημιωθέντα, τὸ λήγοντα… Ἡ ἴδια παρατήρηση ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ κύρια ὀνόματα π.χ. στὸ Λίβανο, τὸ Λιβάνη, τὸ Λιδωρίκη, τὸ Σκουλαρίκη, τὸ Σεφέρη, τὸ Θουκυδίδη, τὸ Μάρτιο, τὸ Σεπτέμβριο κ.λπ. Θεωρῶ τοὐλάχιστον ὡς ἀδόκιμη καὶ συνεπῶς ἀνεπίτρεπτη τὴν χρήση τῶν ἀκρωτηριασμένων τύπων «τὸ» ἀντὶ «τὸν» σὲ κείμενα τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου, εἴτε τῆς νομικῆς θεωρίας εἴτε τῆς νομικῆς πράξης, καθὼς καὶ τοῦ τύπου «δὲ» ἀντὶ «δὲν» (ἀρνητικὸ μόριο)».
Σημ.: Προσθέτουμε τὸ ἄκομψο καὶ κολοβὸ «Κύριο» ποὺ ἀναγράφεται στὸν φάκελο ἐπιστολῆς, συνοδευόμενο ἀπὸ τὸ (κολοβὸ) ὄνομα π.χ. «Γεώργιο», «Κωνσταντῖνο» καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ ἐξ ἴσου κολοβὸ ἐπίθετο π.χ. «Βασιλόπουλο…», «Κωνσταντόπουλο..» κ.λπ., ἀντὶ τῶν ὀρθῶν πλήρων ὀνομάτων μὲ τὸ τελικὸ «ν».
Καὶ ἕνα τμῆμα ἀπὸ τὸν ΕΠΙΛΟΓΟ τῆς Μελέτης:
«Ἂν ἡ γλῶσσα, ὡς μέσο ἔκφρασης καὶ ἐπικοινωνίας εἶναι πολιτισμικὴ ἀξία, ἡ διαφύλαξη τῆς ποιότητάς της καὶ ἡ προάσπισή της ἀπὸ ἐκπτώσεις καὶ εὐτελισμοὺς ἐνδέχεται μὲν νὰ ἀφήνει παθητικὰ οὐδέτερους τοὺς ἐπιστήμονες τῆς θεωρητικῆς περιγραφικῆς – γλωσσολογίας· εἶναι ὅμως πρόδηλο ὅτι εὐλόγως ἐνδιαφέρει κάθε πολίτη – μέλος ἑνὸς συγκεκριμένου κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς του ταυτότητας…».
Τὸ ρῆμα «ἄγω» καὶ ἡ λανθασμένη χρῆσις του
Τὸ ρῆμα «ἄγω» χρησιμοποιεῖται εὐρύτατα ὡς σύνθετο μὲ ὅλες σχεδὸν τὶς προθέσεις τῆς (ἀρχαίας) ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἄς παραθέσουμε τὶς προθέσεις αὐτές, μονοσύλλαβες καὶ δισύλλαβες, ὅπως ἀπαντοῦν στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, στὶς σύνθετες ἰδίως λέξεις (καὶ ὄχι ὅπως διδάσκονται «μεταλλαγμένες» σὲ νεώτερες γραμματικές):
Μονοσύλλαβες: «ἐν, εἰς, ἐκ, σύν, πρός, πρό».
Δισύλλαβες: «ἀνά, κατά, διά, μετά, παρά, ἀντί, ἀμφί, περί, ἐπί, ἀπό, ὑπό, ὑπέρ».
Τὸ ρῆμα «ἄγω» ἀπαντᾶται ὡς ἐνάγω, εἰσάγω, ἐξάγω, συνάγω, προσάγω, προάγω καθὼς καὶ ὡς ἀνάγω, κατάγω, διάγω, μετάγω, παράγω, περιάγω, ἐπάγω, ἀπάγω, ὑπάγω, ὑπεξάγω.
Τὸ ρῆμα ὅμως αὐτὸ ἔχει διαφορετικὴ μορφή, ὅταν ἐκφράζη στιγμιαία ἐνέργεια.
Συγκεκριμένα στοὺς χρόνους Ἐνεστῶτα, Παρατατικὸ καὶ Μέλλοντα διαρκῆ ἀπαντᾶται ὡς «ἄγω» (δύο συλλαβές): «ἄγω, ἦγον, θὰ ἄγω», ἐνῶ στοὺς χρόνους Ἀόριστο (σὲ ὅλες τὶς ἔγκλίσεις), μέλλοντα στιγμιαῖο καὶ παρακείμενο – ὑπερσυντέλικο (ὅπως οἱ δύο αὐτοὶ χρόνοι σχηματίζονται «περιφραστικῶς» μὲ τὸ ρῆμα «ἔχω») ἀπαντᾶται ὡς «ἀγάγω» (τρεῖς συλλαβές): «ἤγαγον, ἀγάγω, θὰ ἀγάγω, ἔχω ἀγάγει, εἶχα ἀγάγει».
Δυστυχῶς μεγάλη σύγχυση ὑπάρχει καὶ εὐρύτατα χρησιμοποιεῖται λανθασμένα ἡ μία μορφὴ ἀντὶ τῆς ἄλλης, ἰδίως κατὰ τὴν χρήση τῆς ὁριστικῆς ὑποτακτικῆς ἐνεστῶτος ἔναντι τῆς ὑποτακτικῆς ἀορίστου («ἄγω» ἔναντι «ἀγάγω»).
Εἰδικῶς στὴν Νομικὴ ἐπιστήμη καὶ πρακτική, τὸ ρῆμα χρησιμοποιεῖται εὐρύτατα ὑπὸ τὶς διάφορες μορφές, τὶς ὁποῖες προσλαμβάνει μὲ τὴν προσθήκη τῶν προθέσεων. Ἔτσι:
«Ἐνάγω» (ἀσκῶ ἀγωγήν): Θὰ ἐνάγω (συνεχῶς), ἀλλὰ «θὰ ἐναγάγω» (μία φορά), «ἐνῆγα» (συνεχῶς), ἀλλὰ «ἐνήγαγα» (μία φορά).
«Εἰσάγω»: Ἡ ἀγωγὴ εἰσάγεται πρὸς ἐκδίκασιν.
«Ἐξάγω»: Συμπεράσματα/«Διεξάγω» (διὰ + ἐκ + ἄγω) τὴν δίκη, θὰ διεξάγω (συνεχῶς) ἀλλὰ θὰ διεξαγάγω (μία φορά).
«Συνάγω»: Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι …
«Προσάγω»: «προσάγεται βιαίως ὁ μάρτυς».
«Προάγω»: Παράβαση τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ὅταν δὲν προάγεται μισθωτός.
«Ἀνάγω»: «ἀνάγεται ὁ μισθὸς σὲ ἡμερομίσθιο κ.λπ.».
«Κατάγω»: «νίκην λαμπρὰν εἰς τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα».
«Μετάγω»: «τὸν κρατούμενο σὲ ἄλλο σωφρονιστικὸ κατάστημα».
«Περιάγω»: «τὸν ἐργοδότη σὲ ὑπερημερία».
«Ὑπάγω»: «τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ στὸν κανόνα δικαίου».
Γιὰ τὴν σωστὴ χρήση τοῦ ρήματος συνιστᾶται νὰ «δοκιμάζεται» νοερῶς (καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν χρήση τοῦ «ἄγω») ἄλλο ρῆμα, στοὺς κατὰ χρόνον τύπους τοῦ ὁποίου φαίνεται καθαρὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐνεστῶτος καὶ ἀορίστου (γενικά, μεταξὺ συνεχοῦς καὶ στιγμιαίας ἐνεργείας). Π.χ. τὸ ρῆμα «ἀσκῶ» (ἀγωγή – συναφὲς μὲ τὸ «ἐνάγω»), ἀντὶ τοῦ «ἐνάγω».
Ἀντὶ τοῦ «ἀσκῶ» τίθεται τὸ «ἐνάγω» (καὶ ὄχι «ἐναγάγω»).
Ἀντὶ τοῦ «ἀσκήσω» τίθεται τὸ «ἐναγάγω» (καὶ ὄχι «ἐνάγω») κ.ο.κ.
… καὶ τὸ ρῆμα «βάλλω»
Τὸ πολυσύχναστο (ἰδιαιτέρως ἐν συνθέσει) ρῆμα «βάλλω», ἀπαντᾶ ὡς σύνθετο σχεδὸν μὲ ὅλες τὶς προθέσεις: ἐν + βάλλω = ἐμβάλλω, εἰς + βάλλω = εἰσβάλλω, ἐκ + βάλλω = ἐκβάλλω, σὺν + βάλλω = συμβάλλω, πρὸς + βάλλω = προσβάλλω, πρὸ + βάλλω = προβάλλω, ἀνὰ + βάλλω = ἀναβάλλω, κατὰ + βάλλω = καταβάλλω, διὰ + βάλλω = διαβάλλω, μετὰ + βάλλω = μεταβάλλω, παρὰ + βάλλω = παραβάλλω, ἀμφὶ + βάλλω = ἀμφιβάλλω, περὶ + βάλλω = περιβάλλω, ἐπὶ + βάλλω = ἐπιβάλλω, ἀπὸ + βάλλω = ἀποβάλλω, ὑπὸ + βάλλω = ὑποβάλλω, ὑπὲρ + βάλλω = ὑπερβάλλω. Ἐπίσης, ἀντὶ + παρὰ + βάλλω = ἀντιπαραβάλλω (= συγκρίνω) κ.λπ.
Δυστυχῶς τὸ ρῆμα αὐτὸ χρησιμοποιεῖται, εὐρέως, λανθασμένα. Δηλαδὴ γράφεται μὲ ἕνα λάμδα (λ), ὅταν πρέπει νὰ γράφεται μὲ δύο καί, κυρίως, γράφεται μὲ δύο (λ), ὅταν πρέπει νὰ γρὰφεται μὲ ἕνα.
Συγκεκριμένα τὸ ρῆμα αὐτό, στὸν μὲν ἐνεστῶτα, τὸν παρατατικὸ καὶ μέλλοντα διαρκῆ γράφεται μὲ δύο (λ), ἐνῶ στὸν ἀόριστο καθὼς καὶ στὸν μέλλοντα στιγμιαῖο γράφεται μὲ ἕνα «λ».
Ὅταν δηλαδὴ πρόκειται νὰ ὑποδηλώση διαρκῆ ἐνέργεια (συνεχῶς) γράφεται μὲ δύο «λ», ἐνῶ ὅταν πρόκειται νὰ δηλώση στιγμιαία (γιὰ μία φορὰ) ἐνέργεια, γράφεται μὲ ἕνα «λ».
Εἰδικῶς στὴν Νομικὴ ἐπιστήμη καὶ πρακτική, τὸ ρῆμα «βάλλω» μὲ τὶς διάφορες μορφὲς ποὺ προσλαμβάνει σὲ σύνθεση μὲ τὶς διάφορες προθέσεις, χρησιμοποιεῖται μὲν εὐρύτατα, ἀλλά, μόνον σπανιώτατα ἀπαντᾶται σωστά.
Ἔτσι:
• πρὸς › προσβάλλω (τὴν ἀπόφαση μὲ ἔφεση) • πρὸ › προβάλλω (ἔνσταση κ.λ.π.) • ἀνά › ἀναβάλλω (τὴν δίκη κ.λ.π.) • κατά › καταβάλλω (τὸ δικαστικὸ ἔνσημο κ.λ.π.) • μετά › μεταβάλλω (τὴν βάση τῆς ἀγωγῆς) • παρά › παραβάλλω (τὸ πρωτότυπο μὲ τὸ ἀντίγραφο) • ἀντί › ἀντιπαραβάλλω (τὸ πρωτότυπο μὲ τὸ ἀντίγραφο) • ἄμφί › ἀμφιβάλλω («ἀπηλλάγη λόγῳ ἀμφιβολιῶν) • ἐπί › ἐπιβάλλω (πρόστιμο κ.λ.π.) • ἀπό › ἀποβάλλω (ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο …) • ὑπό › ὑποβάλλω (ἔνσταση, ἀναφορὰ κ.λ.π.).
Ἡ συμβουλή μας γιὰ τὴ σωστὴ χρήση τοῦ ρήματος εἶναι νὰ τίθεται νοερῶς, στὴν φράση ποὺ πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἀντὶ τοῦ ρήματος «βάλλω» (ὑπὸ διάφορες μορφές), ἕνα ἄλλο (συνώνυμο) ρῆμα, τοῦ ὁποίου ὁ ἀόριστος (ἰδίως ἡ ὑποτακτική) καὶ ὁ μέλλων στιγμιαῖος διαφέρουν ἐντόνως ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα, π.χ. ἀντὶ τοῦ «βάλλω», τὸ ρῆμα «τοποθετῶ» τοῦ ὁποίου ὁ ἀόριστος εἶναι «τοποθέτησα» (στὴν ὁριστικὴ) καὶ «τοποθετήσω» (στὴν ὑποτακτικὴ ἀορίστου καὶ στὸν μέλλοντα στιγμιαῖο). Οἱ ἀντίστοιχοι τύποι τοῦ ρήματος «βάλλω» εἶναι «ἔβαλα» (ὁριστικὴ ἀορίστου) καὶ «βάλλω» (ὑποτακτικὴ ἀορίστου καὶ μέλλων στιγμιαῖος), μὲ ἕνα δηλαδὴ λάμδα.
Ἀντιθέτως, ἀντίστοιχοι τύποι τοῦ «τοποθετῶ», «τοποθετοῦσα» καὶ «θὰ τοποθετῶ» (ἐνεστώς, παρατατικὸς καὶ μέλλων διαρκής, ἀντιστοίχως) εἶναι «βάλλω», «ἔβαλλον» (ἢ ἔβαλλα), «θὰ βάλλω», μὲ δύο δηλαδὴ λάμδα.




