ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (1746-1821)
Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.
3ον
Οἱ καιροὶ κατὰ τοὺς ὁποίους ἀνῆλθεν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ὁ Γρηγόριος ἦταν χαλεποί. Καλύπτοντας διὰ τῶν τριῶν πατριαρχιῶν του διάστημα χρόνου μίας εἰκοσιπενταετίας – μίας ἐποχῆς κρισιμότατης γιὰ τὴν ἐν γένει ζωὴν τοῦ ἔθνους, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μόλις ἕξι ἔτη ἔχει τὴν εὐθύνη διαποίμανσης, σηκώνει τὸ βαρὺ φόρτον τοῦ μόχθου καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πόνου, γιὰ ὅσα συμβαίνουν, προσπαθεῖ νὰ θέσει τὶς στέρεες βάσεις τῆς ἀναμόρφωσης καὶ τοῦ φρονηματισμοῦ. Ἡ διέλευσή του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο σημαίνει ἀναστήλωση τοῦ μεγάλου θεσμοῦ ποὺ κλονιζόταν, σημαίνει προβολὴ φωτεινοῦ παραδείγματος καὶ ἐξιλασμὸ γεγονότων κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγώνα, ἀλλὰ καὶ συνειδητοποίηση τῆς πίστης στὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ ἐσωτερικὴ ἐνίσχυση γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς μεγάλης ἀπόφασης [24].
Ἀξίζει νὰ παρακολουθήσουμε τὸν Γρηγόριον τὸν Ε΄ καὶ τὶς ἐπισημότερες πράξεις τὶς τριπλῆς πατριαρχίας του.
Μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἔστρεψε παντοῦ τὸ διορατικό του βλέμμα, γιὰ νὰ δεῖ τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας. Φρόντισε γιὰ τὴν εὐπρεπῆ στέγαση τοῦ Πατριαρχείου, τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε «σεσαθρωμένον», διότι εἶχε κτισθεῖ πρὸ ἑκατὸ περίπου ἐτῶν ἐπὶ Πατριάρχου Ἰερεμίου τὸ 1716 καὶ εἶχε καεῖ κατὰ τὴν πυρκαϊάν ποὺ ξέσπασε τὸ 1707 ἢ 1710. Θεωροῦσε ἀπαράδεκτη τὴ συνήθεια τῆς μίσθωσης ἰδιωτικῆς οἰκίας γιὰ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ ἔθνους. Ἔτσι οἰκοδόμησε ἐκ βάθρων πατριαρχικὴν στέγην ποὺ μαρτυρεῖται δι’ ἐπιγραφῆς μὲ τριπλῆ ἀκροστιχίδα καὶ μὲ τὰ χρήματα ποὺ συνήχθησαν ἀπὸ τοὺς χριστιανούς ὅσα δὲ ἐπερίσσευσαν, χρησίμευσαν σὲ ἄλλο κοινωφελὲς ἔργο[25]. Φρόντισε ἐπίσης γιὰ τὴ σύσταση Ἑλληνικοῦ Τυπογραφείου μέσα στὸ οἴκημα τοῦ Πατριαρχείου.
Ἐπειδὴ θὰ συναντοῦσε προσκόμματα ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἐξουσία ἀνέφερε σ’ αὐτὴν ὅτι στὸ Τυπογραφεῖο θὰ τυπώνονται τὰ βιβλία τῆς πίστεως, καὶ ὄχι σὲ διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης, ὅπου μπορεῖ νὰ νοθευτοῦν καὶ ἑπομένως νὰ συμβοῦν σκάνδαλα καὶ ταραχὲς στοὺς χριστιανοὺς ὑπηκόους τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους[26]. Ἔτσι εἶδε ἡ Βασιλεύουσα Τυπογραφεῖο διακόσια χρόνια μετά, ἀφότου τὸ πρῶτο καταστράφηκε. Σ’ αὐτὸ τυπώνονταν ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ ὅρισεν ὁ Πατριάρχης λογοκριτές. Κατασκευάσθηκε καὶ σφραγῖδα μὲ τὸ δικέφαλον καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἑκάστοτε Πατριάρχη καὶ ἐτίθετο ἐπὶ τῶν βιβλίων.
Στὴ συνέχεια ἔστρεψε τὴν προσοχή του στὸ ἐσωτερικόν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ χάραξε αὐστηρὴ ἠθικὴ γραμμή, προκειμένου νὰ συνεχίσει τὴν ἀπρόσκοπτη πορεία της, μὲ βάση τὴν μακράν της παράδοση[27]. Φρόντισε γιὰ τὴν ἀπαρέγκλιτη τήρηση καὶ φύλαξη τῶν ἱερῶν κανόνων. Κι ἔστειλε ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς ὑπὸ τὸν Οἰκουμενικὸν θρόνον Ἀρχιερεῖς, διατάσσοντας τὴν κανονικὴ διοίκηση τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀπηγόρευσε νὰ χειροτονοῦνται ἱερεῖς ποὺ δὲν θὰ εἶχαν τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν καὶ ἀξιότητα. Ἀπηγόρευσε στοὺς Κληρικοὺς νὰ ἀναμιγνύονται στὰ κοσμικὰ καθὼς ἐπίσης στοὺς κοσμικοὺς στὰ Ἐκκλησιαστικά. Μὲ ἐγκύκλιες διαταγὲς προέτρεψεν ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς νὰ τηροῦν τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ φρόντισε νὰ ὑπάρχει τάξη στὰ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία του μοναστήρια καὶ ἐξέδωκε σιγίλλια καὶ κατεγράφησαν κατὰ τὴν τάξη στὸν Κώδικα τῆς Ἐκκλησίας[28]. Ἐξαρχικὲς Ἐπιτροπὲς τοῦ Πατριαρχείου ὄφειλαν νὰ ἀναγνώσουν ἢ νὰ ἐπιδώσουν ἰδιοχείρως στὰ ἡγουμενοσυμβούλια τὰ πρωταρχικὰ γράμματα, ἐξηγώντας ὅτι ἀπέβλεπαν σὲ «μυστικοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς[29]».
Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν διασκέδασαν τὴν ἀρχικὴ ἀνησυχία τῶν μοναχῶν ποὺ θεωροῦσαν τὸ περιεχόμενο τῶν ἐγκυκλίων γραμμάτων «σκοτεινὸν καὶ ἀσαφὲς» καὶ στὴ συνέχεια ἐκφράσθηκαν μὲ ἱκανοποίηση γιὰ τὸν «θεῖον καὶ ἅγιον σκοπὸν τῆς τοιαύτης κοινωφελοῦς καταγραφῆς[30]» καὶ ὑπογράμμισαν ὅτι «ἦλθε καιρὸς νὰ ἀποσείσωσι τὰ βάρη τῶν δυστυχιῶν τὰ ἱερὰ μοναστήρια, καὶ νὰ ἀναλάβωσι τὴν προτέραν σταυροπηγιακὴν λαμπρότητα.[31]…».
Ἡ προσπάθεια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ γιὰ τὴν ἀνόρθωση τῶν οἰκονομικῶν δέχθηκε δριμύτατη ἐπίθεση ἀπὸ τὸ Σέργιο Μακραῖο, δάσκαλο τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ κρίσεις τοῦ Μακραίου θεωρήθηκαν ἄδικες καὶ προφανῶς μαρτυροῦν τὴν ἐμπάθειά του· προφανῶς ὀφείλονται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Μακραῖος ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς τοῦ περίφημου κινήματος τῶν κολλυβάδων, τὸ ὁποῖο βρῆκε τελικῶς τὴ λύση του ἀπὸ τὸν Γρηγόριο τὸν Ε΄[32].
Ἡ αὔξηση ὑπὸ τοῦ Πατριάρχη τῶν εἰσφορῶν τῶν Ἱ. Μονῶν πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον δὲν ὀφειλόταν σὲ λόγους «χρηματικοὺς», ἀλλὰ ἦταν «ἀπαραίτητος γιὰ τὴν ἐκπλήρωσιν ἐθνικῶν σκοπῶν, «… τῆς ἀνορθώσεως δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους[33]».
Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἐφρόντιζε μετὰ ζήλου νὰ ἀνεγείρονται ἢ νὰ ἀνακαινίζονται καὶ οἱ Ἐκκλησίες κατὰ τόπους, μὲ ἄδειαν τῆς ἐξουσίας, συνεργούντων καὶ τῶν ἰσχυρῶν ὁμογενῶν[34]. Ἐξέδωκε συνοδικοὺς τόμους. Μὲ τὶς ἐνέργειές του τονίσθηκε ἡ σημασία καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἱδρυμάτων. Καθιέρωσε τακτὲς ἡμέρες συνεδριάσεων, γιὰ τὶς ἐργασίες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθόρισε τὶς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν συνοδικῶν, κατήρτισε καταστατικὸν χάρτην, ἐρύθμισε τὰ τῶν μαντζήληδων, δηλαδὴ τῶν ἐμπεριστάτων ἀρχιερέων, ἀπηγόρευσε τὴν χειροτονία ἱερέων ἀπαίδευτων καὶ μὴ χρηστοηθῶν ἢ ἀνηλίκων, καθὼς καὶ χειροτονίαν ἀρχιερέων ἐκ τοῦ ἐγγάμου βίου, ἀποβλέποντας στὴν εὐταξία καὶ τὴν ἠθικοποίηση τῶν λειτουργῶν. Προσπάθησε νὰ εἰσαγάγει τὴν λιτότητα ποὺ τὸν χαρακτήριζε καὶ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου, γι’ αὐτὸ καὶ συνήντησε ζωηρὴ ἀντίδραση. Μὲ διάκριση προσπάθησε νὰ συγκρατεῖ τὶς παρεμβάσεις τῶν κρατούντων στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπιμένοντας στὴν τήρηση τῶν βερατίων. Ὅλες του οἱ ἐνέργειες μαρτυροῦν τὸ καθαρῶς πνευματικὸ καὶ ἠθικό του πρόγραμμα[35] .
Ἐπειδὴ συνέρρεαν πολλοὶ Ἀρχιερεῖς στὴν Κωνσταντινούπολη χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη, τοὺς ἀπέπεμπε νὰ ἐπιστρέψουν στὸ ἱερό τους ποίμνιο, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴ δυσαρέσκειά τους. Ἀπέθανε ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ὁ Γεώργιος Χαντζερής, Ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας καὶ συκοφαντήθηκε ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὡς «ἄνθρωπος βίαιος καὶ ἀνίκανος εἰς διατήρησιν τῆς τῶν λαῶν ὑποταγῆς», ὅπως ἔγραφε τὸ κατ’ αὐτὸν βεζυρικὸ Διάταγμα, καὶ ἐξορίσθηκε στὶς 17 Δεκεμβρίου 1798 στὸν Ἄθωνα ὕστερα ἀπὸ Πατριαρχία ἑνὸς ἔτους καὶ ἕξι μηνῶν[36] .
Δὲν θύμωσε γι’ αὐτὸ ὅμως ὁ ἀδάμαντας τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ διέπλεε τὰ κύματα τῆς θαλάσσης χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος, ἑπόμενος εὐχαρίστως ὅπου τὸν ὁδηγοῦσε ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ[37]. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐξέλεξε γιὰ κατοικία τὴν μονὴν τῶν Ἰβήρων καὶ κάποτε τὴν Λαύραν, ἀπολαμβάνοντας τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, κηρύσσοντας τὸν θεῖον λόγον συνεχῶς στὶς Ἐκκλησίες ἐξομαλύνοντας τὶς διαφορὲς ποὺ προέκυπταν στὰ μοναστήρια, ὄντας ὁ ἴδιος ὑπογραμμὸς τῆς μοναχικῆς ζωῆς[38]. Ἐπισκεπτόταν καὶ τὶς ἄλλες μονὲς καὶ τὶς δέκα Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ συμφιλοσοφοῦσε μὲ τοὺς ἄλλους πατέρες τὴν ἀνωτάτην φιλοσοφίαν καὶ συναγωνιζόταν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ συνεκκλησιαζόταν καὶ συναγρυπνοῦσε καὶ συναναμίγνυε τὰ γλυκερά τῆς κατανύξεως δάκρυα. Πρόσφερε καὶ λογία (εἰσφορὰ) γιὰ τοὺς πτωχότερους ὅλα τὰ χρήματα ὅσα περίσσευαν ἀπὸ τὴν πενιχρή του διατροφὴ ἀπὸ τὰ 500 γρόσια κατὰ μήνα ποὺ τοῦ ἔστελλε ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ κάποιοι εὐεργετηθέντες ἀπὸ αὐτὸν[39]. Ἕξι χρόνια παρέμεινεν ἐξόριστος ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ στὸν Ἄθωνα, οὐσιαστικὰ ἐπίδοξη μετάβαση νικηφόρου πνευματικοῦ Ἀγωνιστῆ[40].
Σημειώσεις:
[24] Βλ. Τάσο Γριτσόπουλο, ὅ.π., σ. 738. [25] ὅ.π., καὶ Ἀνώνυμος, ὅ.π., σ. 18. [26] Βλ. ὅ.π., ὅπου ὑποσ. Α΄ Ἱστορ. Κούμα, τ. 12, σ. 508. [27] Τ. Γριτσόπουλος, ὅ.π., σ. 19. [28] Ἀνώνυμος, ὅ.π., σ. 19. [29] Βλ. Μαρία – Ἐλευθερία Γ. Γιατράκου, Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Δημητρίου Καρακαλᾶ ἢ Ξηροκαστελλίου, Ἀθήνα 1999, σ. 86, ὅπου ὑποσ. 73. [30] Βλ. ὅ.π., ὅπου ὑποσ. 75. [31] Supplement Grec, ἀριθ. 97/22 Δεκ. 1797, Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων. [32] Βλ. Μαρία – Ἐλευθερία Γ. Γιατράκου, ὅ.π., σ. 87, ὅπου ὑποσημείωση 79. [33] Βλ. ὅ.π., ὅπου ὑποσημ. 81. [34] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 20. [35] Βλ. Τάσο Γριτσόπουλο, ὅ.π., σ. 740. [36] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 23. [37]Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 23 καὶ Βασίλη Σφυρόερα, Γρηγόριος Ε΄, Ἐκπαιδετικὴ Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, ὅ.π., σ. 213. [38] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 24. [39] ὅ.π., σ. 24. [40] ὅ.π., σ. 25.




