Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,
ὑπ. Διδάκτορος Δογματικῆς θεολογίας
Στὸ παρὸν κείμενο θὰ δοῦμε συνοπτικὰ τὴ θεολογία τοῦ Ἰωσὴφ Βρυέννιου καὶ τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Ἐφέσου, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ λατινικὴ θεολογία.
Ὁ Βρυέννιος καὶ τὸ Φιλιόκβε:
Διατί τὸ ἀπέρριψεν ἡ βυζαντινὴ θεολογία
Ἡ διαμάχη γύρω ἀπὸ τὸ Φιλιόκβε ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα θεολογικὰ ζητήματα ποὺ διαχώρισαν τὴν Ἀνατολικὴ καὶ τὴ Δυτικὴ ἐκκλησία. Στὸ ἐπίκεντρο τῆς συζήτησης βρίσκεται ἡ διδασκαλία γιὰ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἰδικότερα ἡ δυτικὴ προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ».
Ἀνάμεσα στοὺς σημαντικοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς ὀρθόδοξης θέσης συγκαταλέγεται ὁ βυζαντινὸς θεολόγος Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε μία συστηματικὴ κριτικὴ ἀπέναντι στὸ Φιλιόκβε, στηριζόμενος στὴν πατερικὴ παράδοση καὶ στὴ θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ μοναρχία τοῦ Πατρὸς
Κεντρικὸ στοιχεῖο τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Βρυεννίου εἶναι ἡ λεγόμενη «μοναρχία τοῦ Πατρός». Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη τριαδολογία, ὁ Πατὴρ ἀποτελεῖ τὴ μοναδικὴ ἀρχὴ καὶ αἰτία μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐνῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα.
Ὁ Βρυέννιος θεωροῦσε ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε διαταράσσει αὐτὴ τὴ θεμελιώδη ἀρχή, διότι ἀποδίδει καὶ στὸν Υἱὸ ρόλο στὴν αἰώνια προέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατὰ τὴν ἄποψή του, μία τέτοια θέση εἰσάγει δεύτερη ἀρχὴ στὴν Τριάδα καὶ ὑπονομεύει τὴν ἑνότητα τῆς θείας ζωῆς.
Ἡ διάκρισις τῶν θείων προσώπων
Ἕνα δεύτερο ἐπιχείρημα ἀφορᾶ τὶς ὑποστατικὲς ἰδιότητες τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς γεννητὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορευτό.
Γιὰ τὸν Βρυέννιο, τὸ Φιλιόκβε θολώνει αὐτὲς τὶς διακρίσεις, καθὼς ἀποδίδει στὸν Υἱὸ μία λειτουργία ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Πατέρα. Ἔτσι, οἱ προσωπικὲς ἰδιότητες τῶν θείων προσώπων παύουν νὰ εἶναι ἀπολύτως διακριτές.
Ἡ μαρτυρία τῶν Πατέρων
Ἰδιαίτερη βαρύτητα δίνει ὁ Βρυέννιος στὴ διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὑποστηρίζει ὅτι ἡ πατερικὴ παράδοση διδάσκει σταθερὰ πὼς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα.
Ἀναγνωρίζει βεβαίως ὅτι τὸ Πνεῦμα ἀποστέλλεται καὶ φανερώνεται διὰ τοῦ Υἱοῦ μέσα στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας. Ὡστόσο, ἐπιμένει ὅτι αὐτὸ ἀφορᾶ τὴ δράση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο καὶ ὄχι τὴν αἰώνια ὕπαρξη τῆς Ἁγίας Τριάδας.
Θεολογία καὶ οἰκονομία
Σημαντικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὴ θεολογία καὶ τὴν οἰκονομία. Μὲ τὸν ὅρο «θεολογία» οἱ Πατέρες ἀναφέρονται στὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ μὲ τὸν ὅρο «οἰκονομία» στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μέσα στὴν ἱστορία.
Ὁ Βρυέννιος θεωρεῖ ὅτι ἡ δυτικὴ θεολογία συγχέει αὐτὰ τὰ δύο ἐπίπεδα, μεταφέροντας στὴν αἰώνια ζωὴ τῆς Τριάδας στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἱστορικὴ ἀποστολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τὸ ἐκκλησιολογικὸν ζήτημα
Πέρα ἀπὸ τὴ θεολογικὴ διάσταση, ὁ Βρυέννιος ἐγείρει καὶ ἐκκλησιολογικὲς ἐνστάσεις. Ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καθορίστηκε ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τροποποιηθεῖ μονομερῶς ἀπὸ καμία τοπικὴ Ἐκκλησία.
Κατὰ συνέπεια, ἡ προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε δὲν ἀποτελεῖ μόνο δογματικὸ πρόβλημα, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ἐκκλησιαστικῆς τάξης καὶ συνοδικῆς αὐθεντίας.
Συμπέρασμα
Γιὰ τὸν Βρυέννιο, ἡ ἀπόρριψη τοῦ Φιλιόκβε δὲν ἦταν μία δευτερεύουσα θεολογικὴ διαφωνία. Ἀντιθέτως, ἀφοροῦσε τὸν ἴδιο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία κατανοεῖ τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἡ ὑπεράσπιση τῆς μοναρχίας τοῦ Πατρός, τῆς πατερικῆς παράδοσης καὶ τῆς συνοδικῆς πίστης ἀποτελοῦσε, κατὰ τὴ σκέψη του, ἀναγκαία προϋπόθεση γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.
Μᾶρκος τῆς Ἐφέσου
Τὸν 15ο αἰώνα ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία βρισκόταν ἤδη σὲ βαθιὰ κρίση. Ἡ Κωνσταντινούπολη ἀπειλοῦνταν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ προέλαση καὶ ἀναζητοῦσε ἀπεγνωσμένα βοήθεια ἀπὸ τὴ Δύση. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο γεννήθηκε μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες μεγάλες προσπάθειες ἐπανένωσης μεταξὺ τῆς Λατινικῆς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας: ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας. Ἕνα ἱστορικὸ γεγονὸς γεμᾶτο πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἐλπίδα, ποὺ ὅμως κατέληξε νὰ ἀναδείξει ἐκ νέου τὶς βαθιὲς διαφορὲς μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ σύγκρουση ξεχωρίζει μία καθοριστικὴ μορφή: ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, Μητροπολίτης Ἐφέσου. Ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς ἀνατολικοὺς ἐπισκόπους ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει τὴν ἕνωση.
Ὁ Μᾶρκος Εὐγενικὸς γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1392. Ἔλαβε ἐξαιρετικὴ μόρφωση στὴ φιλοσοφία, τὴ ρητορικὴ καὶ τὴ θεολογία στὴ βυζαντινὴ πρωτεύουσα. Ἦταν βαθιὰ ριζωμένος στὴν παράδοση τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴ θεολογία τῆς Ἀνατολῆς. Ἀργότερα ἔγινε Μητροπολίτης Ἐφέσου, μίας ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἐπισκοπικὲς ἕδρες τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου.
Ὁ ρόλος του ἔγινε καθοριστικός, ὅταν ἐπιλέχθηκε νὰ συμμετάσχει στὴν προσπάθεια ἕνωσης Ἀνατολῆς καὶ Δύσης, τὴν ὁποία προωθοῦσε ὁ αὐτοκράτορας μὲ σκοπὸ νὰ ἐξασφαλίσει στρατιωτικὴ βοήθεια ἐναντίον τῶν Ὀθωμανῶν.
Ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας συγκλήθηκε μὲ ἕνα σαφῆ στόχο: νὰ θεραπεύσει τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 μεταξὺ Ρώμης καὶ Κωνσταντινούπολης. Οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι ἔφτασαν στὴν Ἰταλία μὲ μεγάλες προσδοκίες, ἀλλὰ καὶ μὲ βαθιὲς ἐσωτερικὲς διαφωνίες. Κάποιοι ἐπίσκοποι ἦταν πρόθυμοι νὰ προχωρήσουν σὲ συμβιβασμὸ μὲ τὴ Λατινικὴ ἐκκλησία. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Ἅγ. Μᾶρκος τῆς Ἐφέσου, πίστευαν ὅτι ἡ ἑνότητα δὲν μποροῦσε νὰ οἰκοδομηθεῖ εἰς βάρος τῆς ἀλήθειας τῆς πίστης.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ θέση του ἦταν ξεκάθαρη. Τὸ πρόβλημα δὲν ἦταν πολιτικό, ἀλλὰ δογματικό.
Τὸ Filioque
Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα ζητήματα ἦταν τὸ Filioque. Ἡ λατινικὴ θεολογία ὑποστήριζε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ». Ὁ Μᾶρκος τῆς Ἐφέσου ἀπέρριπτε αὐτὴ τὴ διατύπωση, ὄχι ὡς μία δευτερεύουσα λεπτομέρεια, ἀλλὰ ὡς θεμελιῶδες ζήτημα τῆς τριαδολογίας.
Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ θεολογία, ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ μόνη ἀρχὴ καὶ αἰτία τῆς θεότητας. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐνῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα. Κατὰ τὸν Ἅγ. Μᾶρκο, ἡ προσθήκη «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» εἰσάγει δύο ἀρχὲς μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀποδυναμώνει τὴ μοναρχία τοῦ Πατρὸς καὶ συγχέει τὶς προσωπικὲς ἰδιότητες τῶν θείων ὑποστάσεων.
Τὸ πρωτεῖον τοῦ Πάπα
Ἕνα ἀκόμη κεντρικὸ σημεῖο διαφωνίας ἦταν ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ἡ λατινικὴ θέση ὑποστήριζε τὸ καθολικὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Ὁ Ἅγ. Μᾶρκος τῆς Ἐφέσου ἀπέρριπτε αὐτὴ τὴν ἀντίληψη. Γιὰ ἐκεῖνον, ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης κατεῖχε μόνο πρωτεῖο τιμῆς καὶ ὄχι καθολικὴ δικαιοδοτικὴ ἐξουσία πάνω στοὺς ἄλλους πατριάρχες. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀνατολικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ κοινωνία αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν, ἑνωμένων στὴν ἴδια πίστη, χωρὶς νὰ ὑποτάσσονται σὲ ἕνα μοναδικὸ κέντρο ἐξουσίας.
Τὸ καθαρτήριον πῦρ
Τὸ ζήτημα τῆς μεταθανάτιας ζωῆς ἀποτέλεσε ἐπίσης σημεῖο ἔντονης διαφωνίας. Ἡ λατινικὴ θεολογία τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας δίδασκε τὴν ὕπαρξη τοῦ καθαρτηρίου πυρός, δηλαδὴ μίας ἐνδιάμεσης κατάστασης καθαρμοῦ μετὰ τὸν θάνατο.
Ὁ Μᾶρκος τῆς Ἐφέσου ἀπέρριπτε αὐτὴ τὴ διδασκαλία γιὰ τρεῖς βασικοὺς λόγους. Πρῶτον, θεωροῦσε ὅτι δὲν μαρτυρεῖται μὲ σαφήνεια στὴν πατερικὴ παράδοση. Δεύτερον, πίστευε ὅτι μετατρέπει τὴν κάθαρση σὲ μία νομικὴ διαδικασία ποινῆς καὶ ἀνταμοιβῆς. Καὶ τρίτον, θεωροῦσε ὅτι εἰσάγει ὑπερβολικὰ ὑλικὲς εἰκόνες γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς μετὰ τὸν θάνατο.
Ἀντίθετα, δίδασκε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἄκτιστο φῶς. Ἡ ἴδια ἡ θεία παρουσία βιώνεται ὡς μακαριότητα ἀπὸ τοὺς δικαίους καὶ ὡς κόλαση ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν ἀπορρίπτουν. Δὲν ὑπάρχουν δύο διαφορετικὲς πραγματικότητες, ἀλλὰ μία καὶ ἡ αὐτὴ θεία παρουσία, ἡ ὁποία γίνεται παράδεισος ἢ κόλαση ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ στάσις του εἰς τὴν Σύνοδον
Γιὰ τὸν Μᾶρκο τῆς Ἐφέσου, τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας ἦταν ἡ πιστότητα στὴν παράδοση τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ποὺ ἀναγνωρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μία διδασκαλία μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀληθινὴ μόνο ἐφόσον βρισκόταν σὲ πλήρη ἁρμονία μὲ αὐτὴ τὴ ζωντανὴ παράδοση. Ἂν αὐτὴ ἡ ἁρμονία ἀπουσίαζε, καμία σύνοδος δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἐπιβάλει ὡς ἀποδεκτή.
Στὸ τέλος τῆς Συνόδου σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐπίσκοποι ὑπέγραψαν τὴν ἕνωση μὲ τὴ Ρώμη. Σχεδὸν ὅλοι. Ὁ Ἅγ. Μᾶρκος τῆς Ἐφέσου ἀρνήθηκε. Ἡ θέση του παρέμεινε ἀμετάβλητη: ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ εἰς βάρος τῆς δογματικῆς ἀλήθειας.
Ἡ στάση αὐτὴ τὸν κατέστησε μία ἀπὸ τὶς πλέον ἀμφιλεγόμενες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ ταυτόχρονα μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιδραστικὲς μορφὲς στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἀνατολὴ ἔγινε τὸ σύμβολο τῆς θεολογικῆς ἀντίστασης ἀπέναντι στὴν ἕνωση τῆς Φλωρεντίας καὶ ἡ διδασκαλία του ἐπηρέασε καθοριστικὰ τὴ μεταγενέστερη ὀρθόδοξη θεολογία.




