Τοῦ Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ
Ἑορτάζουμε κάθε χρόνο τό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί, μεταξύ ἄλλων, ψάλλουμε ὅτι ἡ Γέννησή Της «χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ». Ποιά χαρά ὅμως γευόμαστε ἐμεῖς μπροστά στήν Παναγία; Ἡ λογική λέει ὅτι θά ἔπρεπε νά χαιρόμαστε, ἀφοῦ γεννήθηκε Ἐκείνη, διά τῆς ὁποίας ἦλθε στόν κόσμο σωματικῶς ὁ Θεός Λόγος μέ σκοπό τήν πάσης φύσεως καλυτέρευση.[1] Δυστυχῶς, φαίνεται πώς οἱ περισσότεροι στεκόμαστε κάπως ἀμήχανα μπροστά Της. Μιλᾶμε, γράφουμε, ἀκοῦμε καί ψάλλουμε γιά μιά χαρά ἀξεπέραστη, ἡ ὁποία ὅμως δέν μᾶς ἀγγίζει στό βάθος τῆς ψυχῆς μας. Ἀπό τό πρωί ἕως τό βράδυ τήν ἐπικαλούμαστε, καμιά φορά δακρύζουμε μπροστά στήν εἰκόνα Της, ἀλλά συνήθως τά δάκρυα αὐτά εἶναι συναισθηματικά, δηλαδή ἐπιφανειακά καί δέν προέρχονται ἀπό αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς μας, βαθιά καί οὐσιαστικά.[2] Ἡ χαρά λείπει ἀπό μέσα μας, ἀπό τήν καρδιά, ἀπό τήν διάνοια καί ἀπό κάθε μόριο τοῦ σώματός μας καί γι’ αὐτό ἀτονοῦμε, μᾶς λείπει ἡ ζωή.
Πῶς νά μιλήσουμε λοιπόν γιά τήν Παναγία μας χωρίς αἰσθήματα καθαρά; Χωρίς νοῦ συγκροτημένο; Ὅταν πᾶμε νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία ἀποκαλύπτεται ἡ γύμνια μας περισσότερο ἀπό ποτέ. Πιό πολύ ἀπό ποτέ ἀποκαλύπτεται ὅτι δέν ζοῦμε τήν πίστη μας ὅσο κι ἄν τήν κατέχουμε διανοητικά. Οἱ Πατέρες μας, πού μιλοῦσαν μέ ζωή γιά τήν Παναγία μας καί κάπως ἄγγιζαν κάποιες χορδές τῆς ἀναίσθητης καρδιᾶς μας, ἔχουν φύγει πιά. Ποιός θά μᾶς μιλήσει τώρα γιά τήν Παναγία; Ποιόν θά ρωτήσουμε νά μᾶς πεῖ δυό λόγια σέ ἐμᾶς πού ὅλη μας τή ζωή μεριμνούσαμε καί τυρβάζαμε περί πολλά ἐφήμερα πράγματα, ἀλλά τώρα καταλαβαίνουμε τό ἀδιέξοδο στό ὁποῖο αὐτά ὁδηγοῦν; Ποῦ θά βροῦμε δυό λόγια γιά τήν Παναγία ζωντανά, ὥστε νά κινήσουν κάπως τήν καρδιά μας καί νά νιώσουμε ὅτι δέν εἴμαστε μόνο οἱ λάθος ἐπιλογές μας, τά ἐλαττώματα καί οἱ ἁμαρτίες μας; Νά γνωρίσουμε λίγο παραπάνω αὐτό τό κατ’ εἰκόνα πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μας, τό ὁποῖο γνωρίζουμε θεωρητικά, ἀλλά δέν τό ζοῦμε; Μόνο κοντά στούς Πατέρες μας πήραμε μία γεύση περί τῆς Παναγίας μας καί τώρα ἔχουμε μείνει μέ «γράμματα καί πλάκες», μέ τά γραπτά δηλαδή τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Μόνοι μας δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε τίποτα. Τά πτυχία μας, οἱ γνώσεις μας, ὅλη μας ἡ σύγχρονη ἐξυπνάδα δέν φτάνει γιά νά διαβάσουμε τό «Βιβλίον» πού λέγεται Παναγία: «οὐ δύναμαι ἀναγνῶναι˙ ἐσφράγισται γάρ»![3]
Ὅταν διαβάζουμε τούς ἐγκωμιαστικούς λόγους τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας στήν Παναγία ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τά πιό ὡραῖα ποιήματα. Ὄχι ἁπλῶς ἐπειδή οἱ συγγραφεῖς τους χρησιμοποιοῦν ὄμορφες λέξεις, ἀλλά κυρίως γιατί αὐτές οἱ λέξεις μιλοῦν γιά πράγματα ἀληθινά πού ὁ συντάκτης τους τά ζεῖ πραγματικά.
Μᾶς μαθαίνουν τήν χαρά οἱ Πατέρες μας. Μᾶς διδάσκουν ὅτι μέ τήν γέννηση τῆς Θεοτόκου ἡ λύπη τῆς προμήτορος Εὔας μετεβλήθη σέ χαρά. Ὑπάρχει πιό μεγάλη λύπη ἀπό αὐτή τῶν Προπατόρων μας, ὅταν ἔχασαν τόν Παράδεισο, ἐπειδή διέκοψαν τήν σχέση τους μέ τόν Θεό; Θά ὑπάρξει μεγαλύτερη ὀδύνη καί γιά ἐμᾶς, προσωπικά γιά τόν καθένα μας, ὅταν Ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ὀφείλουμε τά πάντα μᾶς πεῖ ὅτι δέν σᾶς ξέρω; (Μτθ. κε΄, 12) Ὅμως, ἡ Γέννηση τῆς Παναγίας μας, ἔγινε ἡ αἰτία (διά τοῦ Υἱοῦ Της) νά μεταβληθεῖ ἡ λύπη καί ἡ αἰσχύνη μας σέ χαρά, γιατί Αὐτή ἔγινε ἡ παρρησία μας!
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς μεταφέρει αὐτή τή μεγάλη χαρά. Ἀναφέρεται ἀρχικά στούς ἁγίους γονεῖς τῆς Παναγίας, τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα, σημειώνοντας πώς ὅλη ἡ κτίση τούς εἶναι ὑπόχρεη[4] καί συνεχίζει περιγράφοντας τά δικά του αἰσθήματα μπροστά στό Γενέθλιο τῆς Παναγίας, πού εἶναι ὑπέρτερο ἀπό ὅλα τά θαύματα[5], διότι ἀποτελεῖ τήν ρίζα καί τό προοίμιο τῶν ἄλλων θαυμάτων: τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, τῆς Μεταμορφώσεώς Του, τῶν ἰάσεων, τῆς Ἀναστάσεως καί ὅλων τῶν ἄλλων.
Γράφει λοιπόν ὁ ἅγιος Ἰωάννης: «Ἡ διάνοια μέν ἐξίσταται, φόβος δέ μέ καί πόθος κατεμερίσαντο. Ἡ καρδία πάλλει, καί ἡ γλῶσσα πεπήδηται˙ οὐ φέρω τήν ἡδονήν, νικῶμαι τοῖς θαύμασιν, ἔνθους ὑπό τοῦ πάθους γέγονα. Νικᾶται ὁ πόθος, ὑποχωρείτω ὁ φόβος, ᾀδέτω ἡ κιθάρα τοῦ Πνεύματος˙ Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καί ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ».[6] Σέ ἀντίθεση μέ τόν ἅγιο Πατέρα, ἡ διάνοιά μας ἀδυνατεῖ νά ξεφύγει ἀπό τήν προσκόλλησή της στά σωματικά. Ἡ καρδιά μας παραμένει ἀσυγκίνητη. Πῶς θά γίνει νά μετάσχουμε κι ἐμεῖς σέ αὐτή τήν μεγάλη χαρά;
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μόνη «ἀμόλυντος» καί ἡ μόνη πού θά μποροῦσε νά δεχτεῖ τόν Θεό νά ἐνοικήσει μέσα της σωματικῶς. Μόνη ἡ Παρθένος Παναγία θά μποροῦσε νά δεχτεῖ μέσα της τόν Χριστό, τόν νέο Ἀδάμ, ὥστε, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Προπάτοράς μας ἐπλάσθη «ἐκ παρθένου γῆς» ἀπό τόν Θεό, ἔτσι καί ἐκ τῆς Παρθένου Μαρίας ἔπρεπε νά προέλθει ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ «ἀνάπλασις» τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.[7] Ποιά ἄλλη θά μποροῦσε νά εἶναι ἄξια νά ὑπηρετήσει τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως καί τῆς σωτηρίας μας; Ποιά ἄλλη θά μποροῦσε νά εἶναι ἄξια νά γίνει μητέρα τοῦ Θεοῦ καί «σάρκα δανεῖσαι τῷ πλουτοῦντι τά σύμπαντα;», ποιά ἄλλη ἐκτός ἀπό Ἐκείνη πού προῆλθε «ἐξ Ἰωακείμ καί Ἄννης τῆς ἀκάρπου ῥίζης»; [8]
Ἡ Παναγία μας γεννήθηκε στόν κόσμο μας ὡς «κρῖνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν».[9] Ὅλοι ἐμεῖς εἴμαστε τά ἀγκάθια καί ἀδυνατοῦμε νά καταλάβουμε ποιά εἶναι Ἐκείνη, διά τῆς Ὁποίας ὁ Θεός Λόγος ἐνηνθρώπησε, ὥστε καί ἐμεῖς, ἐάν τό θελήσουμε, νά θεοποιηθοῦμε.
Πῶς θά γίνει νά τά καταλάβουμε κι ἐμεῖς ὅλα αὐτά, ὥστε νά χαροῦμε; Πιστεύουμε ὅτι, ἄν τό ζητήσουμε ἀπό τούς ἁγίους μας Πατέρες, δέν θά μᾶς τό ἀρνηθοῦν, ὅπως τό ἔχουν ἀποδείξει μεσιτεύοντας γιά μᾶς σέ τόσα καί τόσα μας αἰτήματα.
Σημειώσεις:
[1] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Εἰς τήν Γέννησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 661. [2] Ὁ Διδάσκαλός μας πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Βολουδάκης μᾶς εἶχε διευκρινίσει ὅτι τό συναίσθημα εἶναι μιά συν-αισθηματική ὑπερβολή (γι’ αὐτό καί ὑπάρχει μπροστά ἀπό τήν λέξη ἡ πρόθεση συν). Ἡ ὑπερβολή αὐτή στά αἰσθήματα κάνει τόν ἄνθρωπο νά μή βλέπει τήν πραγματικότητα καί πολλές φορές, ἰδίως οἱ γυναῖκες, περιορίζουν τήν θρησκευτικότητά τους σέ μιά ἐπιφανειακή συγκίνηση. [3] Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Εἰς τό Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου, PG 97, 869. [4] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ. π., PG 96, 664. [5] Ὅ. π., PG 96, 676D. [6] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ. π., PG 96, 664C. [7] Μεγάλου Φωτίου, Τά Ἀμφιλόχια, P.G. 102, 560BC. [8] Ὅ. π., P.G. 102, 560BC. [9] Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅ. π., PG 96, 669A




