Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου, θεολόγου
Ἡ σχέση ἀνάμεσα στὴ δυτικὴ σχολαστικὴ θεολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη (θωμισμὸς) καὶ στὴν ὀρθόδοξη παλαμικὴ παράδοση τοῦ 14ου αἰώνα παραμένει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σύνθετα καὶ ἀμφιλεγόμενα ζητήματα τῆς χριστιανικῆς θεολογίας. Παρὰ τὶς σύγχρονες προσπάθειες θεολογικοῦ διαλόγου καὶ οἰκουμενικῆς σύγκλισης, ὑπάρχει μία ἰσχυρὴ γραμμὴ σκέψης, ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ δύο προσεγγίσεις δὲν ἀποτελοῦν διαφορετικὲς ἐκφράσεις τῆς ἴδιας πίστης, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ οἰκουμενισμός, ἀλλὰ δύο διαφορετικὰ καὶ τελικὰ ἀσύμβατα θεολογικὰ συστήματα.
Ἡ βασικὴ διαφωνία δὲν ἐντοπίζεται σὲ δευτερεύοντα δογματικὰ ζητήματα, ἀλλὰ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάθε παράδοση κατανοεῖ τὸν ἴδιο τὸν Θεό: τὴ θεία ἁπλότητα, τὴ σχέση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, τὴ δυνατότητα μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ καὶ τὴ φύση τῆς θείας ἀποκάλυψης στὴν ἱστορία.
Ἡ ἀρχὴ τοῦ θωμισμοῦ: ἡ ἀπόλυτος θεία ἁπλότης
Στὸ σύστημα τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ὁ Θεὸς εἶναι ἀπολύτως ἁπλός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμία πραγματικὴ διάκριση μέσα Του: οὔτε μεταξὺ οὐσίας καὶ ἰδιοτήτων, οὔτε μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, οὔτε μεταξὺ τῶν θείων ἐνεργειῶν μεταξύ τους. Ἀκόμη, δὲν ὑπάρχει οὔτε διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ὑπόστασης στὸ Θεό, καθότι τὰ θεῖα πρόσωπα διαφέρουν μεταξύ τους, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὴ θεία οὐσία.
Ἰδιότητες, ὅπως ἡ δικαιοσύνη, τὸ ἔλεος, ἡ πρόγνωση, ἡ βούληση καὶ ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια δὲν ἀποτελοῦν διακριτὲς πραγματικότητες στὸν Θεό. Εἶναι διαφορετικοὶ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ὁ ἀνθρώπινος νοῦς προσεγγίζει μία καὶ ἑνιαία θεία πραγματικότητα, τὴ μία θεία οὐσία. Οἱ διακρίσεις αὐτὲς εἶναι, συνεπῶς, λογικὲς καὶ ἐννοιολογικές, ὄχι πραγματικές, ἤτοι ἔξω ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ.
Ἡ συνέπεια αὐτῆς τῆς θέσης εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς νοεῖται ὡς ἀπόλυτη ἁπλότητα, χωρὶς ἐσωτερικὴ διαφοροποίηση. Κάθε μορφὴ “πολλαπλότητας” μέσα στὸν Θεὸ ἀπορρίπτεται ὡς ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν τελειότητά Του. Ἔτσι, ἡ θεία οὐσία καὶ τὸ θεῖο εἶναι ἢ ὕπαρξη ταυτίζονται πλήρως.
Αὐτὴ ἡ θεώρηση ἔχει βαθιὲς φιλοσοφικὲς ρίζες στὸν Αὐγουστῖνο καὶ στὴν ἀριστοτελικὴ μεταφυσική, ὅπου ἡ ἀπόλυτη ἑνότητα θεωρεῖται ἔνδειξη τελειότητας. Ὡστόσο, γιὰ τοὺς ἐπικριτές της, αὐτὴ ἡ προσέγγιση δημιουργεῖ σοβαρὰ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὸ πῶς ὁ Θεὸς σχετίζεται πραγματικὰ καὶ διαφοροποιημένα μὲ τὸν κόσμο.
Ἡ παλαμικὴ θεολογία: οὐσία καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες
Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴ δυτικὴ προσέγγιση, ἡ θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ πραγματεύεται μία κρίσιμη διάκριση: τὴ διάκριση μεταξὺ θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνέργειας.
Ἡ θεία οὐσία παραμένει ἀπολύτως ἀπρόσιτη, ὑπερβατικὴ καὶ ἀμέθεκτη. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀντικείμενο γνώσης ἢ συμμετοχῆς ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα. Ὡστόσο, ὁ Θεὸς δὲν μένει κλειστὸς στὴν οὐσία Του. Ἐκδηλώνεται πραγματικὰ μέσα στὸν κόσμο μέσῳ τῶν ἄκτιστων ἐνεργειῶν Του.
Οἱ ἐνέργειες αὐτὲς δὲν εἶναι δημιουργήματα οὔτε ἁπλὲς ἐκφάνσεις τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ. Εἶναι πραγματικές, ἄκτιστες, φυσικὲς πρόοδοι τῆς θείας ζωῆς. Μέσῳ αὐτῶν, ὁ Θεὸς δημιουργεῖ, σώζει, φωτίζει καὶ θεώνει τὸν ἄνθρωπο.
Ἔτσι, ἡ σχέση Θεοῦ καὶ κόσμου δὲν εἶναι ἔμμεση ἢ συμβολική, ἀλλὰ πραγματικὴ κοινωνία, χωρὶς ὅμως κατάργηση τῆς διάκρισης μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου.
Τὸ κεντρικὸν διακύβευμα: μετοχὴ εἰς τὸν Θεὸν ἢ εἰς κτιστὴν χάριν;
Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ κρίσιμα σημεῖα τῆς διαφωνίας μεταξὺ παλαμισμοῦ καὶ θωμισμοῦ ἀφορᾶ τὴ σωτηριολογία καὶ τὴ χάρη.
Στὴ σχολαστικὴ θεολογία, ἡ δικαίωση τοῦ ἀνθρώπου περιγράφεται συχνὰ ὡς ἡ ἔγχυση μίας “δημιουργημένης χάρης” (created grace). Πρόκειται γιὰ μία πραγματικὴ, ἀλλὰ κτιστὴ ποιότητα ἢ συμβεβηκὸς ποὺ ἐγχέεται στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὴν καθιστᾶ δίκαιη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἡ λογικὴ πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ θεία ἁπλότητα: ἐφόσον ἡ θεία οὐσία δὲν μπορεῖ νὰ μεριστεῖ ἢ νὰ μεταδοθεῖ, ἡ χάρη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄκτιστη, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ θεία ζωή. Ἄρα πρέπει νὰ εἶναι κάτι δημιουργημένο. Ἡ σύνοδος τοῦ Τριδέντου, γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε σὲ προηγούμενό μας ἄρθρο, εἶναι ξεκάθαρη. Ὁ ἄνθρωπος δὲν δικαιώνεται μὲ τὴ θεία δικαιοσύνη, ἔτσι ὅπως ὑπάρχει στὸ Θεό, ἀλλὰ μὲ αὐτὴ ποὺ ἁρμόζει στὸν ἄνθρωπο, φανερώνοντας ἔτσι τὸν κτιστὸ χαρακτήρα τῆς μετεχόμενης δικαιοσύνης.
Ἀντίθετα, στὴν παλαμικὴ θεολογία, ἡ χάρη δὲν εἶναι κτιστή, ἀλλὰ ταυτίζεται μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μετέχει σὲ ἕνα ἐνδιάμεσο δημιουργημένο “ἀντικείμενο”, ἀλλὰ στὴν ἴδια τὴ θεία ἐνέργεια. Αὐτὸ θεμελιώνει τὴ δυνατότητα τῆς θέωσης, δηλαδὴ τῆς πραγματικῆς συμμετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωή. Ἔτσι, ἡ μετεχόμενη θεία δικαιοσύνη, ἡ ἰδιότητα ποὺ ἁγιάζει, εἶναι ἄκτιστη γιὰ τὴν παλαμικὴ θεολογία.
Ἡ διαφορὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς τεχνική, ἀλλὰ ἀφορᾶ τὸ ἴδιο τὸ ἐρώτημα: ἂν ὁ ἄνθρωπος σώζεται μέσῳ ἑνὸς κτιστοῦ δώρου ἢ μέσῳ πραγματικῆς μετοχῆς στὸν ἴδιο τὸν Θεό, ὅπως αὐτὸς ἐνεργεῖ πρὸς τὸν κόσμο.
Θεοφάνιαι καὶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ
Τὸ ζήτημα τῶν θεοφανιῶν (ἐμφανίσεων τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ) ἀποτελεῖ ἐπίσης κρίσιμο σημεῖο ἀντιπαράθεσης.
Στὴν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία, ἰδιαίτερα στὴν παλαμικὴ παράδοση, οἱ θεοφάνιες — ὅπως ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ στὸν Μωυσῆ, στὸν Ἡσαΐα ἢ ἡ Μεταμόρφωση στὸ Θαβὼρ — εἶναι πραγματικὲς ἐκδηλώσεις τῶν ἄκτιστων θείων ἐνεργειῶν. Δὲν εἶναι ἁπλῶς συμβολικὰ γεγονότα οὔτε δημιουργημένες εἰκόνες.
Ἀντίθετα, σὲ ὁρισμένες δυτικὲς ἑρμηνεῖες, γιὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἀπόλυτη ὑπερβατικότητα τῆς θείας οὐσίας, αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες ἐξηγοῦνται μέσῳ κτιστῶν μεσιτειῶν (π.χ. ἀγγελικῶν μορφῶν ἢ δημιουργημένων φαινομένων).
Ἡ παλαμικὴ θεολογία ἀπορρίπτει αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία, ὑποστηρίζοντας ὅτι κάτι τέτοιο ἀποδυναμώνει τὴ βιβλικὴ μαρτυρία περὶ πραγματικῆς θείας ἀποκάλυψης μέσα στὴν ἱστορία.
Ἡ beatific vision καὶ ἡ φύσις τῆς αἰωνίου ζωῆς
Στὴ σχολαστικὴ παράδοση, ἡ τελικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου περιγράφεται ὡς ἡ “μακαρία ὅραση” (beatific vision), δηλαδὴ ἡ ἄμεση θέα τῆς θείας οὐσίας.
Ἀντίθετα, στὴν παλαμικὴ θεολογία ἡ αἰώνια ζωὴ δὲν εἶναι στατικὴ θέαση μίας οὐσίας, ἀλλὰ ἀτελείωτη πρόοδος καὶ μετοχὴ στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος καὶ ἀνεξάντλητος, καὶ συνεπῶς ἡ κοινωνία μαζί Του δὲν ἔχει τέλος οὔτε στασιμότητα.
Τὸ Filioque καὶ ἡ τριαδολογικὴ διάστασις
Ἡ διαμάχη ἐπεκτείνεται καὶ στὸ ζήτημα τοῦ Filioque, δηλαδὴ τῆς ἐκπόρευσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται αἰωνίως μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ δυτικὴ θεολογία προσθέτει καὶ τὸν Υἱὸ ὡς αἰτία ἐκπόρευσης.
Ἡ κριτικὴ ἐδῶ εἶναι ὅτι συχνὰ συγχέεται ἡ αἰώνια ὑποστατικὴ ἐκπόρευση μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἀποστολὴ τοῦ Πνεύματος στὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ σύγχυση, κατὰ τὴν παλαμικὴ προσέγγιση, συνδέεται μὲ βαθύτερα προβλήματα στὴ δυτικὴ κατανόηση τῆς θείας ἁπλότητας καὶ τῶν σχέσεων μέσα στὴν Τριάδα.
Εὐρύτεραι συνέπειαι καὶ φιλοσοφικὴ προέκτασις
Πέρα ἀπὸ τὰ καθαρὰ δογματικὰ ζητήματα, ἡ ἀντιπαράθεση ἔχει καὶ εὐρύτερες φιλοσοφικὲς συνέπειες.
Ὁ θωμισμός, μὲ τὴν ἔμφαση στὴν ἑνότητα καὶ στὴν ἀναλογικὴ κατανόηση τοῦ Θεοῦ, ἔχει κατηγορηθεῖ ἀπὸ τὴν παλαμικὴ κριτικὴ ὅτι ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἀφηρημένο θεϊσμό, ὅπου ὁ Θεὸς γίνεται τελικὰ γνωστὸς περισσότερο ὡς φιλοσοφικὴ ἀρχή, ὡς μία ὑπερ -ὕπαρξη, παρὰ ὡς ζωντανὴ ἐμπειρικὴ πραγματικότητα.
Ἀντίθετα, ἡ παλαμικὴ θεολογία προβάλλει τὴν ἐμπειρικὴ διάσταση τῆς θεογνωσίας, ὅπου ὁ Θεὸς γίνεται γνωστὸς μέσῳ τῆς μετοχῆς στὶς ἐνέργειές Του μέσα στὴν ἱστορία καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία.
Ἡ ἐκπόρευσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ βούλησιν καὶ ἡ κατηγορία περὶ «κρυπτοαρειανισμοῦ»
Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ λεπτὰ ἀλλὰ θεμελιώδη σημεῖα τῆς παλαμικῆς κριτικῆς πρὸς τὴ δυτικὴ τριαδολογία ἀφορᾶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κατανοεῖται ἡ αἰτία τῆς ἐκπόρευσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθὼς καὶ τὸ ἂν αὐτὴ μπορεῖ νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴ θεία βούληση ἢ μὲ κάποια κοινὴ θεία ἀρχή.
Στὴ λατινικὴ θεολογικὴ παράδοση, ἰδιαίτερα μέσα ἀπὸ αὐγουστίνεια καὶ σχολαστικὰ σχήματα, ἡ θεία ἁπλότητα σημαίνει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες καὶ ἰδιότητές Του. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια ὅτι κάθε θεῖο ἔργο — συμπεριλαμβανομένης τῆς αἰώνιας ἐκπόρευσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος — δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς ἀποτέλεσμα κάποιου “διαχωρισμένου” παράγοντα μέσα στὸν Θεό, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση τῆς μίας καὶ ἀδιαίρετης θείας πραγματικότητας, ἡ ὁποία συχνὰ περιγράφεται καὶ μέσῳ τῆς θείας βούλησης.
Ἡ παλαμικὴ κριτικὴ θεωρεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ γλώσσα δημιουργεῖ σοβαρὴ θεολογικὴ ἀσάφεια. Ἐὰν ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἑρμηνεύεται, ἔστω ἔμμεσα, ὡς κάτι ποὺ ὑπάγεται στὴ θεία βούληση ἢ σὲ μία κοινὴ θεία ἐνέργεια, τότε ἡ ὑποστατικὴ προέλευση τοῦ Πνεύματος κινδυνεύει νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν αὐστηρὰ προσωπική της βάση. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἐκπόρευση παύει νὰ νοεῖται ὡς μοναδικὴ ἰδιότητα τοῦ Πατρὸς ὡς ὑπόστασης καὶ τείνει νὰ ἑρμηνεύεται ὡς ἔκφραση μίας κοινῆς θείας ἀρχῆς.
Αὐτό, κατὰ τὴν παλαμικὴ θεολογία, δημιουργεῖ ἕνα πρόβλημα ὡς πρὸς τὴ διατήρηση τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς μοναδικότητας τῶν ὑποστάσεων τῆς Τριάδας. Ἂν ἡ ἐκπόρευση τοῦ Πνεύματος ἀποδίδεται σὲ κοινὲς θεϊκὲς ἰδιότητες, ὅπως ἡ βούληση, τότε ἡ διάκριση μεταξὺ τῶν προσώπων κινδυνεύει νὰ ὑποβαθμιστεῖ σὲ λειτουργικὲς ἢ ἐνεργειακὲς διαφοροποιήσεις, ἀντὶ νὰ παραμείνει ὡς αἰώνια καὶ ἀμετάβλητη ὑποστατικὴ πρόοδος.
Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἐντάσσεται καὶ μία πιὸ αἰχμηρὴ κριτικὴ ποὺ ἔχει διατυπωθεῖ ἀπὸ παλαμικοὺς καὶ νεοπαλαμικοὺς θεολόγους, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁρισμένες λογικὲς συνέπειες τῆς ἀπόλυτης θείας ἁπλότητας — ὅταν συνδυάζονται μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς θείας βούλησης ὡς καθολικῆς αἰτίας ὅλων τῶν θείων ἐνεργειῶν — μπορεῖ νὰ δημιουργοῦν μία δομικὴ συγγένεια μὲ θέσεις ποὺ θυμίζουν τὸν Ἀρειανισμό.
Ἡ κατηγορία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ ἱστορικὴ ταύτιση ἢ πρόθεση, ἀλλὰ λογικὴ ἀναλογία. Ὁ Ἀρειανισμὸς ὑποστήριζε ὅτι ὁ Υἱὸς ἔχει ἀρχὴ καὶ προκύπτει ἀπὸ τὴ θεία βούληση, ἄρα δὲν εἶναι πλήρως ὁμοούσιος καὶ ἄναρχος, ὅπως ὁ Πατέρας. Στὴν παλαμικὴ κριτική, τὸ κρίσιμο σημεῖο εἶναι ὅτι ὅταν οἱ ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις ἑρμηνεύονται μέσῳ κοινῶν θεϊκῶν κατηγοριῶν — ὅπως ἡ οὐσία ἢ ἡ βούληση — τότε ὑπάρχει ὁ κίνδυνος οἱ ὑποστατικὲς ἰδιαιτερότητες νὰ χάσουν τὸν ἀπόλυτα προσωπικὸ καὶ ἀμετάθετο χαρακτήρα τους.
Ἔτσι, ὁ ὅρος «κρυπτο-ἀρειανισμὸς» χρησιμοποιεῖται ρητορικὰ, γιὰ νὰ περιγράψει ὄχι μία συνειδητὴ αἵρεση, ἀλλὰ μία πιθανὴ λογικὴ κατάληξη: ὅτι δηλαδὴ ἡ ὑπερβολικὴ ταύτιση τῶν θείων ἐνεργειῶν μὲ τὴν οὐσία, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς θείας βούλησης ὡς καθολικῆς αἰτίας, μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ μία ἔμμεση ἀποδυνάμωση τῆς ὑποστατικῆς μοναδικότητας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ παλαμικὴ ἀπάντηση σὲ αὐτὴ τὴν κριτικὴ εἶναι ἡ αὐστηρὴ διάκριση μεταξὺ οὐσίας, ἐνεργειῶν καὶ ὑποστατικῶν ἰδιοτήτων. Ἡ θεία οὐσία παραμένει ἀπολύτως ἀμέθεκτη, οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ἀποτελοῦν πραγματικὲς ἐκφράσεις τῆς θείας ζωῆς πρὸς τὸν κόσμο, ἐνῶ οἱ ὑποστατικὲς ἰδιότητες (ἀγεννησία, γέννηση καὶ ἐκπόρευση) δὲν ἀνάγονται οὔτε στὴν οὐσία οὔτε στὴ βούληση, ἀλλὰ συνιστοῦν τοὺς τρεῖς τρόπους ὑπάρξεως τῶν θείων προσώπων.
Συμπέρασμα
Ἡ ἀντιπαράθεση μεταξὺ θωμισμοῦ καὶ παλαμισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ σὲ ὁρολογικὲς διαφορὲς ἢ σὲ προσπάθειες ἁπλῆς ἐναρμόνισης. Ἀγγίζει τὸν ἴδιο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κάθε θεολογικὸ σύστημα ἀντιλαμβάνεται τὸν Θεό, τὴ δυνατότητα γνώσης Του καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Γιὰ τὸν θωμισμό, ἡ τελειότητα τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπόλυτη ἁπλότητα καὶ τὴν ἀπουσία πραγματικῶν διακρίσεων. Γιὰ τὴν παλαμικὴ θεολογία, ἡ ἴδια ἡ πραγματικότητα τῆς θείας ζωῆς προϋποθέτει διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ταυτόχρονα ὑπερβατικὸς καὶ πραγματικὰ μεθεκτός.
Τὸ ἐρώτημα πού μένει ἀνοικτὸ δὲν εἶναι μόνο φιλοσοφικό, ἀλλὰ βαθιὰ θεολογικό: μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ μετέχει πραγματικὰ στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ἢ μόνο σὲ δημιουργημένα ἀποτελέσματα τῆς θείας βούλησης; Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἐξαρτᾶται καὶ τὸ πῶς κατανοεῖται τελικὰ ἡ σωτηρία, ἡ χάρη καὶ ἡ ἴδια ἡ χριστιανικὴ ἐμπειρία.




