Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 4ον

Share:

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (1746-1821)

Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.

4ον

  Ὅταν συμπληρώθηκε ἡ ἑξαετία ἐξορίας τοῦ Γρηγορίου Ε΄ στὸν Ἄθωνα, παραιτεῖται ὁ τότε Πατριάρχης Καλλίνικος καὶ ἀνακαλεῖται ἀπὸ τὸν Ἄθωνα ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄. Τὸν συμπροπέμπουν μὲ δάκρυα οἱ πρώην συμμοναστὲς καὶ ἀσκητὲς καὶ τὸν ὑποδέχεται ἡ Βασιλεύουσα καὶ εἰσέρχεται πάλι στὸ στίβο τῶν πατριαρχικῶν ἀγώνων θερμότερος ἀπὸ πρίν. Παρακαλεῖ τοὺς συναθλητὲς του Ἀρχιερεῖς νὰ συνέρχονται πρόθυμα στὶς καθιερωμένες ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου συνάξεις. Κι ἂν κάποιος ἰσχυρὸς κατὰ καιροὺς τὸν παρακαλοῦσε νὰ προβεῖ σὲ ἄδικη πράξη, ἔδειχνε μειδιώντας ἀντὶ ἄλλης ἀπάντησης τὸ κλειδὶ τοῦ κελλίου του στὸν Ἄθωνα, κατὰ τὴν ἐκεῖ διατριβή του, δηλώνοντας χαριέντως, ὅτι εἶναι πάλιν ἕτοιμος πρὸς ἐξορίαν, προτιμώντας αὐτὴν παρὰ τὴν παράβαση τῶν ἱερῶν κανόνων[41].

  Συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴ νεοσύστατη μεγάλη καὶ κοινωφελῆ τοῦ Γένους Σχολὴ Ξηροκρήνη (Κουροὺτ – Τζεσμὲ) εὐλογῶν καὶ ἐνισχύων τοὺς ἐκεῖ διδασκάλους καὶ μαθητές. Φρόντισε νὰ ἱδρυθοῦν νέα σχολεῖα, νὰ βελτιωθοῦν τὰ ὑπάρχοντα. Ἔστελλε ἐγκυκλίους σὲ Ἀρχιερεῖς καὶ καθηγουμένους τῶν Μονῶν ἐφιστώντας τὴν προσοχήν τους στὴν τήρηση τῶν ἱερῶν κανόνων. Ἔλαβε μέτρα καὶ γιὰ τὸ τράχωμα, τὴν προῖκα θὰ λέγαμε, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ νύμφη ἀγοράζει τὸν γαμπρόν. Ἰδιαιτέρως φρόντισε καὶ πάλι γιὰ τὴν Τυπογραφία τῶν Πατριαρχείων [42]. Ἔλαβε μέτρα κατὰ τῶν σχισματικῶν Ἰγνὰτ Κοζάκων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν περὶ τὸν Δούναβη καὶ ζήτησαν νὰ χειροτονηθοῦν διάκονοι καὶ ἱερεῖς «Ὑπάγετε, λοιπόν», τοὺς εἶπε ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ «ὡς πρόβατα πλανώμενα ἔξω τῆς μίας καὶ μόνης ποίμνης τοῦ Χριστοῦ[43]».

Ὅταν τὸ 1807 ὁ ἀγγλικὸς στόλος ἀπειλοῦσε νὰ κατατεφρώσει τὴν Βασιλεύουσα, ἐὰν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνηση δὲν διερρήγνυε τὴν συμμαχίαν μὲ τοὺς Γάλλους ἡ τουρκικὴ ἐξουσία διέταξε τοὺς ὑπηκόους νὰ κτίσουν προμαχῶνα γύρω ἀπὸ τὸ παλάτι. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὡς θρησκευτικὸς Ἐθνάρχης τῶν ὑποκειμένων στὸ Σουλτᾶνο Χριστιανῶν εἰδοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Σουλτᾶνον διὰ τοῦ τότε Διερμηνέως Ἀλεξάνδρου Χατζερῆ νὰ φροντίσει γιὰ τὴν συμμετοχὴ σὲ πάνδημη ἐργασία. Τρεῖς χιλιάδες Γραικοὶ πρόσφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ μακάριος γέρων Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ μετέφερεν ὡς ἁπλὸς ἐργάτης μέσα σὲ πήραν – σακκὶ χῶμα στοὺς παράλιους ἐκείνους προμαχῶνες, γιὰ νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ καὶ προκαλέσει τὴν ἐχθρότητα τοῦ Σουλτάνου κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Σουλτᾶνος ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ παλατιοῦ ἐπισκοπώντας τοὺς ἐργαζομένους εὐχαριστήθηκε, ὅταν εἶδε ἐργαζόμενον καὶ τὸν γέροντα Πατριάρχη. Ἐξέφρασε ποικιλοτρόπως τὴν εὔνοιά του καὶ τοῦ προσέφερεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιδαψιλεύσεων πολύτιμον ἐρυθρὸν ἐπενδύτην διφθερωτὸν (σαμουρόγουνα) καὶ ἔφιππον ἀπέστειλεν ἐντίμως στὰ Πατριαρχεῖα[44] .

Ὅταν μετὰ ἀπὸ στάση στὴν Κωνσταντινούπολη κατεβιβάσθη ἀπὸ τὸν θρόνον ὁ Σουλτᾶνος Σελίμης καὶ ἀνεβιβάσθη ὁ υἱὸς τοῦ Σουλτάνου Χαμίτη, Μουσταφᾶς τὸ 1808, ἐπεθύμησεν ὁ Καλλίνικος ὁ Ε΄ πρώην πατριαρχεύσας ὄχι τοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ τὴν ὑψηλὴν πατριαρχίαν καὶ ἀνεβαίνει στὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο χωρὶς ἐκλογὴ κανονική, χωρὶς ψήφους, χωρὶς νὰ ἐνημερώσει τὴν Σύνοδο, ἀλλὰ μὲ διαταγὴ τοῦ Βαϊρακτάρη καὶ καταβιβάζεται ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἀπὸ τὸν θρόνο μὲ βεζυρικὸ διάταγμα, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ πατριάρχευσε γιὰ δεύτερη φορὰ ἐπὶ δύο ὁλόκληρα χρόνια. Ἀφοῦ παραιτήθηκε μετὰ χαρᾶς, μετέβη στὴ νῆσο Πρίγκηπο μὲ ἄδεια τῆς ἐξουσίας καὶ ἔμεινε γιὰ λίγους μῆνες στὸ μονύδριο τοῦ Χριστοῦ[45] , «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος» καὶ προσδεχόταν μόνον τοὺς πένητες παραμυθώντας τους πενιχρῶς μὲ τὰ ὀλίγα χρήματα ποὺ εἶχε. Κι ὅταν προσῆλθαν νὰ τὸν συναντήσουν δύο πάμπτωχες χῆρες ποὺ εἶχαν κόρες νὰ ὑπανδρεύσουν, ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κιβώτιον τὴν σουλτανικὴν δωρεάν, τὴν σαμουρόγουνα καὶ ἀφοῦ τὴ χώρισε στὰ δύο ἔδωσε ἀπὸ μισὴ στὴν κάθε χήρα, προκειμένου νὰ τὴν πωλήσουν καὶ νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ χρήματα γιὰ προικισμὸ τῶν θυγατέρων τους. Τὸ 1809 ἐξορίζεται καὶ πάλιν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὑπὸ τῆς ἐξουσίας στὸν Ἄθωνα. Ὅταν ἔλαβε τὴν διαταγὴν ἀνέκραξεν: «Ἐπίστρεψον ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου[46]».

Καὶ ἐπανῆλθεν ὁ Γρηγόριος στὴ μονὴ τῶν Ἰβήρων ἔχοντας πρόχειρο καὶ τὸ κλειδὶ τοῦ κελλίου του ποὺ ἔδειχνε τυπικά, χαριεντιζόμενος κατὰ τὴν β’ πατριαρχία του. Ἔμεινε, τὴν φορὰν αὐτήν  δέκα ὁλόκληρα χρόνια στὸ ἁγιώνυμον ὄρος διδάσκοντας συχνὰ τὸν θεῖο λόγο πρὸς τοὺς συναγωνιζόμενους συμμοναστὲς του Ἁγιορεῖτες, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν σέβονταν.

Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1818 (13 Δεκεμβρίου) παραιτεῖται ὁ Πατριάρχης Κύριλλος καὶ προσκαλεῖται στὴν τρίτη καὶ τελευταία πατριαρχία του ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄, ἡ ὁποία θὰ λήξει μὲ τὸν ἀπαγχονισμό του στὶς 10 Ἀπριλίου 1821[47]. Ὁ Γρηγόριος Ε΄ φροντίζει καὶ πάλιν ὅπως καὶ κατὰ τὶς προηγούμενες πατριαρχίες του ἀποσκοπώντας στὴν κοινὴ ὠφέλεια. Φροντίζει γιὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν παιδείαν, προτρέποντας ὅλους νὰ φροντίζουν γιὰ τὴν σπουδὴν τῆς ἑλληνικῆς, διότι πληροφορήθηκε ὅτι οἱ μαθητὲς στὰ σχολεῖα ἀρέσκονταν στὶς καινοφανεῖς διδασκαλίες τῆς νεότερης φιλοσοφίας καὶ ἀμελοῦσαν τὴν ἐκμάθηση τῆς θείας γλώσσας τῶν Ἑλλήνων[48]. Στὴ συνέχεια τὸ γρήγορον ὄμμα τῆς πατρικῆς ποιμαντορίας στρέφεται πρὸς φιλάνθρωπον σκοπόν. Εἰς τὴν Βασιλεύουσαν εἶχε αὐξηθεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν πτωχῶν καὶ ὀρφανῶν καὶ ξένων ποὺ ζητοῦσαν πόρον ζωῆς. Μὲ συναντιλήπτορες τὸν τότε Μέγα Διερμηνέα Ἰωάννην τὸν Καλλιμάχην καὶ ἄλλους ἐπισήμους συνιστᾶ τὸ Κιβώτιον τοῦ Ἐλέους[49], γιὰ τὴν σύσταση τοῦ ὁποίου κατέβαλαν ἱκανὰ κεφάλαια καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Μεγιστάνες, οἱ μεγαλέμποροι ὁμογενεῖς καὶ οἱ δύο ἡγεμονίες τῆς Μολδαυίας καὶ Βλαχίας. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ παρεκλήθησαν καὶ οἱ Χριστιανοὶ νὰ συμβάλουν καθὼς ἐπίσης τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων. Καὶ οἱ νεοχειροτόνητοι Ἀρχιερεῖς κάθε ἕνας προσφέρει στὸ γαζοφυλάκιον τῆς ἐλεημοσύνης. Διορίσθησαν καὶ ἐπίτροποι γιὰ τὴν σύναξη τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κιβωτίου καὶ διανέμονται τὰ ἐλέη ἄλλοτε περιστασιακά, ὁπωσδήποτε ὅμως δύο φορὲς τὸ χρόνο, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα[50].

Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1820 φήμη διέτρεχε, προαναγγέλουσα πόλεμον ἐκ τοῦ βορρᾶ καὶ κάποιοι οἰκεῖοι τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ἐπεσήμαναν τὸν κίνδυνον. Συγκινητικὴ ἡ ἀπάντησή του: «Καὶ ἄλλοτε, οὐ πρὸ πολλοῦ χρόνου, πόλεμοι ἦσαν καὶ ὁ Πατριάρχης δὲν ἐκινδύνευσε. Εἰ δὲ τι συμβαίνει εἰς ἐμέ, γενηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου». Καὶ πρόσ­θεσε: «Ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὤν ποιμήν, φεύγει! Ὁ δὲ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοὶ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων[51]» .

Στὶς 10 Φεβρουαρίου 1821 ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης εἰσῆλθε στὴ Μολδαυία καὶ φονεύονται οἱ Τοῦρκοι ἔμποροι ποὺ βρίσκονται στὸ Γαλάτσι. Ἡ εἴδηση ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες καὶ περισσότεροι ἀπὸ δύο χιλιάδες Ὀθωμανοὶ ζητοῦν ἐκδίκηση κατὰ τῶν Χριστιανῶν γιὰ τὸ αἷμα τῶν συγγενῶν τους. Ὁ Βεζύρης ὑποσχέθηκε νὰ τὸ κάνει.

Σημειώσεις:

[41] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 25. [42] Βλ. ὅ.π., σ. 26-27. [43] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 28. [44] ὅ.π., σ. 29. [45] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 30. [46] ὅ.π., σ. 31. [47] Βλ. Βασίλη Σφυρόερα, ὅ.π. [48] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 32. [49] Βλ. ὅ.π., ὅπου «Λόγιος Ἑρμῆς», 1820, σελ. 451. [50] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 33. [51] ὅ.π.

Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 3ον

Previous Article

Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 5ον

Next Article

Άγ. Μάρκος Ευγενικός: το όχι στη σύνοδο της Φλωρεντίας