ΔΙΑΦΟΡΟΙ αἱρετικοί, νεοπαγανιστὲς καὶ ἄθεοι, μὲ προεξάρχοντες τοὺς ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, μᾶς κατηγοροῦν γιὰ «εἰδωλολατρία», διότι προσκυνᾶμε (καὶ) τὸν Τίμιο Σταυρό. Αὐτὴ εἶναι μία καθαρὴ συκοφαντία, διότι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει κάμει τὴν ἀπαραίτητη διάκριση μεταξὺ λατρείας, ἡ ὁποία ἀνήκει μόνο στὸν Θεὸ καὶ στὴν τιμητικὴ προσκύνηση, ἡ ὁποία ἀποδίδεται στοὺς Ἁγίους καὶ σὲ ἱερὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαγιασμένα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας. Ὑψώνει τὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρὸ καὶ τὸν ἐκθέτει σὲ προσκύνηση, ὡς τὸ κατεξοχὴν σημεῖο τῆς θείας ἀγάπης καὶ τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου. Ἡ προσκύνησή του δὲν ἀποτελεῖ ἐπιστροφὴ στὴν εἰδωλολατρία οὔτε ἀπόδοση θεϊκῶν ἰδιοτήτων στὴν ὕλη, ἀλλὰ ζωντανὴ ὁμολογία πίστεως πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Κύριο, ὁ ὁποῖος «διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Ὁ πιστὸς δὲν γονατίζει μπροστὰ σὲ ἕνα κομμάτι ξύλο· γονατίζει μπροστὰ στὸ ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς θείας συγκατάβασης. Ἀσπάζεται τὸν Σταυρό, διότι πάνω σὲ αὐτὸν ἅπλωσε ὁ Χριστὸς τὰ πανάχραντα χέρια Του, γιὰ νὰ ἀγκαλιάσει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸν τιμᾶ, διότι ἔγινε ἡ κλίμακα ποὺ ἑνώνει τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, τὸ τρόπαιο τῆς νίκης κατὰ τοῦ Ἅδη καὶ ἡ ἀδιάψευστη μαρτυρία ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ κάθε μορφὴ κακοῦ. Ὁ Τίμιος Σταυρὸς δὲν εἶναι σύμβολο ἥττας, ἀλλὰ τὸ λάβαρο τῆς Ἀναστάσεως. Δὲν εἶναι μνημεῖο θανάτου, ἀλλὰ πηγὴ ζωῆς. Δὲν εἶναι ἀντικείμενο λατρείας, ἀλλὰ σημεῖο τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Ὅσο ἡ Ἐκκλησία θὰ κηρύττει τὸν «Χριστὸν ἐσταυρωμένον», τόσο ὁ Σταυρὸς θὰ παραμένει ἡ ἀκατάλυτη σφραγίδα τῆς Ὀρθόδοξης πίστεως, τὸ ὅπλο τῶν πιστῶν, ἡ ἐλπίδα τῶν δοκιμαζομένων καὶ ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τοῦτο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφωνεῖ διαχρονικά: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ.6,14). Εἶναι ἐν Χριστῷ καύχηση ἡ τιμή του καὶ δὲν ὁδηγεῖ στὴν εἰδωλολατρία· ὁδηγεῖ στὴ συνάντηση μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του χάρισε στὸν κόσμο τὴ ζωή, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν αἰώνια ἐλπίδα.




