«Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Κρίστιαν Βοὺρτς γιὰ τὴν Ἐπισκοπὴ Ἄιχστατ ἀνοίγει ξανὰ τὴ μεγάλη πληγὴ τῆς γερμανικῆς «Συνοδικῆς Πορείας» καὶ φέρνει στὸ προσκήνιο τὴ σύγκρουση ἀνάμεσα στὴν παραδοσιακὴ λατινικὴ διδασκαλία καὶ στὶς προοδευτικὲς φωνὲς μέσα στὴν παπικὴ ἐκκλησία.
Ὁ διορισμὸς τοῦ Μονσινιὸρ Κρίστιαν Βοὺρτς ὡς νέου ἐπισκόπου Ἄιχστατ ἀπὸ τὸν Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ προκαλεῖ ἤδη ἔντονες ἀντιδράσεις. Ὁ Γερμανὸς ἱεράρχης δὲν εἶναι ἄγνωστος στὶς ἀντιπαραθέσεις: τὸ ὄνομά του συνδέεται μὲ ἀποφάσεις καὶ κείμενα τῆς ἀμφιλεγόμενης γερμανικῆς «Συνοδικῆς Πορείας», ἡ ὁποία ἔχει κατηγορηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς καθολικοὺς ὅτι ἐπιχειρεῖ νὰ μεταβάλει βασικὲς θέσεις τῆς ἐκκλησίας.
Ὁ Βούρτς εἶχε στηρίξει κείμενα ποὺ τάχθηκαν ὑπὲρ τῆς εὐλογίας ὁμόφυλων ζευγαριῶν καὶ ὑπὲρ μίας διαφορετικῆς προσέγγισης στὸ ζήτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας, θέσεις ποὺ οἱ ἐπικριτές του θεωροῦν ἀσυμβίβαστες μὲ τὴν παραδοσιακὴ καθολικὴ διδασκαλία.
Γιὰ τοὺς συντηρητικοὺς κύκλους τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διορισμὸς ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη σημάδι ὅτι ἡ γερμανικὴ ἐκκλησία ἐπιμένει σὲ μία πορεία ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴ διαχρονικὴ διδασκαλία τῆς Ρώμης. Ὑποστηρίζουν ὅτι ζητήματα πίστης καὶ ἠθικῆς δὲν μποροῦν νὰ καθορίζονται ἀπὸ τὶς μεταβαλλόμενες κοινωνικὲς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ θεολογικὸ καὶ δογματικὸ πλαίσιο τῆς ἐκκλησίας».
Ἡ ἀπόφασις τοῦ Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ ἔρχεται εἰς μίαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ παπικὴ ἐκκλησία δοκιμάζεται ἀπὸ βαθείας ἐσωτερικὰς διαφωνίας. Ἡ κίνησις τοῦ πάπα νὰ διορίση ὡς ἐπίσκοπον ἕνα μοντερνιστήν, ἐνῶ παράλληλα ἀφώρισε τὴν παραδοσιακὴν λατινικὴν ἀδελφότητα τοῦ ἁγίου Πίου (SSPX) ἀποδεικνύει ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν γραμμὴν Μπεργκόλιο περὶ τῆς πλήρους ἀποδομήσεως κάθε χριστιανικοῦ στοιχείου ἀπὸ τὴν παπικὴν ἐκκλησίαν.
Εἶναι πάντως σκανδαλῶδες νὰ ἀφορίζωνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς ζητοῦν νὰ μὴ ἐκμοντερνιστῆ ἡ ἐκκλησία τους, ἤτοι νὰ μὴ γίνη ἕνα μὲ τὸν κόσμον. Καὶ νὰ προωθοῦνται ἄνθρωποι μὲ φρόνημα τελείως κοσμικόν.




