“Ἔτσι νὰ μιλᾶς μὲ τὸν Θεό, σάν νὰ σηκώνης τὸ τηλέφωνο”
«Πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», (Λουκ. ιβ, 31):
Ἐσεῖς μόνο νὰ ζητᾶτε ὡς τὸ κυριότερο ἀπ’ὅλα τὸ νὰ ζήσετε τὴ ζωὴ τῆς χάριτος καὶ τῆς ὑπακοῆς στὸ Θεό. (ἡ ὁποία θὰ σᾶς καταστήση μέλη τῆς βασιλείας του ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ θὰ μᾶς ἐξασφαλίση τὴν κληρονομιὰ τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν της στὸ αἰώνιο μέλλον. Καὶ ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ θά σᾶς δοθοῦν μαζὶ μὲ ἐκεῖνα).
Μᾶς ἔδωκε ὁ Θεὸς ἐντολὴ νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἴδιο αὐτὸ ποὺ χρειζόμαστε καὶ αὐτὸς ξέρει καλύτερα τί πρέπει νὰ μᾶς δώση.
Ὁ θεῖος Ἰωάννης λέγει : Ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνεξερεύνητη. Γιατί ἐὰν ὁ ἀνίδεος δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήση τὴν τέχνη τῶν ἀνθρώπων, πολὺ περσσότερο εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζη ἡ ἀνθρώπινη διάνοια τὸ ἄπειρο τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ.
Ὅ,τι ζητᾶμε, θὰ πρέπει νὰ τὸ ζητᾶμε μὲ πίστη.
Ποτὲ δὲν θὰ γίνουμε καλοὶ χριστιανοί, ἂν δὲν διατηρήσουμε ἄσβεστη στὴν καρδιά μας τὴ φλόγα τῆς πίστεως
- Ὁ Ὅσιος Ἀμβρόσιος Λάζαρης μᾶς συμβουλεύει:
«Ὅταν ζητᾶτε τὴ βοήθεια ἑνὸς Ἁγίου καὶ λέτε «Ἅγιέ μου, βοήθα με», ὁ Ἅγιος τὴν ἴδια στιγμὴ πού τὸ ζητᾶτε εἶναι δίπλα σας.
Δὲν σᾶς ἀφήνει νὰ τὸ καταλάβετε.
Σᾶς προσφέρει τὴ βοήθεια ὄχι ἄμεσα, ἀλλὰ ἁπαλά, σιγά, ὅπως ὁ Θεὸς πλησιάζει τὸν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ μὴ ἀνέβη ὁ ἐγωισμός σας.
Θὰ δεῖτε, μέρα μὲ τὴ μέρα, ὅτι αὐτὸ πού ζητήσατε λύνεται καὶ ἔρχεται, ἂν εἶναι γιὰ τὸ ὄφελος τῆς ψυχῆς σας…»
«Νὰ μιλᾶς μὲ τὸν Θεό, σὰν νὰ σηκώνης τὸ τηλέφωνο…»
- Στό βιβλίο, «Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ», Δαβίτη Δήμητρα Β., Ἐκδόσεις: Ἄθως, ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος τονίζει:
-Κάθε φορά ποὺ εἶχα νὰ κάνω κάτι καὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ μὴ σφάλω μὲ τὴν ἀπόφαση ποὺ θὰ ἔπαιρνα, ἤθελα πάντα νὰ ἔχω τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντα. Γι’ αὐτὸ μερικὲς φορὲς ἦταν συχνὰ τὰ τηλεφωνήματα.
Ἕνα βράδυ σὲ ἕνα τηλεφώνημα δὲν μοῦ εἶπε τίποτα, παρὰ ἀναφερόταν μὲ ἔντονο τρόπο στὴν ἀγάπη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μοῦ εἶπε ἀρκετὲς φορὲς τὴν φράση: «Ὑπάρχει πρόνοια, ὑπάρχει πρόνοια», μὴ φοβᾶσαι- νὰ χαίρεσαι. Να ἔχης τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ὡς μία ὀμπρέλλα καὶ νὰ εἶσαι ἀπὸ κάτω.
Ἦταν πολὺ συγκινητικὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔλεγε, τὰ λόγια του ἦταν σαφῆ μὲ ἀργὸ καθαρὸ ρυθμό. Στὸ τέλος μοῦ εἶπε:
-Ξέρεις τώρα μιλᾶμε μὲ τὸ τηλέφωνο- ἔτσι νὰ μιλᾶς μὲ τὸν Θεό, σὰν νὰ σηκώνης τὸ τηλέφωνο καὶ νὰ τοῦ λὲς ὅ,τι θέλεις ἀπ’εὐθείας. Να ἔχης πάντα ἀνοικτὴ γραμμή, μὴ σπάσης ποτὲ τὸ καλώδιο αὐτό.
Ὅλα στὴ ζωὴ μας ἤθελε νὰ τὰ προσανατολίζη ἔτσι, ὥστε νὰ ἔχουν πάντοτε σχέση μὲ τὸν Θεό. Καὶ πάλι μοῦ ἔβαλε στὴν καρδιά μου τὸ νόημα καὶ τὴν βασικὴ οὐσία τῆς Προσευχῆς.
Τὸ κομποσχοίνι-τηλέφωνο τοῦ π. Ζωσιμᾶ (1850-1936)
…Τελικά, ὁ Στάρετς ἔμεινε κατάκοιτος, διότι ἦταν τόσο ἄρρωστος ποὺ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως τῆς ὑγείας του. [Στάρετς, στὰ ρωσικὰ = ὀρθόδοξος πνευματικὸς διδάσκαλος, αὐτὸ ποὺ λέμε ἑλληνικὰ “Γέροντας”] Ἦταν ἕτοιμος μὲ χαρὰ νὰ περάση στὴν αἰωνιότητα καὶ εἶχε πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅτι θὰ πέθαινε σὲ λίγες ἡμέρες. Ὁ Στάρετς διάβασε τὴν εὐχὴ εἰς ψυχορραγοῦντας μόνος του, καὶ ἔψαλε τὸν κανόνα τῆς Ἀναστάσεως σιγά, μὲ μία φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν (*).
Τότε ὅμως, ξαφνικά, αἰσθάνθηκε μέσα στὴν καρδιά του, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Τρύφων τὸν ἤθελε καὶ ὅτι ὁ Κύριος θὰ παρέτεινε τὴν ζωή του καὶ θὰ τοῦ χάριζε λίγο χρόνο ἀκόμα.
«Τί εἶναι αὐτό; Γιατί;», στέναξε ὁ Στάρετς στὴν προσευχή του. «Μά, γιατί μὲ θέλει τόσο πολὺ ὁ Βλαντίκα Τρύφων; [βλαντίκα, στὰ ρωσικὰ = πατερούλης (στοργικὴ ἔκφραση γιὰ ἐπισκόπους)] Νομίζω πὼς θὰ τὸν φωνάξω ἐδῶ. Ἄς μοῦ πῆ ὁ ἴδιος τί σημαίνουν ὅλα αὐτά».
Τότε ὁ Στάρετς πῆρε τὸ κομποσχοίνι του, τὸ ἔβαλε στὸ μέτωπό του καὶ μπροστὰ στὴν νοικοκυρὰ τοῦ διαμερίσματός του Ε.Γ.Π. εἶπε:
–Λοιπόν, ἂς εἶναι τὸ κομποσχοίνι αὐτὸ ἕνα τηλέφωνο γιὰ μένα. Τρύφων, ἀγαπητέ μου, ἔλα ἐδῶ σὲ μένα ἀμέσως. Ἤμουν ἕτοιμος νὰ πεθάνω, ἀλλὰ ἡ καρδιά μου μοῦ λέει ὅτι μὲ θέλεις ἀκόμα. Ἔλα γιὰ νὰ μιλήσω μαζί σου.
Ἡ νοικοκυρὰ κοίταξε τὸν Στάρετς μὲ οἶκτο:
– Τώρα, γιατί κοροϊδεύετε καὶ κάνετε τὸν τρελλό; Λέτε πὼς τὸ κομποσχοίνι σας εἶναι ἕνα τηλέφωνο… Εἶστε μωρὸ καὶ παίζετε κάποιο παιχνίδι; Ποιὸς θὰ σᾶς ἀκούση; Μὰ κι ἂν ἀκόμα πράγματι τηλεφωνούσατε στὸν Μητροπολίτη Τρύφωνα, δὲν θὰ ἐρχόταν.
– Τὸν ἔχω φωνάξει καὶ θὰ δοῦμε τί συμβαίνει, εἶπε ὁ Στάρετς μὲ πραότητα.
Μετὰ ἀπὸ μισή ὥρα, κτύπησε τὸ κουδούνι στὴν πόρτα. Τὴν ἄνοιξαν. Ὁ ὑποδιάκονος τοῦ Μητροπολίτου Τρύφωνος εἶχε φθάσει, γιὰ νὰ τοὺς προειδοποιήση πὼς ὁ Μητροπολίτης θὰ ἐρχόταν στὸν Στάρετς, καὶ ἤδη εἶχε ξεκινήσει. Ἡ ἔκπληξη τῆς νοικοκυρᾶς δὲν εἶχε ὅρια.
Ἡ συνάντηση τῶν δύο Γερόντων ἦταν πολὺ συγκινητική».
Ἡ προσευχή εἶναι ἡ ἄμεση ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, τήν Παναγία μας ἤ μέ τούς Ἁγίους μας.




