Φῶς ἐκ Φωτός

Share:

τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, θεολόγου

  Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἱστορικῆς της φανερώσεως κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, φέρει ὀντολογικὰ τὸν χαρακτήρα τῆς ἱεραποστολῆς. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου παραμένει ἀδιάπτωτη καὶ ἐπιτακτικὴ διὰ μέσου τῶν αἰώνων: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. 28:19-20). Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα πρόγραμμα ἐξωτερικῆς δράσεως, ἀλλὰ τὴν ἔκχυση τῆς εὐχαριστιακῆς πληρότητας στὸν κόσμο, ὥστε τὰ διασκορπισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ νὰ συναχθοῦν «εἰς ἕν» (Ἰωάν. 11:52).

  Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν οἰκουμενικὴ προοπτική, ἡ Ἑλλάδα κατέχει μιὰ μοναδική, προνομιακὴ καὶ συνάμα ἐξαιρετικὰ εὐθυνοφόρο θέση. Ὁ ρόλος της δὲν ἑδράζεται σὲ κοσμικὲς διεκδικήσεις ἰσχύος οὔτε σὲ ἕνα ἄγονο, ἐθνοκεντρικὸ ἡγεμονισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ἀπορρίπτει κατηγορηματικὰ τὸν ἐθνοφυλετισμὸ ὡς αἵρεση, ποὺ κατακερματίζει τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πνευματικὴ ἀκτινοβολία τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου θεμελιώνεται στὴν διακονία τῆς Ἀληθείας, στὴν διαφύλαξη τῆς πατερικῆς παρακαταθήκης καὶ στὴν ζωντανὴ ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ἡ Ἑλλάδα ἀναδεικνύεται σὲ παγκόσμιο πνευματικὸ κέντρο, ἐπειδὴ λειτουργεῖ ὡς ἀνοικτὴ κολυμβήθρα ἀναγεννήσεως, ἕνας τόπος ὅπου ὁ σύγχρονος, κουρασμένος ἄνθρωπος ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς προσέρχεται, γιὰ νὰ συναντήσει τὸ ἀνόθευτο ἐκκλησιαστικὸ γεγονός.

  Ἡ σύνδεση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ὑπῆρξε καρπὸς θείας Οἰκονομίας. Ὅταν οἱ Ἕλληνες προσῆλθαν στὸν Χριστὸ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, ὁ Κύριος διεκήρυξε: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 12:23). Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα κατέστη τὸ ὄργανο διατυπώσεως τῶν ὑψηλότερων θεολογικῶν δογμάτων, τὸ ὄχημα διὰ τοῦ ὁποίου ἐκφράστηκε ἡ ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως.

Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Μέγας Βασίλειος στὴν ἐπιστολή του Πρὸς τοὺς νέους, «ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», ἡ προπαιδεία αὐτὴ λειτούργησε ὡς προπαρασκευὴ γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς πλήρους Ἀληθείας:

«Ὥσπερ οὖν αἱ βαφαὶ προπαρασκευάζουσι τὸ ἔριον πρὸς τὴν τοῦ ἀνθηροῦ βαφήν, οὕτω καὶ ἡμεῖς προπαιδευόμεθα τοῖς ἔξωθεν λόγοις, εἶτα τῷ ἱερῷ καὶ ἀπορρήτῳ μαθήματι προσαχθησόμεθα».

Ἡ γλῶσσα τῶν Εὐαγγελίων, τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων παραμένει ζωντανὴ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀφορμὴ καυχήσεως, ἀλλὰ πηγὴ διακονίας πρὸς τὴν οἰκουμένη. Χιλιάδες θεολόγοι, ἀκαδημαϊκοὶ καὶ πνευματικοὶ ἀναζητητὲς ἀπὸ τὴν Δύση, τὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀφρικὴ συρρέουν στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ ἐντρυφήσουν στὴν αὐθεντικὴ γλῶσσα τῶν Πατέρων, ὑπερβαίνοντας τὶς στρεβλώσεις ποὺ δημιούργησε ἡ σχολαστικὴ θεολογία καὶ ὁ δυτικὸς νομικισμός.

Στὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς οἰκουμενικῆς ἀκτινοβολίας δεσπόζει ὁ Ἄθωνας. Tὸ Ἅγιον Ὄρος ἀποτελεῖ τὸ παγκόσμιο ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητας, ἕνα τόπο ὅπου ἡ θεολογία δὲν διδάσκεται ἁπλῶς ὡς ἀκαδημαϊκὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ βιώνεται ὡς ἀδιάλειπτη ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, γνήσιος ἐκφραστὴς τῆς ἀθωνικῆς παραδόσεως, σημειώνει: «Ἡ προσευχὴ ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἱεραποστολή. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἑνωθεῖ μὲ τὴν καρδιὰ καὶ προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν Ἀδάμ, τότε ἡ Ἐκκλησία γίνεται αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἶναι: τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγκαλιάζει ὅλη τὴν κτίση».

Ἡ ἱεραποστολὴ ποὺ ἀσκεῖται στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν χρησιμοποιεῖ μέσα κοσμικῆς προπαγάνδας. Εἶναι ἡ «διὰ τῆς ὑπάρξεως» μαρτυρία. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὸν ὑπερκαταναλωτισμὸ καὶ τὸν ὑπαρξιακὸ μηδενισμό, βρίσκει στοὺς ἁγιορεῖτες ἀσκητὲς τὴν ἀπάντηση στὸ αἴτημα τῆς αὐθεντικότητας.

Ἡ ὀρθόδοξη νηπτικὴ παράδοση, ὅπως διατυπώθηκε στὴν Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, προσελκύει ἑτερόδοξους καὶ ἀλλόθρησκους ποὺ ἀναζητοῦν τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη. Στὰ κοινόβια τοῦ Ἄθωνα συμβιώνουν ἁρμονικὰ Ἕλληνες, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ρῶσοι, Γάλλοι, Ἀμερικανοὶ καὶ Ἀφρικανοὶ μοναχοί, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἐν Χριστῷ «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολ. 3:11). Μορφὲς ὅπως ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς ἔγιναν παγκόσμιοι πόλοι ἕλξεως, καθοδηγώντας ψυχὲς ἀπὸ κάθε ἤπειρο στὴν Ὀρθόδοξη πίστη.

Ἡ Ἑλλάδα δὲν ἀποτελεῖ μόνον ὑποδοχέα ἀναζητητῶν, ἀλλὰ καὶ ἀφετηρία ἔμπρακτης ἱεραποστολικῆς ἐξόδου πρὸς τὰ ἔθνη. Μὲ ἐπίκεντρο τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας καὶ πάσης Ἀφρικῆς, καθὼς καὶ τὶς ἱεραποστολικὲς προσπάθειες στὴν Ἀσία καὶ τὴν Ὠκεανία, τὸ ἑλληνικὸ ὀρθόδοξο ἦθος ἐκφράζεται ὡς θυσιαστικὴ διακονία.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει τὴν εὐθύνη τοῦ χριστιανοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ πλησίον:

«Οὐδὲν οὕτω ψυχρόν, ὡς χριστιανὸς ἑτέρους μὴ βουλόμενος σῴζειν… Μὴ εἴπῃς, ἀδύνατόν μοι ἑτέρους ὠφελῆσαι· εἰ γὰρ χριστιανὸς εἶ, ἀδύνατον μὴ γενέσθαι τοῦτο» (Ὁμιλία Κ΄ εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων).

Ἡ ὀρθόδοξη ἱεραποστολή, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῶν Θεσσαλονικέων Ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου, δὲν ἐπιβάλλει πολιτισμικὰ πρότυπα. Ἀντίθετα:

  • Σέβεται τὴν τοπικὴ ταυτότητα: Μεταφράζει τὴν Θεία Λειτουργία καὶ τὰ ἱερὰ κείμενα στὶς αὐτόχθονες γλῶσσες. • Συνδυάζει τὸν λόγο μὲ τὴν πράξη: Ἱδρύει σχολεῖα, νοσοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ γεωτρήσεις πόσιμου νεροῦ, ἐκφράζοντας τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο. • Ἀναδεικνύει γηγενῆ κλῆρο: Ἐμπιστεύεται τὴν διαποίμανση στὶς τοπικὲς κοινωνίες, ἀποφεύγοντας τὸν ἐκκλησιαστικὸ ἀποικιοκρατισμό.

Ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς διέρχεται μιὰ βαθειὰ κρίση νοήματος. Ὁ ἀτομοκεντρισμός, ἡ ἀποϊεροποίηση τῆς ζωῆς καὶ ἡ διάσπαση τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων ὁδηγοῦν πολλοὺς δυτικοὺς στοχαστὲς καὶ καθημερινοὺς ἀνθρώπους στὴν ἀναζήτηση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὑπερασπιζόμενος τὴν διάκριση οὐσίας καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν στὸν Θεό, κατέδειξε ὅτι ἡ σωτηρία δὲν εἶναι μιὰ ἠθικὴ βελτίωση, ἀλλὰ πραγματικὴ μετοχὴ στὴν θεία ζωή:

«Ἐπειδὴ γὰρ πᾶσιν ἐπικοινωνεῖ τοῖς οἰκείοις ὁ Θεός, καὶ οὐδέν ἐστι τῶν ὄντων ὃ μὴ μετέχει τῶν αὐτοῦ ἐνεργειῶν, διὰ τοῦτο καὶ πᾶσι παρέχει τὴν ἑαυτοῦ χάριν, κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἑκάστου δεκτικότητος» (Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων).

Ἡ Ἑλλάδα προσφέρει αὐτὸ τὸ θεολογικὸ ἀντίδοτο:

  • Τὴν θέαση τῆς Ἐκκλησίας ὡς Θεραπευτηρίου καὶ ὄχι ὡς δικαστηρίου. • Τὴν μετάβαση ἀπὸ τὸ ἀπομονωμένο «ἄτομο» στὸ ἐν κοινωνίᾳ «πρόσωπο». • Τὴν εὐχαριστιακὴ πρόσληψη τοῦ κόσμου ἀπέναντι στὴν οἰκολογικὴ καταστροφὴ καὶ τὴν χρησιμοθηρία.

Ἡ ἀναγνώριση τῆς Ἑλλάδος ὡς οἰκουμενικοῦ πνευματικοῦ φάρου δὲν ἐπιτρέπει κανένα ἐφησυχασμό. Ἀντίθετα, θέτει τὸν σύγχρονο ἑλληνισμὸ ἐνώπιον μιᾶς τεράστιας ἱστορικῆς καὶ πνευματικῆς εὐθύνης. Ὁ Κύριος προειδοποίησε σαφῶς: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου… οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5:14-16).

Ἐὰν ἡ Ἑλλάδα ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὶς πνευματικές της ρίζες, ἐὰν παραδοθεῖ στὴν ἐκκοσμίκευση καὶ τὴν ἠθικὴ ἀδιαφορία, παύει νὰ λειτουργεῖ ὡς φάρος καὶ καθίσταται «ἅλας μωρανθέν» (Ματθ. 5:13). Ἡ διατήρηση τῆς ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας, ἡ ποιμαντικὴ ἐγρήγορση καὶ ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη πρὸς κάθε ἄνθρωπο ποὺ προσεγγίζει τὴν χώρα — εἴτε ὡς προσκυνητής, εἴτε ὡς μετανάστης, εἴτε ὡς πνευματικὸς ἀναζητητής — ἀποτελοῦν τὶς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις,γιὰ νὰ συνεχίσει ἡ Ἑλλάδα νὰ ἐπιτελεῖ τὴ θεόσδοτη ἱεραποστολική της κλήση μέσα στὸν 21ο αἰώνα.

Ἡ οἰκουμενικὴ ἀκτινοβολία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ὑπόθεση τοῦ παρελθόντος. Εἶναι μιὰ ζωντανή, καθημερινὴ πραγματικότητα ποὺ συντελεῖται σὲ κάθε μοναστήρι, σὲ κάθε ἐνορία καὶ σὲ κάθε ἱεραποστολικὸ κλιμάκιο, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν» (Ρωμ. 10:18).

  Next Article

Ἡ οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ