Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.
1ον
Ὅσα θ’ ἀκολουθήσουν δὲν ἔχουν σκοπὸ νὰ προβάλουν τὴ βιοεργογραφία τοῦ πρώτου ἱερομάρτυρα τῆς Ἐθνεγερσίας, τοῦ μεγαλωστὶ μεγάλου Πατριάρχη Γρηγορίου τοῦ E΄, ἀλλὰ στοχεύουν μὲ βάση τὶς πληροφορίες ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς στὸ νὰ ἐπανεκτιμήσουμε τὴ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τοῦ Γένους, ὡς ἐλάχιστο δεῖγμα εὐγνωμοσύνης στὴ μνήμη του, λιβανωτὸ ἀπ’ τ’ ἀπόκρυφο λιβανιστήρι τῆς ψυχῆς μας.
Ἔχουν περάσει διακόσια ὀγδόντα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ εἶδε τὸ φῶς στὴ Δημητσάνα τῆς εὐάνδρου Ἀρκαδίας ὁ Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, μετέπειτα δὲ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ καὶ 205 χρόνια ἀπὸ τὸν μαρτυρικό του θάνατο. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὑπῆρξεν ἕνας ἐκ τῶν διαπρεπέστερων Πατριαρχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀποτελεῖ μορφὴν τῆς Ἐκκλησίας, τῆς παιδείας καὶ τοῦ ἔθνους, ὄχι τυχοῦσαν[1]. Τρεῖς φορὲς ἀνῆλθε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο, δύο φορὲς κατεβιβάσθη ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὴν τρίτην ἐμαρτύρησεν[2] .
Ἂς παρακολουθήσουμε ὅμως ἔστω καὶ σύντομα τὴ λαμπρὴ βιοτροχιά του. Γεννήθηκε τὸ 1745 ἢ πιθανότερον τὸ 1746, ὅπως προελέχθη στὴ Δημητσάνα. Πατέρας του ὁ πτωχὸς ποιμὴν Ἰωάννης Ἀγγελόπουλος καὶ μητέρα του ἡ Ἀσημίνα Παναγιωτοπούλου. Εἶχε ἕνα ἀδελφὸν καὶ δύο ἀδελφὲς[3]. Παρακολούθησε τὸ νεαρὸ τσοπανόπουλο τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῶν ἐγκυκλίων ἑλληνικῶν μαθημάτων καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς κοντὰ στὸ θεῖο καὶ ἀνάδοχό του Μελέτιο ἱερομόναχο καὶ σὲ ἄλλον δάσκαλο ἀπὸ τὴ Δημητσάνα τὸν ἱερομόναχο Ἀθανάσιον τὸν Ρουσόπουλον. Κατὰ τὸ 1765 ἤδη σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, φλεγόμενος ὑπὸ τῆς ἱερᾶς παιδείας ἀπεδήμησε μαζὶ μὲ τὸν διδάσκαλόν του Ρουσόπουλον στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἐμαθήτευσεν ἐπὶ δύο σχεδὸν ἔτη κοντὰ στὸν τότε πολυμαθῆ διδάσκαλον τῶν Ἀθηνῶν, Δημήτριον τὸν Βόδαν[4]. Ὁ Γεώργιος Ἀγγελόπουλος ἀπέπλευσε τὸ 1767 στὴ Σμύρνη καὶ ἔμεινε κοντὰ στὸν ἄλλο θεῖο του Χατζῆ Μελέτιον, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἐκκλησιάρχης στὸ ναό, τὸν βοηθοῦσε καὶ συγχρόνως παρακολουθοῦσε καρποφόρως τὰ μαθήματα τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς. Ἔπειτα μετέβη στὶς νήσους Στροφάδες καὶ διέτριψεν ἐπ’ ὀλίγον σὲ κάποιο μονύδριο, ποὺ ἀποτελοῦσε τόπον ἐνάρετου βίου καὶ ἐκεῖ ἐνδύεται τὸ μοναχικὸν σχῆμα, μετονομασθείς σὲ Γρηγόριον[5]. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴν Πάτμο καὶ μαθήτευσε κοντὰ στὸν Δανιὴλ τὸν Κεραμέα, «γυμναζόμενος περὶ τοὺς λόγους τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης σοφίας μετ’ ἐπιμελείας ἐνδελεχοῦς».
Ἀφοῦ διήνυσε τὸ στάδιον τῶν σπουδῶν στὴ Σχολὴ τῆς Πάτμου, προσκαλεῖ τὸν Γρηγόριο στὴ Σμύρνη ὁ τότε Μητροπολίτης Σμύρνης, Προκόπιος (Πελοποννήσιος καὶ αὐτός), καὶ πληροφορηθείς τὴν χρηστότητα τῶν τρόπων του, τὴν κατὰ Θεὸν πολιτείαν του καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκοσμεῖτο ὑπὸ παιδείας ἀληθινῆς, τὸν ἐχειροτόνησε διάκονον καὶ στὴ συνέχεια τὸν προεχείρισεν ἀρχιδιάκονον, πρωτοσύγκελλον, καὶ ὑπηρέτησε κοντὰ του ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, μέχρι τὸν Ἰούνιον τοῦ 1785, ὅποτε ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Προκόπιος καὶ διεδέχθη αὐτὸν εἰς τὸν μητροπολιτικὸν θρόνον τῆς Σμύρνης κατ’ ἀπαίτησιν τῶν Σμυρναίων. Ὁ Γρηγόριος παρέμεινεν εἰς τὴν Σμύρνην μέχρι τῆς ἐκλογῆς του εἰς οἰκουμενικὸν Πατριάρχην[6].
Ὅπως διαπιστώνεται, ὁ Γρηγόριος φοίτησε σὲ ἀκμάζουσες σχολὲς τῆς ἐποχῆς του, ἔτυχε σοβαρῆς παιδείας, τὴν ὁποία συμπλήρωσε μὲ πολλὴ μελέτη. Μεγάλη ἐπίδραση ἄσκησε στὴν ἀσκητική του φύση ἡ μονὴ τοῦ Φιλοσόφου, ποὺ βρισκόταν στὴν πατρίδα του τὴ Δημητσάνα. Ἡ εἴσοδός του στὸν μοναχικὸ βίο ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα ἐν πρώτοις βαθιᾶς κλίσης ἔμφυτης καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐπίδρασης ποὺ ἤσκησε ἐπὶ τῆς ἀσκητικῆς του φύσης ἡ μονὴ τῆς πατρίδας του, Δημητσάνας, ἡ τοῦ Φιλοσόφου[7].
Ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον χρόνον μετὰ ἀπὸ τὰ δεινὰ τῶν Πελοποννησίων, ποὺ ὑπῆρξαν συνέπεια τοῦ κινήματος τοῦ Ὀρλὼφ κατὰ τὸ 1770 καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸ δρᾶμα καὶ τὴ φοβερὴ σφαγὴ κατὰ τὸ γνωστὸ «ρεμπελιὸ τῆς Σμύρνης» (1797), ὁ Γρηγόριος συγκλονίσθηκε κυρίως ὅταν ἕνα ἀσυγκράτητο προσφυγικὸ κῦμα ἀποτελούμενο ἀπὸ 70.000 περίπου Πελοποννησίους κατέφυγε στὴ Σμύρνη, ζητώντας ἄσυλο[8]. Κι ὅταν ὡς συνοδικὸς βρισκόταν στὴ βασιλεύουσα καὶ ἔμαθε τὶς εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιωτῶν του σφαγὲς τῶν Τούρκων, ἔσπευσε ἀμέσως κοντὰ στὸ ποίμνιό του, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ πνευματικό του χρέος[9]. Ἐξάλλου ἐκεῖ τὸν βρῆκε ἡ εἴδηση τῆς ἐκλογῆς του σὲ Πατριάρχη. Στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Γρηγόριος μετέβαινε κατηφὴς καὶ πλήρης πικρίας[10].
Ὁ Γρηγόριος ἐπιθυμώντας νὰ δεῖ τὴν γενέθλια γῆ ταξίδεψε στὴ Δημητσάνα καὶ γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς λίγους ἐναπομείναντες συγγενεῖς του. Ὅταν ὅμως ἔφθασε ἐκεῖ, σχολαρχοῦντος τοῦ μικροῦ Ἀγαπίου Παπαντωνοπούλου, μὲ δικές του δαπάνες, φρόντισε νὰ οἰκοδομηθοῦν σ’ αὐτὴν ὀκτὼ εὐρύχωρα δωμάτια γιὰ δωρεὰν κατοικίαν τῶν προερχομένων ἔξωθεν ἀπόρων μαθητῶν[11].
Θὰ ἄξιζε νὰ ὑπογραμμισθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Γρηγόριος ἀνῆλθε βαθμιαῖα τὶς κλίμακες τῆς ἱερωσύνης κατ’ ἀξίαν γιὰ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἀρετή του. Ἐξάλλου εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅταν ὁ Σμύρνης Προκόπιος ἐκλήθη εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ Ἡγεμὼν Ὑψηλάντης εἶχεν ἤδη προτείνει στὴ Σύνοδο ὡς διάδοχον τοῦ Προκοπίου κάποιον Ναθαναὴλ ἱερομόναχον λόγιον. Ἀλλὰ ἕνα μήνα μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Προκόπιος, ἐπήνεσε μὲν τὸν Ναθαναήλ, ἔκρινε αὐτὸν κατάλληλον νὰ χειροτονηθεῖ στὴν πρώτη χηρεύουσα Ἐπαρχία, ἀλλὰ πρότεινε στὴ Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου γιὰ Μητροπολίτη Σμύρνης τὸν Γρηγόριο γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ τὴν παιδεία του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑπόληψη καὶ ἀγάπη ποὺ ἀπελάμβανεν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Σμύρνης. Οἱ Σμυρναῖοι ἐπλήσθησαν χαρᾶς καὶ προσυπήντησαν αὐτὸν πανδήμως[12].
Κατὰ τὰ δεκατρία ἔτη ποιμαντορίας του στὴ Μητρόπολη Σμύρνης ὁ Γρηγόριος ὄχι μόνο δικαίωσε τὶς προσδοκίες τῶν Σμυρναίων, ἀλλὰ τὶς ὑπερέβη. Ἐκήρυττε ἀδιαλείπτως τὸν θεῖον λόγον, πρὸς διδασκαλίαν τῆς λογικῆς του ποίμνης. Θλιβόμενος γιὰ τὴν ἔλλειψη ἀρκετῶν ναῶν στὴ Σμύρνη, καὶ στὰ χωριά της, φρόντισε νὰ θεραπεύσει τὴν ἔλλειψη αὐτὴ μὲ ζῆλο ὑποδειγματικό. Στὴ Σμύρνη ὑπῆρχε μία μόνον ἐκκλησία, ἀλλὰ μικρὴ καὶ σεσαθρωμένη καὶ ἐστεγασμένη τὸ πλεῖστον ἐκ κηροπάνου, ὥστε οἱ ἐκκλησιαζόμενοι βρέχονταν κατὰ τὸν χειμῶνα. Μὲ τὴν προσπάθεια τοῦ Γρηγορίου καὶ μὲ τὶς μεσιτεῖες του πρὸς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁμογενεῖς ἀνέκτισεν τὸν ναὸν ἐκ βάθρων λαμπρὸ καὶ μεγάλο[13]. Ἐπειδὴ ἐπίσης δὲν ἀνεχόταν νὰ βλέπει συρομένους στοὺς δρόμους ὑπὸ τῶν χαρτοδοτῶν (εἰσπρακτόρων τοῦ χαρατσίου), τὸν κλῆρο τῆς Σμύρνης, τὸν ἀπήλλαξε ἀπὸ τὸν βίαιο αὐτὸ δασμὸ καὶ συμφώνησε νὰ πληρώνεται ἀπὸ τὸ κοινό τῆς πόλεως ὁ κεφαλικὸς φόρος ὅλων τῶν κληρικῶν.
Σημειώσεις:
[1] Βλ. Τάσο Ἀθ. Γριτσόπουλο, Γρηγόριος ὁ Ε΄, Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τ. 4, Ἀθῆναι 1964, σ. 736. [2] ὅ.π. [3] ὅ.π. [4] Ἀνωνύμου, Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἱερομάρτυρος Γρηγορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἀθήνησι 1853, σ. 8. [5] ὅ.π., σ. 9. [6] Βλ. Ἀνωνύμου, ὅ.π., σ. 9 καὶ Τάσο Γριτσόπουλο, ὅ.π. [7] Βλ. Τ. Γριτσόπουλο, ὅ.π., σ. 737-738. [8] Τ. Γριτσόπουλο, ὅ.π., σ. 738 καὶ Ἀνωνύμου, Βίος καὶ Πολιτεία, ὅ.π. [9] ὅ.π. [10] Τ. Γριτσόπουλο, ὅ.π. [11] Ἀνωνύμου, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ ἱερομάρτυρος Γρηγρορίου, ὅ.π., σ. 10. [12] Βλ. Ἀνωνύμου, ὅ.π., σ. 11. [13] Βλ. Ἀνωνύμου, ὅ.π., σ. 12




