† Στεφάνου Νταλιάνη, πρωτοπρεσβυτέρου
Εἰς τὸν μακαριστὸν π. Στέφανον Νταλιάνην ἔκαιε ἄσβεστος ἡ φλὸξ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν. Ἐντός του ἦτο ἀκλόνητος καὶ τεθεμελιωμένη βαθέως ἡ πίστις αὕτη, ἡ ὁποία τὸν συνέπαιρνεν εἰς τὰ κηρύγματά του, τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν τὴν εἶχον ὡς κεντρικὸν ἄξονα ἀναμφιβόλως τὴν προϋπέθετον. Ἐνέπνεεν εἰς τοὺς πιστοὺς τὴν βεβαιότητα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ μὲ προοπτικὴν τὴν τελικὴν Ἀνάστασιν ὅλων, εἰς τὴν ὁποίαν «ὅλοι θὰ ἀνταμώσουμε καὶ θὰ ζήσουμε αἰωνίως μὲ χαρὰ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό», ὡς ἔλεγε. Ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ τοῦ πενταετοῦς μνημοσύνου του παραθέτομεν τὸ ἀκόλουθον γραπτὸν κήρυγμά του, τὸ ὁποῖον ἐξεφωνήθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, προοίμιον ὅλης τῆς μετέπειτα πνευματικῆς του πορείας καὶ ἰδιαζόντως χαρακτηριστικὸν διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον συμπλέκει τὸ ἐρευνᾶν μὲ τὴν πίστιν.
* * *
«Μία ἑβδομάδα μετὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου οἱ δέκα φοβισμένοι ἀπὸ τὰ συμβάντα τῶν ἡμερῶν μαθηταὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ παραμένουν εἰς τὸ Ὑπερῶον τῆς Σιών, εἰς τὸ σπίτι ἐκεῖνο ποὺ εἶχε γίνει ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ ἐξέλθουν «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων».
Παρ’ ὅλας δὲ τὰς μαρτυρίας περὶ τῆς ἀναστάσεως ὑπῆρχε μία ἀμφιβολία ἀκόμη ποὺ τοὺς περιέσφιγγε διαρκῶς τὴν ψυχή. Τὴν ἀμφιβολίαν των δὲ αὐτὴν τὴν ἔσβησε τελείως ὁ Κύριος εἰσερχόμενος εἰς τὴν οἰκίαν «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» καὶ χαιρετώντας αὐτοὺς μὲ τὸν χαιρετισμὸν τῆς Ἀγάπης «εἰρήνη ὑμῖν» σβήνει ἡ ἀμφιβολία καὶ καταλαμβάνει τοὺς μαθητὰς φόβος καὶ κατάπληξις.
Βλέπουν μεταξὺ αὐτῶν νὰ εὑρίσκεται ὁ θεῖος Διδάσκαλος. Ἀκούουν τὴν φωνή του. Τὸν ψηλαφοῦν. Τὰ γόνατά τους λυγίζουν, σκύβουν καὶ τὸν προσκυνοῦν ἀναστάντα.
Καὶ πάλιν ἀφοῦ τοὺς ἐχαιρέτησεν ἔφυγε «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».
Καὶ ἐνῶ οἱ μαθηταὶ συζητοῦσαν ἀκόμη διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀνοίγει ἡ θύρα καὶ εἰσέρχονται δύο μαθηταὶ ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Κλεόπας.
Καὶ προτοῦ νὰ εἴπουν τίποτε οἱ δύο αὐτοὶ νεοεισελθόντες, ἠκούσθη μία δυνατὴ φωνὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐντὸς εὑρισκομένους «ἑωράκαμεν τὸν Κύριον». Ὁ Λουκᾶς δὲ καὶ ὁ Κλεόπας ἐδιηγήθησαν τότε τὴν συνοδοιπορίαν των μετὰ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τοὺς Ἐμμαοὺς καὶ ἐπίστευσαν ὅλοι οἱ μαθηταὶ καὶ ἀνεπτερώθη τὸ ἠθικόν των. Ἕνας μόνον δὲν ἐπίστευσεν. Αὐτὸς ὁ μαθητὴς δὲν ἔτυχε νὰ εἶναι παρὼν στὴν ἐμφάνισιν τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ τὸν ἰδῆ καὶ νὰ πιστεύση. Μένει σκεπτικὸς καὶ δὲν ἐνθουσιάζεται εὔκολα. Δὲν πιστεύει τὴν διαβεβαίωσιν τῶν ἄλλων. Θέλει ὁ ἴδιος νὰ ἴδη μὲ τὰ μάτια του, γιὰ νὰ βεβαιωθῆ. Θέλει νὰ ψηλαφήση ὁ ἴδιος τὸν Ἀναστάντα Κύριον. «Ἐὰν μὴ ἴδω τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ βάλω τὴν χεῖρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω» εἶναι ἡ κατηγορηματικὴ ἀπάντησις τοῦ ἀπιστοῦντος καὶ ἀμφιβάλλοντος μαθητοῦ.
Ὁ μαθητὴς αὐτὸς εἶναι ὁ Θωμᾶς, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἀπευθύνει 8 ἡμέρας μετὰ τὴν Ἀνάστασίν του μὲ παράπονο τὰς λέξεις «μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός».
«Ὅτι ἑωρακώς πεπίστευκας;» Διότι μὲ εἶδες, ἐπίστευσες; Αὐτὸ εἶναι ἕνα πολυσήμαντο ἐρωτηματικό, μὲ τὸ ὁποῖον ἐλέγχει καὶ ψέγει τὸν ψηλαφοῦντα μαθητή.
Γιατί ὅμως αὐτὸς ὁ ἔλεγχος σὲ μία τόσο χαρούμενη στιγμή; Καὶ γιὰ ποῖο λόγο γίνονται αὐτὲς οἱ παρατηρήσεις ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ σκόρπισε παντοῦ μέχρι τώρα ἄφθονη τὴν ἀναστάσιμη χαρά Του;
Μήπως τάχα ἐπειδὴ ζήτησε νὰ ἐρευνήση ὁ δυστυχής, γιὰ νὰ πιστεύση; Καταδικάζει λοιπὸν ὁ Χριστὸς τὴν ἔρευνα; Ὥστε πρέπει νὰ κλείσωμε τὰ μάτια καὶ νὰ πιστεύωμε χωρὶς ἀντίρρησιν ὅτι μᾶς λένε; Ὄχι! Κάθε ἄλλο!
Σήμερα ὁ Χριστὸς δὲν καταδικάζει τὴ διάθεσι τοῦ Θωμᾶ πρὸς τὴν ἔρευναν, ἀλλὰ τὸν τρόπο, τὴ μέθοδο μὲ τὴν ὁποία ἤθελε νὰ ἐρευνήση.
Τὸν ἐλέγχει ὄχι γιατί ζήτησε νὰ ἐρευνήση, ἀλλὰ ἠκολούθησε σφαλερὸ δρόμο στὴν ἔρευνά του. Διότι ἐσημείωσε δύο βασικὰ σφάλματα στὴν προσπάθειά του νὰ διαλευκάνη τὸ μυστήριον τῆς Ἀναστάσεως.
Ποῖα εἶναι τὰ δύο αὐτὰ σφάλματα τοῦ Θωμᾶ;
Ἐν πρώτοις περιωρίσθηκε ἀποκλειστικὰ στὴ μέθοδο τῆς αὐτοψίας. Ζήτησε νὰ ἰδῆ ὁπωσδήποτε αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ νὰ ψηλαφήση, γιὰ νὰ πιστεύση. Σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος διαπιστώσεως τῆς ἀληθείας.
Δέκα ἄνθρωποι κατὰ πάντα ἀξιόπιστοι τὸν ἐβεβαίωναν ρητὰ καὶ κατηγορηματικὰ ὅτι: «ἑωράκαμεν τὸν Κύριον».
Αὐτὸς ὅμως παραμένει δύσπιστος. Τίποτε ἀπὸ αὐτά, «ἐὰν μὴ ἴδω οὐ μὴ πιστέυσω». Δὲν πιστεύω, τονίζει ἐπίμονα, σὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μονάχα σὲ ἐκεῖνο ποὺ τὰ μάτια μου βλέπουν καὶ οἱ αἰσθήσεις μου ψηλαφοῦν. Νὰ τὸ πρῶτο σφάλμα!
Περιώρισε τὸ πεδίο τῆς ἐρεύνης του στὶς μυωπικὲς καὶ ἀτελεῖς αἰσθήσεις του. Ξέχασεν ὁ δυστυχής, ὅπως ξεχνοῦν καὶ οἱ σημερινοὶ δύσπιστοι Θωμάδες, ὅτι γιὰ νὰ γνωρίσης τὸν κόσμο δὲν πρέπει νὰ περιορισθῆς στὴν αὐτοψία.
Ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία, ἡ Γεωγραφία καὶ τόσοι ἄλλοι κλάδοι τῆς ἐπιστήμης ποῦ ἀλλοῦ στηρίζονται, παρὰ τὴν ἀξιόπιστη μαρτυρία τῶν ἄλλων;
Ποιὸς σκέφθηκε ποτὲ νὰ ψηλαφήση τὰ διάφορα πρόσωπα τῆς Ἱστορίας ἀπὸ τὸν Περικλῆ τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς μέχρι τὸν Καποδίστρια τῶν νεώτερων χρόνων, γιὰ νὰ παραδεχθῆ ὅτι ὑπῆρξαν πραγματικά; Καὶ ποῖος ἀπεφάσισε νὰ περιορίση τὶς γνώσεις του στὶς ἐλάχιστες αὐτὲς ἀλήθειες, γιὰ τὶς ὁποῖες τὰ μάτια του τὸν πληροφοροῦν;
Ἐὰν δὲν πιστεύαμε τοὺς ἱστορικοὺς δὲν θὰ ὑπῆρχε Ἱστορία; Ἐὰν δὲν πιστεύαμε τοὺς γεωγράφους, δὲν θὰ ὑπῆρχε γεωγραφία;
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, δὲν εἴδαμε καμμιὰ φορὰ τὴν Ἀμερική, θὰ ποῦμε ὅτι Ἀμερικὴ δὲν ὑπάρχει; Μεγάλο λάθος αὐτό!
«Ἐὰν μὴ ἴδω οὐ μὴ πιστεύσω», κραυγάζουν ἀλαζονικὰ μερικοὶ ἄπιστοι κάθε ἐποχῆς καὶ ἀπορρίπτουν ἔτσι τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐπειδή… δὲν τὶς βλέπουν.
Σφάλλουν καὶ διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ γελοιοποιηθοῦν ὅσοι ἀπορρίπτουν τὶς Χριστιανικὲς ἀλήθειες μὲ τὸ πρόχειρο καὶ ἀστεῖο δικαιολογητικὸ ὅτι «δὲν τὰ εἶδα ἐγὼ αὐτά».
Πέφτουν στὸ σφάλμα τοῦ Θωμᾶ.
Ἀλλὰ ὁ δύσπιστος μαθητὴς περιέπεσε καὶ σὲ ἕνα ἄλλο δεύτερο σφάλμα. Ἔδειξε ἀδιαφορία ἐρεύνης. Δὲν ἐκινήθη μὲ τὸ ἀπαιτούμενον ἐνδιαφέρον, οὔτε ἐπέδειξε τὸν ἀνάλογο ζῆλο νὰ μελετήση τὸ πρόβλημα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε, ἐὰν δηλαδὴ ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως.
Ἀρκέσθηκε μονάχα σὲ μία ξερὴ ἄρνησι.
Δὲν ἔκαμε τὸν κόπο νὰ τρέξη, νὰ ἐρευνήση, νὰ συγκεντρώση πληροφορίες, γιὰ νὰ σχηματίση γνώμη. Δὲν ἔτρεξε σὰν τὸν Πέτρο νὰ ἰδῆ τὸ «κενὸν μνημεῖον». Οὔτε ἐξαγρύπνησε σὰν τὴ Μαρία στὸν κῆπο, ὅπου ἦταν ὁ τάφος.
Περιωρίσθηκε ἁπλῶς σὲ μία παγερή, ἄγονη, ἐπίμονη ἄρνησι. «Ἐὰν μὴ ἴδω οὐ μὴ πιστεύσω», ἐπανελάμβανε μὲ κάποια νωχέλεια στοὺς ἄλλους μαθητάς.
«Δὲν εἶδα ἐγὼ καὶ δὲν πιστεύω», ἐπαναλαμβάνουν οἱ σύγχρονοι Θωμάδες, κι ἔτσι τραβᾶνε μία μονοκονδυλιὰ καὶ σβήνουν μὲ τὴ μπογιὰ τῆς ἀμαθείας ὅλα τὰ θέματα τῆς πίστεως. «Δὲν εἶδα…»
Ἀλλὰ πῶς θὰ ἰδῆς, ἂν δὲν κοιτάξης καὶ πῶς θὰ μάθης, ἂν δὲν ἐρευνήσης καὶ πῶς θὰ διαφωτισθῆς, ἂν δὲν μελετήσης καὶ πῶς θὰ πεισθῆς, ἂν δὲν σκύψης μὲ προσοχὴ ἐπάνω στὰ προβλήματα αὐτά.
Ἀλήθεια! Πόσα πράγματα δὲν θὰ ἐξακρίβωνε ὁ Θωμᾶς ἄν, ἀντὶ νὰ περιορισθῆ στὴν ἀδικαιολόγητη ἄρνησίν του, ἐκουράζετο λιγάκι, γιὰ νὰ συλλέξη πληροφορίες περὶ τῆς Ἀναστάσεως.
Πόσοι ἄλλοι μάρτυρες ἐκτὸς τῶν δέκα θὰ τὸν διαβεβαίωναν ὅτι «ἠγέρθη ὁ Κύριος»;
Θὰ τὸν ἐπληροφόρουν οἱ πρὸς Ἐμμαοὺς πoρευόμενοι ὅτι «ἑωράκαμεν» καὶ συνεζητήσαμεν μὲ τὸν Κύριον. Θὰ τὸν διαβεβαίωναν αἱ μυροφόροι γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι «ὄρθου βαθέος» ἐπεσκέφθησαν τὸν τάφον.
Θὰ ἐπιστοποιῆτο καὶ αὐτὸς ἂν ἐπήγαινε εἰς τὸν τάφον καὶ ἔβλεπε τὰ σουδάρια μόνα.
Θὰ τοῦ ἐμήνυε τέλος ὁ ἀποκεκυλισμένος λίθος ὅτι «Ἠγέρθη! Οὐκ ἔστιν ὧδε».
Τίποτε ὅμως ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔκαμε ὁ Θωμᾶς, παρὰ μία ἑβδομάδα ὁλόκληρη κλείστηκε στὸ δεσμωτήριο μίας ἐμμονῆς ἀρνήσεως, μέχρις ὅτου ἦλθε ὁ Κύριος καὶ πάλιν τῶν «θυρῶν κεκλεισμένων» καὶ λέγει στὸ Θωμᾶ: «Ἐμπρὸς ψηλάφησέ με. Βάλε τὰς χεῖρας σου εἰς τὸν τύπων τῶν ἥλων. Βάλε τὰ χέρια σου εἰς τὴν τραυματισμένην μου πλευράν, διὰ νὰ ἴδης ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ διδάσκαλός σου καὶ «μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός». Ἀλλὰ ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀγαθὴν προαίρεσιν, διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἔθεσε τέρμα στὴν ἀμφιβολίαν του. «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» ἀνέκραξε δυνατὰ σὰν νὰ ἔδιδε τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι τὴν πίστιν του αὐτὴν ὄχι μόνο θὰ διατηρήση ἀκεραίαν, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν μεταδώση, ὅπως καὶ τὴν μετέδωσε μὲ τόσο ζῆλο, κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ἀληθείας μέχρι τῶν Ἰνδιῶν, ὅπου καὶ εὗρε μαρτυρικὸν θάνατον.
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ὁ Κύριος εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Θωμᾶ δὲν ἐλέγχει τοὺς εἰλικρινεῖς καὶ ἐντίμους ἐρευνητάς, ἀλλὰ τοὺς προχειρολόγους, ποὺ δὲν ξέρουν κανένα ἄλλο θρησκευτικὸ περιεχόμενο, ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἔμαθαν στὸ δημοτικὸ σχολεῖο. Ἐκείνους ἐλέγχει ποὺ ζητοῦν νὰ «ἰδοῦν» πράγματα, ποὺ δυσκολεύεται νὰ συλλάβη ὁ ἀνθρώπινος νοῦς.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαγορεύει τὴν ἔρευνα. Δὲν θέλει πίστιν ἐπιβαλλομένην διὰ τῆς βίας. Θέλει τὴν πίστιν τῆς ἐλευθερίας. Ἡ κακὴ ὅμως ἔρευνα εἶναι ἐπικίνδυνη, διότι δημιουργεῖ τὴν δυσπιστίαν καὶ ἡ δυσπιστία ἐν συνεχείᾳ τὴν ἀπιστία.
Δὲν ἦτο ἄπιστος ὁ Θωμᾶς. Κινδύνευε ὅμως νὰ γίνη. Γι’ αὐτὸ τοῦ εἶπεν ὁ Κύριος, μὴ εἶσαι ἄπιστος. Κρούει λοιπὸν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ὁ Κύριος καὶ στὸ Θωμᾶ καὶ στοὺς συνοδοιπόρους του νὰ μὴ πάρουν τὸν δρόμον τῆς δυσπιστίας, γιατί θὰ χάσουν τὴν πίστιν των.
Ἡ πίστις δὲν χάνεται μὲ τοὺς πολέμους καὶ τοὺς διωγμούς. Θὰ ὑψώνωνται ἐμπόδια μεγάλα, ὅπως καὶ εἰς τοὺς πρώτους Χριστιανούς, ἀλλὰ πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ἀκολουθῆ σὲ κάθε χριστιανικὴ καρδιὰ τὸ λάβαρον ποὺ περιέχει τὰς λέξεις “ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου”».




