Ἡ ἄθεος ἐπιδημία τῆς εὐθανασίας – Μέρος Ζ΄

Share:

Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,

τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.

ΜΕΡΟΣ Ζ΄

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Ὅτι ἡ «ὑποβοηθούμενη αὐτοκτονία», σύμφωνα μὲ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία, εἶναι ἀποδοκιμαστέα στάση ζωῆς καθοδηγούμενη ὑπὸ τοῦ διαβόλου, προκύπτει ἐναργῶς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέκρουσε κατηγορηματικὰ τὸν πειρασμὸ τῆς αὐτοκτονίας, στὸν ὁποῖο ἐπεχείρησε ὁ διάβολος νὰ Τὸν ἐμβάλει στὴν ἔρημο, ἐκλαμβάνοντάς Τον ὡς κοινὸν ἄνθρωπο («πάλιν γέγραπται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου»).

Μία δεύτερη σύνδεση τῆς αὐτοκτονίας μὲ τὴν ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ Σατανᾶς μπορεῖ νὰ γίνει ἐξ ἀφορμῆς τῆς αὐτοκτονίας τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος «ρίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθών ἀπήγξατο» [1]. Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο  διαβάζουμε: «δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῶ […]» [2].

Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κήρυξε ὅτι «ἡ ζωὴ ἀνήκει μόνον εἰς τὸν δοτῆρα της»: «τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς Θεοῦ καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν» [3]· συνεπῶς, ὅποιος τερματίζει πρώιμα τὴν ζωή του, ἐγκληματεῖ ἐνάντια στὴν φύση ἢ τὸν Θεὸ [4]. Κατ’ ἐπέκτασιν, ἡ φράση «γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου» ἀπὸ τὴν Κυριακάτικη προσευχὴ τοῦ «Πάτερ ἡμῶν» εἶναι ἐκείνη ποὺ ἐπιτάσσει τὴν ἀποδοκιμασία τῆς αὐτοκτονίας [5]. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος στὸ ἔργο του De civitate dei (413-426) ἀντιμετώπιζε ἀπαξιωτικά τὴν αὐτοκτονία ὅσο καὶ τὴν ἀνθρωποκτονία, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ πρώτη εἶναι ἔγκλημα ποὺ ὀφείλεται στὸν «διαβολικὸ φόβο» (furor diabolicus) [6]. Κατηγορηματικὰ καταδικαστικὸς γιὰ τὴν πράξη τῆς αὐτοκτονίας ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης [7].

Ὡς ἐκ τούτου, κάθε αὐτοκτονία εἴτε ἐν ἀποπείρᾳ εἴτε τετελεσμένη, εἶναι ἑρμηνευτέα ὡς πειρασμικὸ ἔργο τοῦ διαβόλου, ποὺ δρᾶ ὕπουλα καὶ παρασκηνιακά. Δεδομένου δὲ ὅτι ὁ διάβολος, ἐκτὸς ἀπὸ πρώτιστος «ἀόρατος ἐχθρός» τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καὶ ὁ πατέρας τοῦ ἀνάποδου κόσμου, ἐξηγεῖται γιατί ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν ἀθέων ὑπὲρ τῆς εὐθανασίας βρίθει ἀνάποδων συλλογισμῶν!

ΡΟΝΑΛΝΤ ΝΤΟΥΟΡΚΙΝ

Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Ἀμερικανοῦ φιλοσόφου Ρόναλντ Ντουόρκιν (Ronald Dworkin) [8], ὁ ὁποῖος ἑστιάζει τὴν προσοχή του στὸ ἐπιχείρημα τῆς «ἐγγενοῦς ἀξίας», ἄλλως τῆς «ἱερότητας» τῆς ζωῆς, βάσει τοῦ ὁποίου εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦν ὅτι «ἡ εὐθανασία εἶναι ἀνεπίτρεπτη σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις». Εἰδικότερα, «θεωροῦν ὅτι κάθε πρόσωπο πρέπει νὰ ὑπομένει τὸν πόνο, ἤ, ἂν βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀσυναισθησίας, νὰ τυγχάνει φροντίδας μέχρι τὸ φυσικὸ τέλος τῆς ζωῆς του –ἀποκλείοντας τὸν τερματισμό της μὲ ἀνθρώπινη ἀπόφαση– διότι, κατ’ αὐτούς, ὁ ἐκ προθέσεως τερματισμὸς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἀντίκειται στὴν ἔμφυτη, συμπαντικὴ ἀξία της. Ὅσοι διατείνονται ὅτι ἡ αὐτοκτονία καὶ ἡ εὐθανασία ἀντιβαίνουν στὴ βούληση τοῦ Θεοῦ συμμερίζονται τὴν ἴδια ἄποψη. Ὁ John Locke –ὁ Βρετανὸς φιλόσοφος τοῦ 17ου αἰώνα ποὺ ἄσκησε μεγάλη ἐπιρροὴ στοὺς συντάκτες τοῦ ἀμερικανικοῦ Συντάγματος– ἐναντιώθηκε στὴν αὐτοκτονία ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς τέτοιου λόγου: ὑποστήριξε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν ἀποτελεῖ ἰδιοκτησία τοῦ προσώπου ποὺ τὴ διάγει, τὸ ὁποῖο ἁπλῶς εἶναι ὁ κάτοχός της, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ μὲ τὴν αὐτοκτονία διαπράττεται ἕνα εἶδος ὑπεξαιρέσεως ἢ σφετερισμοῦ. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δύναται νὰ ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς ἰδιοκτησίας, στὴν ὁποία ἐκφράζεται ὁ Locke: ἡ εὐθανασία, ὅπως καὶ οἱ ἀμβλώσεις, δύναται νὰ νοηθεῖ ὡς προσβολὴ τοῦ Θείου δώρου τῆς ζωῆς» [9].

Τὸ ζοφερὸ συμπέρασμα ποὺ ἐξάγεται ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν προεκτεθέντων θὰ μποροῦσε νὰ συν­οψισθεῖ στὴν ἑξῆς διαπίστωση: Πείθοντάς μας νὰ ἐπιλέξουμε τὴν ἄθεη ἤ, ἀκόμη χειρότερα, τὴν ἀντίθεη λύση τῆς εὐθανασίας, οἱ προπαγανδιστὲς τοῦ πρόωρου τερματισμοῦ τῆς ζωῆς προσπαθοῦν νὰ μᾶς στερήσουν τὴν ἀθανασία ποὺ μποροῦμε νὰ γευτοῦμε στὴν αἰώνια ζωή! Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ θυσιαστικὸ του παράδειγμα ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, μᾶς ἄνοιξε καὶ μᾶς ἔδειξε τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀ-θανασία. Ὁ διάβολος, ἀντιθέτως, διδάσκει, ὅπως πάντοτε, τὰ ἀνάποδα, ἐν προκειμένῳ: τὴν εὖ-θανασία!

Ἀντιστοίχως, ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς Ἀστικοῦ Δικαίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Μαριάνος Καράσης, στὶς ἀναπτύξεις του γιὰ τὴν εὐθανασία ὡς πρόβλημα βιοηθικῆς κάνει λόγο γιὰ «τραγικὴ σύσπαση τῆς ψυχῆς τοῦ [νιτσεϊκοῦ] Ὑπερανθρώπου, ὁ ὁποῖος, θέλοντας νὰ φανεῖ Ἀντίχριστος, ἀνήγαγε τὴν περιφρόνηση τοῦ πόνου καὶ τῆς συμπόνιας σὲ κέντρο τῆς φιλοσοφίας του καὶ δίδαξε ὅτι ὁ «ἄρρωστος ἄνθρωπος εἶναι παράσιτο τῆς κοινωνίας», ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ λόγου πρέπει νὰ θανατώνεται [10].

ΜΑΡΙΑΝΟΣ ΚΑΡΑΣΗΣ

Ὁ Καράσης κονιορτοποιεῖ τὸν Νίτσε, ἐπιχειρηματολογώντας ὡς ἑξῆς: [11] «Ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρ, δὲν θέλει νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὸν πόνο (ὅπως οἱ Στωικοί, μέσῳ τῆς ἀδιαφορίας· ἢ ὅπως ὁ Βούδδας, μέσῳ τῆς νιρβάνα· ἢ ὅπως ἡ ἰατρική, μέσῳ τῆς θεραπείας) ἀλλὰ θέλει νὰ μᾶς σώσει μέσῳ τοῦ πόνου. Ὁ πόνος στὴν ἀνθρώπινη ζωή, ὅπως καὶ κάθε δοκιμασία, εἶναι “συνεργὸς πρὸς σωτηρίαν” καὶ ἐνίοτε (κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ) “κρείττων τῆς ὑγείας”. “Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατὸς εἰμι”. Τὸ πάσχειν καὶ ὁ πόνος δὲν εἶναι μορφὲς ἀνθρώπινης ἀτέλειας, ἀλλὰ σωτήρια δύναμη, ποὺ διανοίγει τὰ ὅρια τῆς ὑπάρξεως, σπάζει τὸ φράγμα τῆς ἀτομικότητας καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἀγάπη».

Στὴν πραγματικότητα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅ,τι προπαγανδίζουν σταθερὰ ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια οἱ Νεοταξίτες, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ στρώσουν χαλὶ στὸ χάλι τοῦ ἑωσφορικοῦ μετανθρωπισμοῦ, ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐχθρὸς, ἀλλὰ φίλος τοῦ ἀνθρώπου, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἀναδεικνύεται καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Καράση: [12] «Ὡς μεταφυσικὸ γεγονὸς ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἁπλὸ τέρμα, ἀλλὰ ὁ κρίκος ποὺ συνδέει τὸν χρόνο μὲ τὴν αἰωνιότητα, τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Μὲ τὸν θάνατο ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείπει τὸ σῶμα ὡς ὀχυρό τῆς ἀτομικότητας (ἀποβάλλει τοὺς “δερμάτινους χιτῶνες”, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς “ἐνέδυσε” τοὺς πρωτοπλάστους καὶ οἱ ὁποῖοι συμβολίζουν τὴν βιολογική του ὑπόσταση) καὶ γίνεται πρόσωπο (ὑπόσταση ζωῆς, ὄχι πιὰ βιολογικῆς καὶ ἐφήμερης, ἀλλὰ ἄφθαρτης καὶ ἀθάνατης), δηλαδὴ περνᾶ στὸ στάδιο τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, στὴν Ἀνάσταση. Μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος δὲν ὀνομάζεται πλέον θάνατος ἀλλὰ “κοίμηση”. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: “οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ”. Καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης: “Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς τοῦ Σωτῆρος ὁ θάνατος· Χριστὸς γὰρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο”. Θάνατος δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Sartre, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Kierkegaard: “Πεθαίνω, ἄρα ὑπάρχω” [morior ergo sum], ποὺ σημαίνει ὅτι πεθαίνοντας ὁ ἄνθρωπος βεβαιώνεται γιὰ τὴν ὕπαρξή του».

ΜΕΤΑΛΛΑΞΙΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΕΙΣ ΔΗΜΙΟΝ

Ἡ ἀνάποδη διαβολικὴ σκέψη ὑποκρύπτεται καὶ στὴν μετάλλαξη τοῦ ἰατροῦ ἀπὸ σωτήρα σὲ δήμιο. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ καθηγητῆ πνευμονολογίας Παναγιώτη Μπεχράκη ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς εὐθανασίας στὸ 24ο Πανελλήνιο Νοσηλευτικὸ Συνέδριο ποὺ διεξήχθη στὴν Ἀθήνα μεταξὺ 20 καὶ 22 Μαΐου 1997. Τὰ λόγια του ἀναπαράγει ὁ εἰσαγγελεὺς Παναγιώτης Καίσαρης στὸ βιβλίο του «Περὶ τῆς Εὐθανασίας (Ἔρευνα ἀπὸ νομική, ἰατρική, κοινωνική, δημοσιογραφικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἄποψη)»: [13]

«Σκεφθεῖτε τί τεράστια ἀναστάτωση θὰ προκύψει στὴν ἠθικὴ διασύνδεση μεταξὺ γιατροῦ-ἀρρώστου καὶ νοσηλευτῆ-ἀρρώστου, ἐὰν στὰ μάτια τοῦ γιατροῦ ἢ στὰ μάτια τοῦ νοσηλευτῆ ὁ ἄρρωστος δὲν βλέπει τὴν πιθανότητα νὰ τὸν βοηθήσουν, ἀλλὰ φαντάζεται τὸν πιθανὸ ἐκτελεστή, δυνητικὸ δήμιο… Πιστεύω ὅτι στὸν χῶρο τὸν ἑλληνικό, τέτοιες ἀρχὲς δὲν θὰ μπορέσουν ποτὲ νὰ εὐδοκιμήσουν καὶ ἂν ποτὲ ψηφισθεῖ (ὁ νόμος περὶ εὐθανασίας), θὰ εἴμαστε πρῶτοι ἐμεῖς ποὺ θὰ ἀρνηθοῦμε νὰ τὸν ἐκτελέσουμε». Συναφῶς, ὁ Καράσης ἀντιτείνει ὅτι «ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη εἶναι ἐπιστήμη τῆς ζωῆς καὶ ὄχι ἐπιστήμη τοῦ θανάτου» [14].

Κι ὅμως, ὁ πλανεμένος Νίτσε, κατ’ ἐξοχὴν θιασώτης τοῦ ἀνάποδου κόσμου σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν εὐθανασία καὶ τὴν στάση τῶν ἰατρῶν, ἔγραφε στὸ λυκόφως τῶν εἰδώλων: [15] «Ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος […] [σ]έ μία ὁρισμένη κατάσταση εἶναι ἀνάρμοστο νὰ ζεῖ πιὰ περισσότερο. Τὸ νὰ συνεχίζει νὰ φυτοζωεῖ μέσα σὲ μία δειλὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τοὺς γιατροὺς καὶ τὰ τεχνάσματα, ἐνῶ ἔχει χαθεῖ τὸ νόημα τῆς ζωῆς, τὸ δικαίωμα γιὰ ζωὴ – αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ προκαλεῖ βαθιὰ περιφρόνηση στὴν κοινωνία. Οἱ γιατροί, μὲ τὴ σειρά τους, πρέπει νὰ γίνουν μεσίτες τούτης τῆς περιφρόνησης – νὰ μὴ δίνουν πιὰ συνταγὲς, ἀλλὰ κάθε μέρα μία δόση ναυτίας στοὺς ἀσθενεῖς τους. Πρέπει νὰ δημιουργηθεῖ μία καινούργια εὐθύνη, αὐτὴ τοῦ γιατροῦ, γιὰ ὅλες τὶς περιπτώσεις ὅπου τὸ ὑψηλότερο συμφέρον τῆς ζωῆς, τῆς ἀνερχόμενης ζωῆς, ἀπαιτεῖ τὴν ἀδίστακτη καταστολὴ καὶ τὸν παραμερισμὸ τῆς ἐκφυλισμένης ζωῆς – παραδείγματος χάρη, γιὰ τὸ δικαίωμα τῆς τεκνοποιίας, γιὰ τὸ δικαίωμα τῆς γέννησης, γιὰ τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς».

(Συνεχίζεται…)

Σημειώσεις:

[1] Κατὰ Ματθ. 27, 5. [2] Κεφ. 13, στίχ. 2. [3] Κορ. Α΄, 3. Βλ. καὶ Ἠλιάδη, Εὐθανασία καὶ συμμετοχὴ εἰς αὐτοκτονίαν, Πειραιεὺς 1957, σελ. 17, ὁ ὁποῖος εὔστοχα ἐπισημαίνει ὅτι «ὁ πόνος ἴσως εἶναι προνόμιον καὶ ὄχι ἀτύχημα, ὡς συνήθως θεωρεῖται». [4] Unger, Der Selbstmord in der Beurteilung des geltenden Deutschen Burgerlichen Rechts, Berlin 1913, σελ. 22. [5] Βλ. π.χ. Graf, «Soll mein oder dein Wille geschehen?». Gedanken zur Beihilfe zum Suizid aus der Sicht der Katholischen Kirche. εἰς: Rehmann-Sutter / Bondolfi / Fischer / Leuthold (ἐπιμ. ἔκδ.), Beihilfe zum Suizid in der Schweiz. Beitrage aus Ethik, Recht und Medizin, 2006, σελ. 217 ἐπ., 228. [6] Bronisch, Der Suizid. Ursachen, Warnsignale, Pravention, 5η ἔκδ., 2007, σελ. 10. [7] Bronisch, αὐτόθι. [8] Ἡ Ἐπικράτεια τῆς Ζωῆς. Ἀμβλώσεις, εὐθανασία & ἀτομικὴ ἐλευθερία, μτφ.: Φ. Βασιλογιάννης, ἔκδ. Ἀρσενίδη, Ἀθήνα 2013, σελ. 281. [9] Πρβλ. καὶ Μαρία Γαλανοῦ, Εὐθανασία καὶ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἐκκλησία, εἰς: Ν. Κουράκη/ Κ. Δ. Σπινέλλη, Εὐθανασία: Ἕνα ἀκανθῶδες ζήτημα. Πορίσματα καὶ Πρακτικὰ Ἡμερίδας (31.1.2007), ἔκδ. Ἄντ. Ν. Σάκκουλα, Ἀθήνα-Κομοτηνὴ 2008, σελ. 247 ἑπ. [10] Καράσης, Αἰσθήσεις καὶ ψευδαισθήσεις τῆς προόδου, Μελέτες καὶ δοκίμια, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2010, σελ. 165 ἑπ., 186.  [11] Καράσης, ὅ.π., σελ. 214. [12] Καράσης, ὅ.π., σελ. 211 ἑπ. [13] Ἀχαϊκὲς ἐκδόσεις, Πάτρα 1999, σελ. 72. [14] Καράσης, ὅ.π., σελ. 189. [15] Νίτσε, Τὸ λυκόφως τῶν εἰδώλων, μτφ.: Ζ. Σαρίκας, ἔκδ. Πανοπτικόν, Ἀθήνα 2010, σελ. 78/79. Βλ. καὶ Καράση, ὅ.π., σελ. 186, ὑποσ. 42.

Ἡ ἄθεος ἐπιδημία τῆς εὐθανασίας – Μέρος ΣΤ΄

Previous Article

Μεγάλη κοροϊδία τὸ νέον Εἰδικὸν Χωροταξικὸν τῶν «Α»ΠΕ

Next Article

Νετανιάχου τέλος… ὄχι ὅμως καὶ ὁ σιωνισμὸς