Ἐν ὄψει τῆς τακτικῆς συνελεύσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας (6-8 Ὀκτωβρίου) καί ἐξ ἀφορμῆς σχετικοῦ θέματος πού πρόκειται νά ἐξετασθεῖ, ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης μας κ. Συμεών ἔδωσε στή δημοσιότητα τό ἀκόλουθο κείμενο.
Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀκροτελευτίου θέματος «Περί βοηθῶν ἐπισκόπων», τό ὁποῖο περιλήφθηκε στήν ἡμερήσια διάταξη τῆς προσεχοῦς τακτικῆς συγκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας (6-8 Ὀκτωβρίου), αἰσθάνομαι τό χρέος νά διατυπώσω καί δημόσια τίς ἀπόψεις μου περί τοῦ θέματος. Καί λέγω καί δημόσια (δηλαδή, «ἐνώπιον Ἐκκλησίας»), διότι κατ᾽ ἐπανάληψιν ἐξέφρασα ἐπί τοῦ θέματος τούτου τίς σκέψεις μου τόσο προφορικῶς ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου —τῆς Ἱεραρχίας καί τῆς Διαρκοῦς— ὅσο καί γραπτῶς ἐπί σχετικοῦ ἐρωτήματος, τό ὁποῖο ἀπηύθυνε μέ τήν ὑπ᾽ ἀριθμ. 2865 Ἐγκύκλιό της ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τό 2008 πρός τά μέλη τῆς Ἱεραρχίας.
1. Ἀποτελεῖ πεποίθησή μου ὅτι ὁ θεσμός τῶν βοηθῶν ἤ τιτουλαρίων ἐπισκόπων, πού δέν ἐκλέγονται γιά ὑπαρκτή —ἔστω καί μικρή— ἐκκλησιαστική ἐπαρχία καί δέν τούς ἀνατίθεται ἡ διαποίμανση συγκεκριμένου ποιμνίου, δέν συνάδει μέ τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων. Καί εἶναι μέν ἀληθές ὅτι κατά καιρούς ἡ Ἐκκλησία μας προσέφυγε στή χρήση τοῦ ἐν λόγω θεσμοῦ, ἡ ἀνάπτυξη ὅμως τοῦ κλάδου τῆς ἐκκλησιολογίας καί τά πρακτικά προβλήματα τά ὁποῖα ἀνέκυψαν ἀπό τήν ἐφαρμογή τοῦ θεσμοῦ, ὁδήγησαν τελικῶς στήν κατάργηση τῶν νομοθετημένων θέσεων βοηθῶν ἐπισκόπων διά τοῦ ἐν ἰσχύει Καταστατικοῦ Χάρτου (Ν. 590/1977), τοῦ καλυτέρου καί ἐκκλησιολογικῶς ἐγκυροτέρου Καταστατικοῦ Χάρτου ἀπό τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς αὐτοκέφαλης μέχρι σήμερα.
2. Ἀτυχῶς ἡ δημιουργία θέσεων βοηθῶν ἐπισκόπων ἐπανῆλθε κατ᾽ ἐπανάληψιν δι᾽ ἄλλων ὁδῶν: ἐξωκαταστατικῆς νομοθέτησης θέσεων ἤ ἀκόμη καί μέ τήν προβληθεῖσα ἄποψη ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς Ἐκκλησίας νά ἐκλέγει ὅσους βοηθούς ἐπισκόπους ἐκείνη κρίνει πώς τῆς χρειάζονται, χωρίς νά ὑφίστανται νομοθετημένες θέσεις, καί οἱ ἐκλεγόμενοι νά συνεχίσουν νά ἀμείβονται μέ τόν μισθό τῶν ἐφημεριακῶν θέσεων τίς ὁποῖες θά ἐξακολουθήσουν νά κατέχουν καί μετά τήν ἀνάδειξή τους σέ βοηθούς ἤ τιτουλαρίους ἐπισκόπους! Ἔτσι φθάσαμε τελευταῖα στό φαινόμενο ὁ ἐνδιαφερόμενος Μητροπολίτης μετά ἀπό συνεννόηση καί συμφωνία μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί μόνο νά ἀποκτᾶ θέση βοηθοῦ ἐπισκόπου γιά τήν ὁποία καί συμφωνεῖται ποιός θά τήν καταλάβει, καί ἡ Ἱεραρχία νά ὑποχρεώνεται νά συμμετάσχει σέ μία διαδικασία δῆθεν ἐκλογῆς, ἐνῶ στήν οὐσία δέν εἶναι παρά ἀποδοχή προειλημμένης ἐπιλογῆς. Τό λεγόμενο «τριπρόσωπο» δέν εἶναι παρά τό «φύλλο συκῆς» γιά νά μοιάζει ἡ προειλημμένη ἀπόφαση μέ ἐκλογή.
3. Τό θέμα τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων κάθε φορά πού συζητιόταν ἀναφερόταν στήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί τίς Μητροπόλεις τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας μας καί μόνο, δεδομένου ὅτι ὁ Ε’ Ὅρος τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ 1928, μέ τήν ὁποία ὑπήχθησαν διοικητικῶς οἱ Μητροπόλεις τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προβλέπει ρητῶς τήν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων. Ἑπόμενο ἦταν νά τεθεῖ τό ἐρώτημα: Οἱ Μητροπόλεις αὐτές θά ἑξαιροῦντο ἀπό τή δυνατότητα νά ἀποκτήσουν βοηθό ἐπίσκοπο ἐάν κάποιοι ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν προέβαλαν σχετικό αἴτημα; Μιά τέτοια ἐξαίρεση ὅμως —ἄν τελικά ἴσχυε— θά ἔπληττε τή διοικητική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἔτσι ἀκολουθήθηκε ἡ ὁδός νά ζητεῖται ἡ ἄδεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου προκειμένου νά παρεκάμπτετο ὁ Ε’ Ὅρος τῆς Πράξεως (πράγμα τό ὁποῖο ἴσχυσε σέ τρεῖς περιπτώσεις). Ὡστόσο, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι αὐτό ἀντιβαίνει στή βαρύτητα ἡ ὁποία προσδόθηκε στό ἐν λόγω κείμενο καί γιά τήν τήρηση ἤ μή ἄλλης διατάξεως τοῦ ἴδιου Ὄρου ἀπειλήθηκε νά προκληθεῖ σχίσμα, πρός ἀποσόβηση τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία μας μέ ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τό 2004 ἀπεδέχθη τήν πιστή τήρηση τῶν Ὅρων τῆς ἐν λόγω Πράξεως.
4. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καί στό παρελθόν ἡ Ἐκκλησία μας κατέφυγε στήν ἀνάδειξη βοηθῶν ἐπισκόπων εἴτε γιά τήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν (λόγω τῆς ἐκτάσεως καί τοῦ πολυπληθοῦς ποιμνίου της, προτοῦ μάλιστα νά ἱδρυθοῦν οἱ περιφερειακές προαστιακές Μητροπόλεις) εἴτε γιά ἐπαρχιακές Μητροπόλεις. Τά πράγματα, ὡστόσο, ἔδειξαν ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις ἡ συνύπαρξη Μητροπολίτου καί βοηθοῦ Ἐπισκόπου δέν λειτούργησε ἐπιτυχῶς. Περιττεύει νά ἀναφέρουμε περιπτώσεις εἴτε ἀπό τό παρελθόν εἴτε ἀπό τά τελευταῖα χρόνια.
5. Ἡ Ἐκκλησία μας μέ βάση τόν Καταστατικό της Νόμο (590/1977) ἔχει τή δυνατότητα νά ψηφίζει Κανονισμούς, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν πλῆθος διοικητικῶν θεμάτων. Διερωτῶμαι: Γιά τό ζήτημα τῆς ἐκλογῆς βοηθῶν ἐπισκόπων, τῶν προϋποθέσεων, τῶν καθηκόντων, τῆς μελλοντικῆς τύχης τους καί κάθε ἄλλης ἀπαραίτητης σχετικῆς ρύθμισης, δέν θά ἔπρεπε νά ἔχει ψηφίσει ἕνα Κανονισμό τόν ὁποῖο καί νά ἀκολουθεῖ πιστά;
6. Ἡ ἐπιλογή βοηθῶν ἐπισκόπων ἐν πολλοῖς ἀκολουθεῖ τόν τρόπο ἐκλογῆς τῶν Μητροπολιτῶν. Τό τριπρόσωπο ὅμως τό προτείνει ὁ οἰκεῖος Ἱεράρχης, ὁ ὁποῖος ἀπ᾽ ἀρχῆς ἔχει καταστήσει σαφές ποιόν ἐπιθυμεῖ γιά βοηθό ἐπίσκοπό του. Θεμιτή κατ᾽ ἀρχήν ἡ ἐπιθυμία του ὁ βοηθός ἐπίσκοπός του νά εἶναι πρόσωπο τῆς ἀποδοχῆς του. Ἐδῶ ὅμως δέν πρόκειται ἁπλῶς γιά ἐπιλογή συνεργάτου ἀλλά γιά ἐκλογή ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας (ἔστω καί «πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» ἐπισκοπῆς), κανονικό δικαίωμα καί εὐθύνη ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων τῶν ἐπισκόπων πού συγκροτοῦν τήν τοπική σύνοδο καί ψηφίζουν γιά τήν ἀνάδειξη συνεπισκόπων τους ἐλεύθερα καί ὑπεύθυνα.
Ἄς μήν παραβλέπουμε ἀκόμη τόν κίνδυνο ὁ ἐν λόγω τρόπος ἐπιλογῆς νά εἰσάγει καί στήν Ἐκκλησία ἕναν ἰδιότυπο νεποτισμό καί νά προκαλεῖ τόν φθόνο καί ἀντιζηλίες μεταξύ των ἄλλων κληρικῶν μιᾶς Μητροπόλεως, ὅταν ὁ προτεινόμενος δείχνει νά εἶναι (ἤ εἶναι ὄντως) ὁ εὐνοούμενος τοῦ Μητροπολίτου.
7. Ἀνοίγοντας τά Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ τρέχοντος ἔτους (σελ. 348), διαπιστώνουμε ὅτι αὐτή τή στιγμή ἡ Ἐκκλησία μας διαθέτει εἰκοσιτρεῖς (Ναί, 23!) βοηθούς ἐπισκόπους καί ὀκτώ τιτουλαρίους Μητροπολίτες! Ἄν τώρα σ᾽ αὐτούς προσθέσουμε καί τούς ἐξωκλιματικούς, οἱ ὁποῖοι συνήθως διαμένουν καί δραστηριοποιοῦνται στόν ἑλλαδικό χῶρο (μέ ὅλα τα συμπαρομαρτούντα…), ὁδηγούμαστε σέ ἕνα πρωτοφανῆ γιά τήν Ἐκκλησία μας ἐπισκοπικό …πληθωρισμό, πού πολύ ἀμφιβάλλω ἄν οἰκοδομεῖ τήν Ἐκκλησία καί ἄν συνεργεῖ στή διαφύλαξη τοῦ κύρους τοῦ ἐπισκοπικοῦ λειτουργήματος.
Θά συνεχίσουμε, λοιπόν, στόν ἴδιο δρόμο καί κατά τήν προσεχῆ Ἱεραρχία; Ἡ εὐθύνη μας εἶναι πολύ μεγάλη: Ἀπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί προέδρου μας μέχρι καί τοῦ νεωτέρου ἀδελφοῦ Μητροπολίτου.




