Τοῦ κ. Παναγιώτου Δ. Παπαδημητρίου, PhD
2ον.-Τελευταῖον
Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς θέλει ἢ προσπαθήσει νὰ προσευχηθεῖ ἀκούγοντας τὴν μυστικὴ Προσευχὴ τοῦ Ἱερέα (ὅπου λέγεται ἐκφώνως), ἀποσπᾶται ὁ νοῦς του ἀπὸ τὴν προσευχή του, γιὰ νὰ παρακολουθήσει, νὰ κατανοήσει, ἂν καὶ ὅσο μπορέσει, καὶ ὅσο κυρίως ἡ θεολογική καὶ πνευματική του στάθμη τὸ ἐπιτρέπει, τὸ ἀκροώμενο. Ἀκόμη καὶ ἂν ὁ πιστὸς κρατάει μπροστά του τὸ κείμενο τῆς μυστικῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἢ τὴν διαβάζει σὲ νεοελληνική ἀπόδοση,#[16] καὶ πάλι ἐνδέχεται νὰ πέσει στοὺς αὐτοὺς καὶ περισσότερους περισπασμούς: προσπαθεῖ νὰ διαβάζει, νὰ ἀκούει, νὰ μὴ χάνει τὰ λόγια, νὰ μελετᾶ, νὰ στοχάζεται, νὰ προσπαθεῖ ἐγκεφαλικὰ νὰ ἐννοήσει τὰ θεολογικὰ νοήματα, νὰ προσέχει τυχὸν λάθη τοῦ Ἱερέως ἢ καὶ τοῦ κειμένου, ἢ ἂν διαβάζει σωστὰ ὁ Ἱερεύς ἀποδίδοντας τὸ νόημα, καὶ συγχρόνως προσπαθεῖ νὰ …προσεύχεται (ἂν διαβάζει καὶ ἀπὸ τὸ κινητό, τότε ἀκόμη χειρότερα). Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι Προσευχή, οὔτε κἂν ἀκουστικὴ ἢ καὶ διανοητικὴ παρακολούθηση.
Στὴν οὐσία οἱ νεωτεριστές «δεσμεύουσιν γὰρ φορτία βαρέα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων».
Τί εἶναι Προσευχή; «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἢ αἴτησις τῶν προσηκόντων παρὰ Θεοῦ», Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [PG 94, 1089C-D, κεφ. ΞΔʹ].#[17] Ἡ αἴτησις στὴν Λειτουργία εἶναι προσωπικὴ προσευχητικὴ ἀνταπόκριση (πρὸς τὸν Θεόν) στὴν Κοινὴ Εὐχὴ ὑπὸ τοῦ Διακόνου (ἢ τὰ κατ’ ἰδίαν αἰτήματα ἑκάστου), δὲν εἶναι ἀκρόαση τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἱερέως. Καὶ «ἀνάβασις νοῦ#[18] πρὸς Θεὸν» εἶναι ἡ ὁμιλία τοῦ νοῦ μας πρὸς τὸν Θεόν, διότι «ἡ Προσευχή, ὁμιλία ἐστὶ νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1168C, κεφ. Γʹ]. Βέβαια ὑπάρχει καὶ ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἄνευ ὁμιλίας.#[19] Ἂν σὲ τυχὸν ὁμιλία μας πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸ ἢ κάποιον Ἄρχοντα ἢ κάποιον ποὺ ἔχουμε «ψηλά», λαμβάνουμε τὸ ἀνάλογο «σχῆμα», πολὺ περισσότερο στὴν ὁμιλία μας (προσευχή μας) πρὸς τὸν Θεόν.
Λέει ὁ Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος: «οὐσιαστικὰ οἱ Ἅγιοι δὲν σκέπτονται, προσεύχονται,#[20] δηλ. καταργεῖται ἡ σκέψις καὶ παραμένει ἡ προσευχὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἐρώτησις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, οἱ ἐν Χριστῷ ἄνθρωποι».#[21]
Ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ὁ πιστὸς καὶ ὁ νέος (συνήθως) ποὺ χρησιμοποιεῖ νεωτεριστικὸ «Ἱερατικὸν τῶν πιστῶν» στὴν Λειτουργία. Παρίσταται τόσο χρόνο στὴν Ἀκολουθία, καὶ στὴν οὐσία λόγῳ τῶν περισπασμῶν εἶναι δύσκολο νὰ προσευχηθεῖ ἀληθινά.
Πιὸ πολὺ καὶ πιὸ ὀρθὰ θὰ κατανοήσεις Χάριτι Θεοῦ τὴν Λειτουργία, συμμετέχοντας μὲ τὴν μυστικὴ προσευχή σου στὴν Λειτουργία, παρὰ μὲ τὸ διάβασμα (ποὺ κι αὐτὸ εἶναι φυσικὰ πολὺ καλό, ὅταν τὸ βιβλίο δὲν ἔχει πλάνες, ἐκτὸς ὅμως τῆς Ἀκολουθίας, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας). «Ἡ Προσευχὴ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ὁ ἄνθρωπος προσευχηθεῖ τότε θὰ λάβει πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεόν».#[22] Χρειάζεται ὅμως νὰ ἐργαζόμαστε καὶ τὴν ἀρετή γιὰ νὰ ἔχει δύναμη ἡ προσευχή.
Βέβαια, οἱ ἐκφωνήσεις τῶν Ἱερέων, οἱ εὐλογίες, οἱ ἀνήκουσες στὴν Παράδοση προτροπές (ὄχι τὰ μοντερνιστικὰ «ὅλοι μαζί»), τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ σοφὰ τὰ ἔχει βάλει ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὴν τάξη τῆς Λειτουργίας, καὶ ποὺ εἶναι δοξολογία, κατήχηση, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ πνευματικὴ ἐνδυνάμωση χάριτι Θεοῦ γιὰ προσεκτικωτέρα προσευχή, αὐτὰ παραδοσιακῶς ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς.
Γ. Ἀπάντησις ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν Ἱερέων
Ἡ ἔκφωνη προσευχή τοῦ Ἱερέως στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι μόνον ἀντιπαραδοσιακή,#[23] ἀντικανονική,#[24] δὲν περισπᾶ μόνο τοὺς προσευχόμενους πιστούς ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή τους, ἀλλὰ περισπᾶ καὶ τὸν ἴδιον τὸν Ἱερέα. Ἡ «[ἔκφωνη] ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀπαιτεῖ στόμφον, χρωματισμὸν τῆς φωνῆς καὶ πολλάκις πομπῶδες ὕφος καὶ ἄλλας «ὑποκριτικὰς» ἱκανότητας, στοιχεῖα ἐρχόμενα εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ κατανυκτικὴν ἀτμόσφαιραν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας».#[25] Ἡ ἐπὶ τούτου ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν δύναται νὰ μεταβάλει τὴν Προσευχὴ σὲ ἔγνοια ἀκρόασης, ρητορικὴ ἐπίδειξη ἢ λειτουργικὴ παρουσίαση. Ὁ Ἱερεὺς κινδυνεύει ἀπὸ προσευχόμενος Λειτουργὸς νὰ γίνει ἀναγνώστης.
Ὡς προσευχόμενος Λειτουργὸς ὅμως, προχωρεῖ «μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ», [PG 98, 429A].#[26] Γιὰ τὸ Ἱερατικὸ Συλλείτουργο ἀναφερθήκαμε στὴν ἑνότητα §Β.
Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ρουμπρίκα (ὁδηγία) τῶν Εὐχολογίων, ὅτι ὁ Ἱερεὺς σκυμμένος προσεύχεται,[28] «ὁ Ἱερεὺς ἐπικλινόμενος ἐπεύχεται», ἐννοεῖται μυστικῶς,[29] ποὺ τὴν βλέπουμε μάλιστα σὲ Ἁγιογραφίες. Ἡ σκυμμένη αὐτὴ στάση τοῦ προσευχομένου Ἱερέως, ὡς σωματικὴ ἔκφραση συστολῆς καὶ εὐλαβείας, δὲν προσιδιάζει σὲ ἐκφώνηση λόγου πρὸς ἀκροατήριο, ἀλλὰ σὲ μυστικὴ Προσευχὴ πρὸς τὸν Θεόν. Τοῦτο συμφωνεῖ καὶ μὲ τὴν πατερικὴ ἐπεξήγηση τῆς Λειτουργίας, καὶ μάλιστα τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, ὅτι ὁ Ἱερεὺς «μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια· ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίῳ [μυστικῶς]»[30] καὶ «συλλαλῶν μόνος Αὐτῷ».[31].
Ἔτσι ὁ ἐκφωνῶν τὶς μυστικὲς Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας Ἱερεύς, ἐπὶ τούτου, γιὰ νὰ τὶς ἀκούει ὁ Λαός, ἀδικεῖ πρῶτα τὸν ἑαυτό του, ἀδικεῖ τοὺς πιστοὺς στερῶντας τους τὴν ἀληθινὴ Προσευχὴ καθιστῶντας τους ἑκόντας ἄκοντας ἀκροατές τῶν μυστικῶν Εὐχῶν του (πρᾶγμα τὸ ὁποῖο θὰ θεωροῦσαν ἄτακτο – καὶ σωστά – ἂν τὸ ἔπρατταν οἱ πιστοὶ ἢ οἱ μοναχοὶ φωνάζοντας τὶς μυστικὲς εὐχές τους), ἀλλὰ τὸ κυριώτερο ἀδικεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μειώνοντας τὴν δύναμη τῆς Προσευχῆς της.Τὴν ἀποδυνάμωση τῆς Προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας τὴν βλέπουμε σὲ προσωπικό, ἐκκλησιαστικό, κοινωνικό, κρατικὸ καὶ παγκόσμιο ἐπίπεδο.
Συνάμα, ἡ ἐκφώνηση τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν τῆς Λειτουργίας κρύβει Κληρικαλισμό. Κληρικαλισμὸς δὲν εἶναι ἡ μυστικὴ Προσευχὴ τῶν Ἱερέων (καὶ ὁ Λαὸς μυστικῶς προσεύχεται), ἀλλὰ ἀπεναντίας εἶναι ἡ ἀντιπαραδοσιακῶς ἐπὶ τούτου ἔκφωνη πολλάκις ἐπιτετηδευμένη Προσευχή τους, ὅταν γίνεται γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος, μὲ συνέπεια νὰ μὴ ἀφήνουν τοὺς πιστοὺς νὰ προσευχηθοῦν ἀληθινά.
Τέλος, καὶ τῷ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν.
Σημειώσεις:
#[16] Ἄλλο θέμα εἶναι ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοση, ποὺ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἀποδώσουν καὶ ὑπάρχουν τόσες μεταφρασμένες ἐκδόσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης (ἄλλη μετάφραση ἡ ΖΩΗ, ἄλλη ὁ ΣΩΤΗΡ, ἄλλη ὁ ΣΤΑΥΡΟΣ, ἄλλη ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία, κλπ.). Ἂν πάει κάποιος στὶς Ἀγγλικὲς ἐκδεδομένες μεταφράσεις καὶ παραφράσεις (αἰσίως κοντὰ στὸν ἀριθμό 900), ἐκεῖ στὰ Ἀγγλικὰ οὔτε ἐπίσημη Ὀρθόδοξη μετάφραση δὲν ὑπάρχει ἀκόμη. #[17] Ἐπίσης, «Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεόν» (Εὐαγρίου/Νείλου), [PG 79, 1173, κεφ. ΛΕʹ]. #[18] «ὀφθαλμὸς γὰρ καὶ τὸ καθαρώτατον τῆς ψυχῆς ἐστιν ὁ νοῦς», [PG 95, 144B]. «Ψυχὴ τοίνυν ἐστὶν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ’ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καὶ νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καὶ τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καὶ αἰσθήσεως καὶ γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ’ ἑαυτὴν τὸν νοῦν, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς τὸ καθαρώτατον (ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς), αὐτεξούσιος, θελητική τε καὶ ἐνεργητική, τρεπτὴ ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καὶ κτιστή, πάντα ταῦτα κατὰ φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτὴν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ φύσει οὕτως εἶναι εἴληφεν», [PG 94, 924B]. #[19] Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, τ. Αʹ, Βʹ ἔκδ. 2011, Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, σ. 109. #[20] «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς» (Αʹ Θεσ. εʹ 17). Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἰδιαίτερα στὶς Ἀκολουθίες. #[21] Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’38’’ (1η σειρά – ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία). #[22] Ὁμιλία Περὶ Προσευχῆς, 52’29’’ (1η σειρά – ὁμιλίες στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία). #[23] Ἰωάννης Φουντούλης: «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη». #[24] Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, 3/4/2022. #[25] Πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Κ. Καραπαναγοπούλου, Ἡ Θεία Λειτουργία (Εἰσαγωγή – Κείμενον – Ἑρμηνεία), Ἀθῆναι 1975, σ. 12. #[26] Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας …, Κεφ. 53, 65. [27] Ἡ Βʹ Βατικάνειος Σύνοδος ἔγινε τὰ ἔτη 1962-1965. Ὅμως βασίστηκε στὶς πρὸ αὐτῆς πολύχρονες ἀντίστοιχες δημοσιεύσεις καὶ κινήσεις Λειτουργιολόγων τῆς δυτικογενοῦς λειτουργικῆς τάχα ἀναγέννησης. Σὲ αὐτές τὶς δημοσιεύσεις τῶν δυτικῶν Λειτουργιολόγων βασίστηκε (καί παρασύρθηκε) ὁ Τρεμπέλας καὶ λέει, σ. 61 τοῦ βιβλίου του, «Ἡ Ρωμαϊκή Λειτουργική Κίνησις καί ἡ πρᾶξις τῆς Ἀνατολῆς», Ἀθῆναι 1949: «Πρὸς ἄμεσον καὶ ἐνεργὸν συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ ἐν τῇ τελεσιουργίᾳ τῶν μυστηρίων, καὶ ἰδὶᾳ τῆς θείας Εὐχαριστίας, καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος (sic) μεταξὺ θυσιαστηρίου καὶ λαοῦ ἐξήρθη, ὡς εἴπομεν, ὑπὸ τῆς ρωμαιοκαθολικῆς λειτουργικῆς κινήσεως τὸ νὰ στρέφεται μὲν ὁ λειτουργὸς κατὰ τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα, νὰ ἀναγινὼσκῃ δὲ τὰς εὐχὰς τῆς θείας λειτουργίας μετὰ φωνῆς ἐξακουομένης ὑπὸ τοῦ λαοῦ». Ἡ Β’ Βατικανή ἦταν προσεκτικὴ καὶ πολὺ διπλωματικὴ στὸ θέμα τῶν Εὐχῶν (γιὰ νὰ ἀποφύγει ἀντιδράσεις τῶν δικῶν τους «παραδοσιακῶν»), καὶ ἁπλῶς συνέπτυξε ὅλους τοὺς νεωτερισμοὺς πού εἶχαν ἐκδηλωθεῖ στὴν Δύση μέχρι τότε, στὸ διπλωματικὸ «ἐνεργὸ συμμετοχή» τοῦ λαοῦ, καὶ ἄφησαν τὴν «ἐξήγηση» γιὰ ἀργότερα. Τὴν «ἐνεργὸ συμμετοχὴ» οἱ μετέπειτα τὴν «ἐξήγησαν», ὅπως τὴν ἐξήγησαν καὶ αὐτοὶ πρὸ τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου (βλ. Τρεμπέλα), δηλ. φωναχτὲς οἱ Προσ-Εὐχές. Τὸν ἴδιο ὅρο καὶ τὴν ἴδια ἐξήγηση δίνουν καὶ οἱ δικοί μας σύγχρονοι λειτουργικοὶ τάχα ἀναγεννητές. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, λέει ἐπὶ λέξει ἡ Β’ Βατικάνειος στό “SACROSANCTUM CONCILIUM” 4/12/1963, στὸ κεφ. “II. The Promotion of Liturgical Instruction and Active Participation”: “all the faithful should be led to that fully conscious, and active participation in liturgical celebrations”, δηλ. “ὅλοι οἱ πιστοὶ θά πρέπει νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ αὐτὴ τὴν πλήρως συνειδητὴ καὶ ἐνεργό συμμετοχή στὶς λειτουργικὲς τελετές”. Ἡ δυτικογενὴς λειτουργικὴ νοοτροπία, καὶ οἱ δικοί μας λειτουργικοὶ τάχα ἀναγεννητὲς ποὺ τὴν ἀκολουθοῦν, τὴν «ἐνεργό συμμετοχή» τοῦ λαοῦ στὴν Λειτουργία, τὴν θεωροῦν ἀκροαματική, διανοητική, θεατρική συμμετοχή, γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ φωναχτὲς προσευχές, γιὰ αὐτὸ βλέπουμε καὶ στὴν Ὀρθοδοξία, ἀντιπαραδοσιακὴ ἐνίοτε τέλεση λειτουργίας, ἀντιπαραδοσιακὴ τέλεση μνημοσύνου, εὐχελαίου, ἁγιασμοῦ, κ.ἄ., πρὸς τὴν δύση (ὁ Ἱερεὺς στραμμένος ὄχι γιὰ προσευχή πρὸς Ἀνατολάς, ἀλλὰ στραμμένος πρὸς τὸν λαόν), γιὰ αὐτὸ καὶ τὰ ὅλοι μαζί, κτλ.. Ἡ Ὀρθόδοξη ὅμως «ἐνεργή συμμετοχή» εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἡ «προσευχητική συμμετοχή». Καὶ ἡ Προσευχή εἶναι μυστική κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου (Ματθ. ϛʹ 5-6). [28] Καὶ ὁ λαὸς παλαιά, βαθιὰ ἔσκυβε στὸ Εὐαγγέλιον, καὶ στὸ Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν. [29] Παν. Παπαδημητρίου, Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, 30/10/2022. [30] [PG 98, 424B-429C]. Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας …, σ. 239. [31] Παλαιὰ ἔκλειναν τὰ παραπετάσματα τοῦ Ἱεροῦ Κιβωρίου τῆς Ἁγίας Τραπέζης μὲ τὸν Ἱερέα ἐντὸς προσευχόμενον στὴν Ἁγία Ἀναφορά. Βλ. Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας…, κεφ. 11.2, σ. 117.




