Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,
τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄
ΕΜΙΛ ΝΤΙΡΚΕΜ
Ἐξαιρετικὰ χρήσιμη γιὰ τὴν κατανόηση τῶν προϋποθέσεων ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ πληροῦνται, ὥστε νὰ ὑλοποιηθεῖ ἕνα νομοθετικὸ μοντέλο ὑποχρεωτικότητας σὲ σχέση μὲ τὴν ὑποβοηθούμενη αὐτοκτονία καὶ τὴν εὐθανασία, εἶναι ἡ ἀνάλυση ποὺ κάνει ὁ Γάλλος φιλόσοφος καὶ κοινωνιολόγος Ἐμὶλ Ντιρκὲμ (Emile Durkheim) στὸ βιβλίο του «Κοινωνικὲς αἰτίες τῆς αὐτοκτονίας»: [1]
«Γιὰ νὰ εἶναι ἱκανὴ ἡ κοινωνία νὰ ἐξαναγκάσει ὁρισμένα μέλη της ν’ αὐτοκτονήσουν, ἡ ἀτομικὴ προσωπικότητα πρέπει νὰ ἔχει μικρὴν ἀξία». […] Γιὰ νὰ καταλαμβάνει τὸ ἄτομο μία τόσο μικρὴ θέση στὴν συλλογικὴ ζωή, θὰ πρέπει νὰ εἶναι σχεδὸν ἀπόλυτα ἀπορροφημένο ἀπὸ τὴν ὁμάδα, καὶ αὐτὴ ἄρα πολὺ ἰσχυρὰ ὁλοκληρωμένη. Γιὰ νὰ ἔχουν τὰ μέρη μία τόσο μικρὴ ζωὴ δική τους, τὸ σύνολο θὰ πρέπει ν’ ἀποτελεῖ μία μᾶζα συμπαγῆ καὶ συνεχῆ. […] Ὅπως ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἕνα μικρὸ ἀριθμὸ στοιχείων, ὁ καθένας διάγει τὴν ἴδια ζωή· τὸ κάθε τι εἶναι κοινὸ σὲ ὅλους: ἰδέες, αἰσθήματα, ἐπαγγέλματα. Ἐπίσης, ἐξ αἰτίας πάντα τοῦ μικροῦ μεγέθους της, ἡ ὁμάδα βρίσκεται κοντὰ στὸν καθένα χωρὶς νὰ χάνει κανένα ἀπὸ τὸ βλέμμα της· ἄρα, ἡ συλλογικὴ ἐπίβλεψη εἶναι διαρκής, ἐκτεινόμενη στὸ κάθε τι, ἐμποδίζοντας ἔτσι ἀποκλίσεις μὲ μεγαλύτερη ἑτοιμότητα. Τὸ ἄτομο δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ δημιουργήσει ἕνα ἰδιαίτερο περιβάλλον ποὺ κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη του θὰ μποροῦσε ν’ ἀναπτύξει τὴν φύση του καὶ νὰ σχηματίσει τὴν φυσιογνωμία του ποὺ θὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ δική του. Δυσκολοδιάκριτος ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀπὸ τοὺς συντρόφους του, γιὰ νὰ ποῦμε ἔτσι, ἀποτελεῖ ἕνα ἀδιαχώριστο μέρος τοῦ συνόλου χωρὶς προσωπικὴ ἀξία. Τὸ πρόσωπό του ἔχει τόσο μικρὴ ἀξία, ὥστε οἱ ἐπιθέσεις ἀπὸ ἄτομα γίνονται ἀντικείμενο μόνο σχετικὰ ἐπιεικοῦς κολασμοῦ. Ἔτσι εἶναι φυσικὸ γιὰ αὐτὸν νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι λιγώτερο προστατευμένος ἐναντίο[ν] τῶν συλλογικῶν ἀναγκαιοτήτων καὶ ὅτι ἡ κοινωνία δὲν θὰ διστάσει, γιὰ τὸν ἐλάχιστο λόγο, νὰ τὸν προστάξει νὰ τελειώσει μία ζωὴ ποὺ ἐκτιμᾶ τόσο λίγο».
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν αὐτοκτονία ποὺ ὀφείλεται σὲ ὑπερβολικὴ ἐξατομίκευση καὶ τὴν ὁποία τὸ κράτος ἐπιτρέπει στὸ ἐγωιστικὸ ἄτομο, ποὺ ὑπακούει μόνο στὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δραπετεύσει, ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀλτρουιστικὴ αὐτοκτονία ἔχει τὴν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη θεμελίωση: προϋποθέτει μία κοινωνία ποὺ κρατᾶ τὸν πολίτη αὐστηρὰ κάτω ἀπὸ τὴν ἐξάρτησή της, ὁπότε ἡ αὐτοκτονία του ἐπιτελεῖται σὰν χρέος [2]. Μία τέτοια κοινωνία χαρακτηρίζεται ἀπὸ «αὐστηρὴ ἀλληλεξάρτηση μεταξὺ ὀπαδῶν καὶ ἀρχηγῶν, ἀξιωματικῶν καὶ βασιλιᾶ», ἡ ὁποία «ἐμπεριέχεται στὴν σύσταση τῆς κοινωνίας ποὺ ἀποκλείει κάθε σκέψη διαχωρισμοῦ. Ἡ μοῖρα τοῦ ἑνὸς πρέπει νὰ εἶναι ἐκείνη τῶν ἄλλων. Οἱ ὑπήκοοι, ὅπως ἡ ἐνδυμασία καὶ ὁ ἐξοπλισμός, πρέπει ν’ ἀκολουθοῦν τὸν κύριό τους ὁπουδήποτε καὶ νὰ πάει, ἀκόμη καὶ πέρα ἀπὸ τὸν τάφο» [3].
Ἐνόψει τῶν ἀνωτέρω διευκρινίσεων, θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ σκεφθεῖ ὅτι πρόσφορο ἔδαφος γιὰ τὴν θέσπιση τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀλτρουιστικῆς αὐτοκτονίας ἀποτελοῦν οἱ κατώτερες ἢ πρωτόγονες κοινωνίες (ὅπως ἀναφέρει ὁ Ντιρκέμ, στὶς πρωτόγονες κοινωνίες οἱ αὐτοκτονίες ἀφθονοῦσαν ἐπὶ ἡλικιωμένων ἢ ἀσθενῶν, ἐπὶ γυναικῶν ποὺ ἔχουν χάσει τοὺς συζύγους τους καὶ ἐπὶ ἰδεολογικῶν ὀπαδῶν ἢ ὑπηρετῶν ποὺ χάνουν τὸν ἡγέτη ἤ, ἀντιστοίχως, τὸν κύριό τους) ἀλλὰ καὶ οἱ τεχνολογικὲς κοινωνίες διαρκοῦς ἐπιτήρησης, στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ ἡ ἀποπροσωποποίηση-ἀριθμοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀκριβῶς τείνει νὰ συμβεῖ καὶ στὶς δυτικὲς κοινωνίες τοῦ 21ου αἰώνα, στὶς ὁποῖες τὰ σημάδια δείχνουν ὅτι σχεδιάζεται νὰ καθιερωθοῦν ψηφιακὲς ταυτότητες μὲ προσωπικὸ ἀριθμὸ (ἡ Ἑλλάδα φαίνεται πὼς πρωτοστατεῖ σὲ αὐτὴν τὴν ἀντίχριστη προδοσία κατὰ τοῦ πολίτη).
Ἤδη σὲ ἕνα κείμενό του μὲ τίτλο «Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Νέα Τάξη», γραμμένο στὶς 16/3/1997 [4], ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χριστόδουλος σημείωνε:
«Ἡ “τεχνοκρατικὴ” καὶ “οἰκονομικὴ” καὶ “συντεχνιακὴ” καὶ “μαζικὴ” ἐποχή μας, ὅπου ὁ ἁπλὸς ἄνθρωπος κινδυνεύει ἄμεσα νὰ παύσει νὰ εἶναι μία ἀνεπανάληπτη ἀξία καὶ νὰ μετατραπεῖ σὲ ἕνα κωδικὸ ἀριθμό, καλεῖ ὅλους μας σὲ ἐπαγρύπνηση, γιὰ νὰ περισώσουμε τὸ πρόσωπό μας καὶ νὰ τὸ γλυτώσουμε ἀπὸ τὶς ἀναπόφευκτες παρενέργειες τῶν συστημάτων ποὺ διαφεντεύουν τὴ ζωή μας. Ὁ “μαζάνθρωπος” ἐκφράζεται μὲ μία τυποποιημένη μορφή. Ἀπὸ τὸ ντύσιμο μέχρι τὸ φαγητὸ καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ συμπεριφορὰ μέχρι τὴν ἠθικὴ τοποθέτηση, κώδικες σχεδὸν ὁμοιόμορφοι ἀρχίζουν νὰ διέπουν τὸν τρόπο σκέψεως καὶ δράσεως τῶν ἀνθρώπων σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς σύνορα, ὁ κοσμοπολίτης, κολακεύεται νὰ πιστεύει πὼς ἀνήκει στὴν προοδευτικὴ παράταξη. Κατ’ ἀλήθειαν, ἀνήκει στὴν ἀνεστιότητα τῶν βαρβάρων, στὶς φανφάρες τῶν συνθημάτων, στοὺς χαμένους ὁρίζοντες».
ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Δυστυχῶς, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος παρασύρθηκε στὸν βόρβορο τοῦ μηδενισμοῦ, πειθόμενος ἀπὸ τὸν Νίτσε καὶ τοὺς ἐπιγόνους του ὅτι «ὁ Θεὸς πέθανε». Κι ἔτσι, μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Θεοῦ, πλάσθηκε ὁ «νέος ἄνθρωπος» ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν «μήτρα» τοῦ μηδενισμοῦ. Τὸ προφὶλ του σκιαγραφεῖ μὲ ἀξιοθαύμαστη εὐθυβολία ὁ ἐξαίσιος π. Σεραφεὶμ Ρόουζ στὸ βιβλίο του: «Μηδενισμός. Ἡ ἀρχὴ τῆς Ἀποστασίας στὴ Σύγχρονη Ἐποχή»: [5]
Εἶναι ὁ ἔκριζος ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ βρίσκεται σὲ ἀσυνέχεια μὲ τὸ παρελθὸν ποὺ κατέστρεψε ὁ Μηδενισμός, ἡ πρώτη ὕλη τοῦ ὀνείρου κάθε δημαγωγοῦ. Ὁ “ἐλευθέρως σκεπτόμενος” καὶ σκεπτικός, ποὺ ἀποκλείει τὴν ἀλήθεια ἀλλὰ εἶναι “δεκτικός” σὲ κάθε νέο λόγιο ρεῦμα, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν διαθέτει τέτοια θεμέλια. Ὁ “τυχοδιώκτης” κάποιας “νέας ἀποκάλυψης”, ἕτοιμος νὰ πιστέψει κάθε τι καινούργιο, διότι ἡ ἀληθινὴ πίστη του ἔχει ἐξαλειφθεῖ. Ὁ σχεδιάζων καὶ πειραματιζόμενος, ποὺ λατρεύει τὸ “γεγονός”, διότι ἔχει ἐγκαταλείψει τὴν ἀλήθεια, καθὼς ἀντιλαμβάνεται τὸν κόσμο ὡς ἕνα εὐρὺ ἐργαστήριο, στὸ ὁποῖο εἶναι ἐλεύθερος νὰ προσδιορίσει τί εἶναι “δυνατόν”. Ὁ αὐτόνομος ἄνθρωπος, ποὺ προσποιεῖται ὅτι εἶναι μετριόφρων μόνον ἐπειδὴ ζητᾶ τὰ “δικαιώματά” του, ἐνῶ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ὅτι κάθε τι πρέπει νὰ τοῦ προσφέρεται σὲ ἕνα κόσμο, ὅπου δὲν ὑπάρχουν καθορισμένες ἀπὸ τὶς ἀρχὲς ἀπαγορεύσεις. Ὁ ἄνθρωπος τῆς στιγμῆς, χωρὶς συνείδηση ἢ ἀξίες, καὶ κατὰ συνέπεια στὸ ἔλεος τοῦ ἰσχυρότερου “ἐρεθίσματος”. Ὁ “ἐπαναστάτης”, ποὺ μισεῖ κάθε πίεση καὶ ἐξουσία, διότι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτὸς του εἶναι ὁ μoναδικὸς καὶ μόνος θεός του. Ὁ “ἄνθρωπος τῆς μάζας”, αὐτὸς ὁ νέος βάρβαρος, ὁ τελείως “ὑποβιβασμένος” καὶ “ἁπλοποιημένος” καὶ ἱκανὸς γιὰ τὶς πλέον στοιχειώδεις ἰδέες, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἐκεῖνος ποὺ ἀπεχθάνεται κάθε ἕνα ποὺ ἀναδεικνύει ὑψηλότερα πράγματα ἢ τὴν ἀληθινὴ πολυπλοκότητα τῆς ζωῆς».
Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ [6], «ὁ “νέος ἀνθρωπος” στὴ “θετικὴ” του ἐκδοχὴ λαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἴδια φωτογραφία τῆς ὁποίας τὸ ἀρνητικὸ εἶναι ἡ ὑπανθρώπινη κατάσταση. Στὸ ἀρνητικὸ παρουσιάζεται ὡς ἡττημένος καὶ ἀπογυμνωμένος ἀπὸ ἕνα ἀπάνθρωπο κόσμο. […] Στὸ θετικό, ὁ “νέος ἀνθρωπος” [πασχίζει] νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἀλλάξει τὴν ἴδια τὴ συμπεριφορά του, ὥστε νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν σύγχρονο κόσμο πού, παρὰ τὶς ἀτέλειές του, εἶναι ὁ μόνος ποὺ αὐτὸς γνωρίζει».
Τὸ «ἀρνητικό» τῆς φωτογραφίας συμβολίζει τὴν «ἀποστασία ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια ποὺ πρωτίστως χαρακτηρίζει τὴ σύγχρονη ἐποχή», μία ἀποστασία ποὺ «φαίνεται νὰ ἔχει φθάσει στὰ ὅριά της». Κι «ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι “νεκρός”, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα Του ἔχασε τὴ φύση του καὶ περιέπεσε στὴν ὑπὸ-ἀνθρώπινη κατάσταση». Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὸ (κατ’ εὐφημισμὸν) «θετικό» τῆς φωτογραφίας συμβολίζει τὴν νέα φύση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ πλέον ἔχει ἐκφυλισθεῖ σὲ ἕνα ἀποκλειστικὰ γήινο δημιούργημα, ἀδιάφορο γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια [7].
Ἀξιοποιώντας τὴν γλωσσοπλαστικὴ τέχνη τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων, ἡ ὁποία ἀρέσκεται στὴν σύνθεση λέξεων μὲ τὴν πρόθεση «μετὰ-» (μετανεωτερικότητα, μεταδημοκρατία, μετα-ἀλήθεια), προκειμένου μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ περιγράφεται συνήθως ἐξωραϊστικὰ ἕνα κατὰ κανόνα ζοφερὸ φαινόμενο, ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ ὀνομάζει αὐτὴν τὴν μηδενιστικὴ Νέα Ἐποχὴ «μεταχριστιανικὴ» [8]. Τὸ «ἀντι-Πιστεύω» της θὰ μποροῦσε νὰ συνοψισθεῖ στὸ ἑξῆς σλόγκαν: «ὁ Θεὸς εἶναι μηδὲν καὶ ὁ κόσμος τὰ πάντα» [9]. Ἡ τραγικὴ συνέπεια τῆς ἐσωτερίκευσης αὐτοῦ τοῦ σλόγκαν καὶ τῆς ἰδεολογίας ποὺ συμπυκνώνει εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐκεῖνος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πιστέψει στὸν Χριστὸ πρέπει νὰ πιστέψει καὶ θὰ πιστέψει στὸν Ἀντίχριστο» [10].
Ἔτσι, λοιπόν, ὁ «νέος ἄνθρωπος» ποὺ φέρει τὸ στίγμα τοῦ μηδενισμοῦ, ἔμεινε (κυριολεκτικῶς καὶ μεταφορικῶς) θεότυφλος ἔναντι τῆς ὑπέροχης προοπτικῆς ποὺ διανοίχθηκε μὲ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ νὰ κερδίσει τὴν Αἰωνιότητα, τὴν ὁποία τοῦ στέρησαν οἱ Πρωτόπλαστοι μὲ τὸ προπατορικό τους ἁμάρτημα.
Κι ἀντὶ νὰ κρατᾶ στὴν μνήμη του ζωντανὴ αὐτὴν τὴν προοπτική, ἑορτάζοντας κάθε χρόνο τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πείσθηκε ἀπὸ τοὺς ἀθέους γιὰ τὸ ἀνάποδο: ὅτι ἔχει ἀναφαίρετο δικαίωμα στὸν θάνατο, τόσο ἀναφαίρετο, μάλιστα, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἀξίζει, κατὰ τὰ προεκτεθέντα, νὰ τὸ ἑορτάζει κάθε χρόνο στὶς 2 Νοεμβρίου, δηλ. τὴν «παγκόσμια ἡμέρα τοῦ δικαιώματος στὸν θάνατο». Παράλληλα πείσθηκε ἀπὸ τοὺς ἀφηνιασμένους προπαγανδιστὲς τοῦ μετανθρωπισμοῦ, ὅτι «ψυχὴ δὲν ὑπάρχει» καὶ ὅτι ὁ ἀντίθετος ἰσχυρισμὸς ἀποτελεῖ τάχα «μονοθεϊστικὸ μῦθο» [11]. Ἐν τούτοις, ἀκόμη κι ὁ Πλάτωνας, φωτισμένος ἀπὸ τὸν «σπερματικὸ λόγο» τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, ὑπογράμμιζε στὸν «Φαίδωνα» τὴν προσωπικὴ ἀθανασία τῆς ψυχῆς.
Τέτοιοι πλανεμένοι (καὶ πουλημένοι) μετανθρωπιστὲς δαιμονίζονται νυχθημερὸν μὲ τὴν ἰδέα τῆς κατάργησης τοῦ θανάτου, δηλ. τοῦ ἐσχάτου ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου («ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος» [12]), ἀδυνατώντας νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι πολεμοῦν γιὰ ἕνα ἤδη λελυμένο ζήτημα, ἀφοῦ ὁ θάνατος ἔχει ἤδη καταργηθεῖ διὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου, «διὰ τοῦ ὁποίου ὅλον τὸ ἀνθρώπινον φύραμα ἀναζυμοῦται» [13]. Καθεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐπωφεληθεῖ τῆς νίκης κατὰ τοῦ θανάτου, ἐφόσον ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀναστηθέντος Κυρίου καὶ ἑνωθεῖ μὲ Ἐκεῖνον («ἀπαρχὴ Χριστός, ἔπειτα οἱ Χριστοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ» [14]).
Σημειωτέον ὅτι τὸ κίνημα τοῦ μετανθρωπισμοῦ εἶναι ἀπότοκο τοῦ μηδενισμοῦ. Καὶ πάλι μὲ τὰ λόγια τοῦ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ: [15] «Ἡ Μηδενιστικὴ ἀντίσταση καὶ ὁ ἀντιθεϊσμός, ποὺ εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὸ “θάνατο τοῦ Θεοῦ”, ἀναδεικνύουν τὴν ἰδέα ποὺ θὰ ἐγκαινιάσει τὴ “νέα ἐποχή”: τὴ μετατροπὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου σὲ θεό. “Νεκροί εἶναι ὅλοι οἱ Θεοί”, λέει ὁ Ζαρατούστρα τοῦ Νίτσε. “Τώρα ἐπιθυμοῦμε τὸν ὑπεράνθρωπο, γιὰ νὰ ζήσουμε”. Ἡ “δολοφονία” τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ μεγάλο χρέος, ὥστε νὰ ἀφήσει ἀπαράλλακτους τούς ἀνθρώπους. Μήπως δὲν πρέπει νὰ γίνουμε ἐμεῖς θεοί, ἀκόμη καὶ μόνον γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι τὸ ἀξίζουμε;”. Στὸν Kirillov [ἀπὸ τοὺς «Δαιμονισμένους» τοῦ Ντοστογιέβσκη], ὁ Ὑπεράνθρωπος εἶναι ὁ “Ἄνθρωπος-Θεός”, διότι κατὰ τὴ λογική του “ἐὰν δὲν ὑπάρχει Θεός, τότε εἶμαι Θεός”».
Ὅλοι, ὅμως, οἱ μηδενιστὲς –συνακολούθως, καὶ οἱ μετανθρωπιστές–, «εὐφυέστατοι καὶ πλέον εὐρεῖς ὡς πρὸς τὰ ὁράματά τους» εἶναι «προφῆτες τοῦ διαβόλου»: «Ἐνόσω ἀρνοῦνται νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ προσόντα τους στὴν ταπεινὴ ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, “Ἀνακινοῦν πόλεμο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν δώρων Του”» [16].
(Συνεχίζεται…)




