Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως: πίστις, ἱστορία, πτωχεία καὶ κοινωνικὸς μετασχηματισμός – 2ον

Share:

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου, ὑπ. Δ/ρος Δογματικῆς θεολογίας

 

 

2ον- Τελευταῖον

Ὀρθοδοξία καὶ ὀρθοπραξία

  Μία ἰδιαίτερα σημαντικὴ θέση τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως εἶναι ὅτι ἡ ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ ὀρθὴ πίστη, δὲν ἀρκεῖ ἐὰν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ὀρθοπραξία. Δὲν ἀρκεῖ κάποιος νὰ διατυπώνει σωστὰ τὶς δογματικὲς ἀλήθειες, ἐὰν ἡ ζωή του παραμένει ἀδιάφορη ἀπέναντι στὴν κοινωνικὴ ἀδικία.

Ἡ πίστη πρέπει νὰ γεννᾷ ἀλληλεγγύη καὶ δίψα γιὰ δικαιοσύνη. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ ὀρθοπραξία ἀποκτᾷ σχεδὸν κριτηριακὸ χαρακτῆρα γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς πίστεως. Ἡ θεολογία δὲν ἀξιολογεῖ­ται μόνο ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴ λογικὴ καὶ τὴ δογματική της ἀκρίβεια, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν πράξη ποὺ παράγει.

Ἀπὸ ἐδῶ προκύπτει ἡ ἀπαίτηση γιὰ μετασχηματισμὸ τῆς κοινωνίας. Ἡ κοινωνία καλεῖται νὰ γίνει εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς τέλεια ἀμοιβαιότητα. Ἡ τριαδολογία ἀποκτᾷ, ἔτσι, κοινωνικὲς συνέπειες. Οἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν θείων Προσώπων χρησιμοποιοῦνται ὡς πρότυπο γιὰ τὴν κατανόηση τῶν ἀνθρωπίνων καὶ κοινωνικῶν σχέσεων.

Μία κοινωνία κυριαρχίας, ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἀποκλεισμοῦ δὲν μπορεῖ, μέσα σὲ αὐτὸ τὸ σχῆμα, νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀντανακλᾷ τὴν τριαδικὴ κοινωνία. Ἀντιθέτως, ἡ ἀμοιβαιότητα, ἡ κοινωνία, ἡ συμμετοχὴ καὶ ἡ ἰσότητα προβάλλονται ὡς κοινωνικὲς συνέπειες μιᾶς τριαδοκεντρικῆς θεολογίας.

Ἔτσι, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν προσωπικὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ ἁμαρτία συνδέονται στενά. Ἡ ἁμαρτία δὲν νοεῖται μόνο ὡς ἀτομικὴ πράξη. Μπορεῖ νὰ ἐνσωματώνεται σὲ κοινωνικὲς δομές, θεσμοὺς καὶ σχέσεις. Κατὰ συνέπεια, ἡ μετάνοια δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζεται ἀποκλειστικὰ στὴν ἐσωτερικὴ ἀλλαγὴ τοῦ ἀτόμου· πρέπει νὰ ἀποκτᾷ καὶ κοινωνικὴ διάσταση.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἱστορικὴ ἀπελευθέρωσις

   Ἡ σχέση μεταξὺ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα ζητήματα τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως. Ἡ Βασιλεία δὲν μετατίθεται ἀποκλειστικὰ στὸ ἐπέκεινα. Θεωρεῖται ὅτι ἐγκαινιάζεται ἤδη μέσα στὴν ἱστορικὴ διαδικασία τῆς ἀπελευθερώσεως.

Ἡ ἱστορικὴ ἀπελευθέρωση λειτουργεῖ ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν πλήρη πραγματοποίηση τῆς Βασιλείας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀσφαλῶς δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς ἕνα ἀνθρώπινο πολιτικὸ πρόγραμμα. Παρὰ ταῦτα, ἡ κοινωνικὴ ἀπελευθέρωση θεωρεῖται ὅτι ἔχει πραγματικὴ σχέση μαζί της.

Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο δημιουργεῖται ἕνας ἰσχυρὸς δεσμὸς μεταξὺ ἐσχατολογίας καὶ ἱστορίας. Ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα δὲν ὁδηγεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἐγκατάλειψη τοῦ κόσμου. Ἀντίθετα, γίνεται δύναμη μετασχηματισμοῦ τοῦ κόσμου. Ἡ προσδοκία τῆς Βασιλείας πρέπει νὰ δημιουργεῖ συγκεκριμένες πράξεις δικαιοσύνης μέσα στὴν ἱστορία.

Ἡ ἱστορικὴ δράση δὲν εἶναι λοιπὸν ἄσχετη πρὸς τὴ Βασιλεία. Κάθε πράξη ποὺ ἀποκαθιστᾷ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ποὺ καταπολεμᾷ τὴν ἐκμετάλλευση καὶ ποὺ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ καταπιεστικὲς δομὲς ἀποκτᾷ θεολογικὴ σημασία.

Ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ Μακαρισμοί

   Ἡ χριστολογία τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως δίνει ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν ἱστορικὴ δράση τοῦ Ἰησοῦ καὶ στὴ σχέση Του μὲ τοὺς πτωχούς. Ὁ Ἰησοῦς δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς διδάσκαλος πνευματικῶν ἀληθειῶν. Ἡ δράση Του ἐντάσσεται στὴν ἱστορία καὶ τὸ κήρυγμά Του ἔχει συνέπειες γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις.

Οἱ Μακαρισμοὶ ἀποκτοῦν κεντρικὴ θέση. Τὸ «μακάριοι οἱ πτωχοί» δὲν διαβάζεται μόνο ὡς ἀναφορὰ σὲ μία ἐσωτερικὴ πνευματικὴ διάθεση. Ἡ πραγματικότητα τῆς πτώχειας λαμβάνεται σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ Χριστὸς βρίσκεται κοντὰ στοὺς πτωχούς, στοὺς περιθωριοποιημένους καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ στεροῦνται ἀξιοπρέπειας καὶ κοινωνικῆς ἀναγνωρίσεως.

Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται ἔτσι ὡς ὁ Χριστὸς τῶν καταπιεσμένων. Ἡ σωτηριολογική Του σημασία συνδέεται μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὁλότητά του. Ἡ πίστη στὸν Χριστὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας.

Ἡ χριστολογία ἑπομένως ἀποκτᾷ ἀπελευθερωτικὴ λειτουργία. Τὸ ἐρώτημα «ποιός εἶναι ὁ Χριστός;» δὲν ἀπαντᾶται μόνο μὲ δο-γματικοὺς ὅρους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀναφορὰ στὴ θέση ποὺ λαμβάνει ὁ Ἰησοῦς μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ ἀπέναντι στοὺς ἀποκλεισμένους.

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις

  Παράλληλα, ἡ πνευματολογία ἐντάσσεται στὸ ἴδιο ἀπελευθερωτικὸ σχῆμα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θεωρεῖται παρὸν ὅπου ὑπάρχουν ἐλευθερία, ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καὶ δικαιοσύνη.

Ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος δὲν περιορίζεται στὸν στενὸ χῶρο μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς τελετουργίας. Ἀναζητεῖται καὶ μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, στὶς διαδικασίες ἐκεῖνες ποὺ θεωροῦνται ὅτι ὁδηγοῦν ἀπὸ τὴν καταπίεση πρὸς τὴν ἐλευθερία.

Αὐτὸ διευρύνει σημαντικὰ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ θεία δράση. Ὁ Θεὸς δὲν δρᾷ μόνο μέσα στὰ καθιερωμένα ἐκκλησιαστικὰ σχήματα. Ἡ δράση Του μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζεται στὶς ἱστορικὲς προσπάθειες ἀποκαταστάσεως τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας.

Ἡ θεολογικὴ αὐτὴ θέση ἔχει σημαντικὲς ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες.

Ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν-θεσμὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν- κοινότητα

  Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀσκεῖ κριτικὴ σὲ μία ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ τὴν περιορίζει στὸν θεσμό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ νοεῖται μόνο μέσα ἀπὸ τὶς διοικητικὲς καὶ ἱεραρχικές της δομές. Πρέπει νὰ νοηθεῖ πρωτίστως ὡς κοινότητα τῶν πιστῶν.

Ἰδιαίτερη σημασία ἀποκτοῦν οἱ σχέσεις συμμετοχῆς, κοινωνίας, διακονίας καὶ ἀγάπης. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας λαὸς ποὺ ζεῖ σὲ κοινότητα καὶ βρίσκεται σὲ πορεία. Ἀπὸ ἐδῶ προέρχεται καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ προσκύνημα μέσα στὴν ἱστορία.

Ἡ ἐκκλησιολογία αὐτὴ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὶς μικρὲς χριστιανικὲς κοινότητες καὶ μὲ τὴ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν. Ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ μιλᾷ γιὰ τὸν πτωχό, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἡ ἴδια Ἐκκλησία τῶν πτωχῶν.

Ἡ προαγωγὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἐντάσσεται ἔτσι στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀποστολή. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀρκεῖται σὲ μία γενικὴ ἠθικὴ διδασκαλία, ἐνῶ γύρω της ὑπάρχουν δομὲς ποὺ στεροῦν ἀπὸ ἀνθρώπους τὰ βασικὰ μέσα ζωῆς.

Ἡ κοινωνικὴ ἀποστολὴ δὲν ἀποτελεῖ πρόσ­θετη δραστηριότητα μετὰ τὴν «πραγματικὴ» ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἐντάσσεται στὸν ἴδιο τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαμβάνεται τὴν παρουσία της μέσα στὸν κόσμο.

Ἡ ἀλλαγὴ τῶν δομῶν

  Ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐπιμονὴ στὴν ἀλλαγὴ τῶν δομῶν. Ἡ χριστιανικὴ μεταστροφὴ δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι μία ἀλλαγὴ τῆς καρδιᾶς, ἐὰν οἱ κοινωνικὲς δομὲς παραμένουν ἀμετάβλητες.

Ἂν, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἄνθρωπος μετανοήσει προσωπικὰ, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συμμετέχει σὲ ἕνα σύστημα ποὺ ἐκμεταλλεύεται ἄλλους ἀνθρώπους, τότε ἡ μεταστροφή του θεωρεῖται ἐλλιπής. Χρειάζεται μεταβολὴ τόσο τοῦ προσώπου ὅσο καὶ τῶν κοινωνικῶν σχέσεων.

Αὐτὸ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες διαφοροποιήσεις τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀπὸ μία ἀμιγῶς ἀτομικιστικὴ ἀντίληψη τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ ἁμαρτία δὲν κατοικεῖ μόνο στὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Οἱ συνέπειες τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας μποροῦν νὰ ἀποκρυσταλλωθοῦν σὲ θεσμοὺς καὶ κοινωνικὲς δομές.

Ἑπομένως, ἡ εὐαγγελικὴ μεταστροφὴ ἀπαιτεῖ περισσότερα ἀπὸ μία ἀλλαγὴ τῆς καρδιᾶς. Ἀπαιτεῖ καὶ ἀλλαγὴ τῶν δομῶν.

Ἡ θεολογία ὡς κριτικὸς ἀναστοχασμὸς τῆς πράξεως

  Στὸ σημεῖο αὐτὸ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὸν ἴδιο τὸν ὁρισμὸ τῆς θεολογίας μέσα στὸ ἀπελευθερωτικὸ σχῆμα. Ἡ θεολογία χαρακτηρίζεται ὡς κριτικὸς ἀναστοχασμὸς ἐπάνω στὴν πράξη.

Ἡ φράση αὐτὴ συνοψίζει μία ὁλόκληρη μεθοδολογία. Πρῶτα ὑπάρχει ἡ πραγματικὴ ἱστορικὴ κατάσταση. Ἔπειτα ὑπάρχει ἡ συμμετοχὴ στὴν προσπάθεια μετασχηματισμοῦ της. Τέλος ἔρχεται ἡ θεολογία, γιὰ νὰ ἀναστοχασθεῖ κριτικὰ ἐπάνω σὲ αὐτὴ τὴν πράξη ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πίστεως.

Δὲν ἔχουμε ἑπομένως ἕνα κλειστὸ σύστημα ἀληθειῶν, τὸ ὁποῖο ἐφαρμόζεται μηχανικὰ σὲ κάθε ἐποχή. Ἡ ἱστορικὴ ἐμπειρία θέτει νέα ἐρωτήματα καὶ ὑποχρεώνει τὴ θεολογία νὰ ἐπανεξετάσει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζει τὸ χριστιανικὸ μήνυμα.

Ἡ θεολογία γίνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δυναμική, ἱστορικὴ καὶ πρακτική. Δὲν παρατηρεῖ ἁπλῶς τὴν πραγματικότητα. Θέλει νὰ τὴν ἐπηρεάσει.

Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως καὶ φεμινιστικὴ θεολογία

  Ἡ ἀπελευθερωτικὴ μέθοδος δὲν περιορίστηκε στὸ ἀρχικὸ οἰκονομικὸ καὶ ταξικὸ πλαίσιο. Ἐπηρέασε καὶ ἄλλα θεολογικὰ ρεύματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἰδιαίτερα τὴ φεμινιστικὴ θεολογία.

Ἡ βασικὴ λογικὴ παραμένει ἀνάλογη: ἐὰν ἡ θεολογία πρέπει νὰ ἐξετάζεται ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ τοῦ καταπιεσμένου, τότε μποροῦν νὰ τεθοῦν νέα ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ θέση τῆς γυναίκας, τὶς σχέσεις ἐξουσίας μεταξὺ τῶν φύλων καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁρισμένες θεολογικὲς παραδόσεις ἑρμηνεύθηκαν ἱστορικά.

Ἡ φεμινιστικὴ θεολογία χρησιμοποιεῖ ἔτσι ὁρισμένες ἀπὸ τὶς μεθοδολογικὲς ἀρχὲς τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως, γιὰ νὰ ἐξετάσει στοιχεῖα τῆς παραδοσιακῆς θεολογίας, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὅτι συνδέονται μὲ τὴν ὑποτίμηση ἢ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν γυναικῶν.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ κατηγορία τῆς ἀπελευθερώσεως ἐπεκτείνεται. Δὲν πρόκειται πλέον ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ οἰκονομικὰ πτωχοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση διαφορετικῶν μορφῶν καταπιέσεως.

Ἡ πίστις ὡς ἀμφισβήτησις τῆς ὑπαρχούσης τάξεως

  Σύμφωνα μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀνάλυση ποὺ παρουσιάζεται στὸ ἔργο τῶν Boff, κατὰ τὴ μετακωνσταντίνεια περίοδο ἡ χριστιανικὴ πίστη συνδέθηκε σὲ σημαντικὸ βαθμὸ μὲ τὴν κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ τάξη. Ἡ πίστη μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει συντηρητικὴ λειτουργία, δηλαδὴ νὰ συμβάλει στὴ διατήρηση τοῦ status quo, τῆς ὑφιστάμενης τάξεως πραγμάτων.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἐπιδιώκει νὰ ἀντιστρέψει αὐτὴ τὴ λειτουργία. Ἡ πίστη δὲν πρέπει νὰ καθαγιάζει τὴν ὑπάρχουσα τάξη, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀμφισβητεῖ, ὅταν αὐτὴ παράγει ἀδικία.

Ἑπομένως, ἡ χριστιανικὴ πίστη παρουσιάζεται ὡς δύναμη κριτικὴ ἀπέναντι στὸ κοινωνικὸ σύστημα. Δὲν ἀρκεῖ νὰ προσφέρει πνευματικὴ παρηγοριὰ στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν. Πρέπει νὰ θέτει τὸ ἐρώτημα, γιατί ὑποφέρουν καὶ ποιοί κοινωνικοὶ μηχανισμοὶ προκαλοῦν αὐτὴ τὴν κατάσταση.

Στὸ συγκεκριμένο πλαίσιο ἡ κριτικὴ στρέφεται ἰδιαίτερα ἐναντίον τοῦ καπιταλισμοῦ. Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀναζητεῖ μία ἐναλλακτικὴ κοινωνία ἀπέναντι σὲ ἕνα σύστημα, τὸ ὁποῖο θεωρεῖ ὅτι παράγει ἐκμετάλλευση, ἀνισότητα καὶ περιθωριοποίηση.

Ὁ τελικὸς σκοπὸς παρουσιάζεται ὡς μία κοινωνία ἐλεύθερων ἀνθρώπων, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, στὴν ὁποία οἱ σχέσεις κυριαρχίας θὰ ἔχουν ὑπερβληθεῖ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια θὰ γίνεται σεβαστή.

Ἡ ἀναζήτησις τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἱστορίαν

Ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα χαρακτηριστικὰ τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως εἶναι ἡ μετατόπιση τοῦ τόπου, στὸν ὁποῖο ἀναζητεῖται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν ἀναζητεῖται μόνο στὴ θεωρητικὴ θεολογικὴ σκέψη ἢ στὴν ἀτομικὴ θρησκευτικὴ ἐμπειρία. Ἀναζητεῖται μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία.

Καὶ ἰδιαίτερα, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν προσέγγιση, μέσα στοὺς ἀγῶνες καὶ στὴν ἀντίσταση τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ταπεινῶν.

Ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία γίνεται ἔτσι θεολογικὸς τόπος. Οἱ συγκρούσεις, οἱ κοινωνικὲς μεταβολές, οἱ ἀγῶνες γιὰ δικαιοσύνη καὶ οἱ προσ­πάθειες ἀπελευθερώσεως δὲν θεωροῦνται ἁπλῶς κοσμικὰ γεγονότα χωρὶς θεολογικὴ σημασία. Ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ ἀναζητήσει μέσα σὲ αὐτὰ τὰ γεγονότα τὰ σημεῖα τῆς παρουσίας καὶ τῆς δράσεως τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀρνεῖται νὰ χωρίσει ἀπόλυτα τὸ «πνευματικὸ» ἀπὸ τὸ «κοινωνικό». Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι μία. Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου, οἱ κοινωνικές του σχέσεις, ἡ οἰκονομική του κατάσταση καὶ ἡ πολιτικὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ὁποία ζεῖ ἀλληλεπιδροῦν.

Ὁ Θεός, ἑπομένως, πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ μέσα στὴν πραγματικὴ ἱστορία τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ αὐτή.

Πίστις, πρᾶξις καὶ κοινωνικὸς μετασχηματισμός

  Ἂν θέλαμε νὰ συγκεντρώσουμε τὴ βασικὴ συλλογιστικὴ τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως σὲ μία ἀκολουθία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦ­με ὅτι ξεκινᾷ ἀπὸ μία συγκεκριμένη ἐμπειρία: ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τὰ βασικὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς καὶ ὑφίστανται καταπίεση. Ἡ κατάσταση αὐτὴ δὲν θεωρεῖται ἁπλῶς φυσικὴ ἢ ἀναπόφευκτη, ἀλλὰ προϊόν συγκεκριμένων ἱστορικῶν καὶ κοινωνικῶν δομῶν.

Ἀπὸ ἐδῶ προκύπτει μία ἠθικὴ καὶ θεολογικὴ ἀπαίτηση. Ἡ πίστη στὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ παραμένει ἀδιάφορη ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ λάβει θέση ὑπὲρ τοῦ καταπιεσμένου.

Ἡ θέση αὐτὴ ὅμως δὲν ἐξαντλεῖται στὴν ἐλεημοσύνη. Πρέπει νὰ ὁδηγήσει σὲ ἀλληλεγγύη καὶ ἔπειτα σὲ ἀπελευθερωτικὴ πράξη.

Ἡ πράξη μὲ τὴ σειρά της ἀποσκοπεῖ στὴ μεταβολὴ ὄχι μόνο τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ καὶ τῶν δομῶν. Καὶ ἐπάνω σὲ αὐτὴ τὴν πράξη ἔρχεται κατόπιν ἡ θεολογία νὰ ἀσκήσει κριτικὸ ἀναστοχασμό. Ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας κύκλος μεταξὺ πίστεως, πράξεως καὶ θεολογικοῦ ἀναστοχασμοῦ. Ἡ θεολογία ὁδηγεῖ στὴν πράξη, ἡ πράξη δημιουργεῖ νέα ἱστορικὴ ἐμπειρία καὶ αὐτὴ ἡ ἐμπειρία ἐπανέρχεται ὡς νέο ἐρώτημα πρὸς τὴ θεολογία.

Ἡ συνολικὴ εἰκών

  Ἀπὸ ὅλα τὰ παραπάνω καθίσταται φανερὸ ὅτι ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία θεολογία «γιὰ τοὺς πτωχούς». Πρόκειται γιὰ μία συνολικότερη πρόταση σχετικὰ μὲ τὸ τί εἶναι ἡ θεολογία, ποιός εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ πῶς πρέπει νὰ κατανοηθεῖ ἡ σχέση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία.

  Στὸ ἐπίκεντρό της βρίσκεται ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὐδέτερη ἀπέναντι στὴν κοινωνικὴ ἀδικία. Ἡ πίστη πρέπει νὰ μεταμορφώνει τὴν ἱστορία.

Ὁ πτωχὸς δὲν εἶναι παθητικὸ ἀντικείμενο φιλανθρωπίας, ἀλλὰ ὑποκείμενο τῆς ἀπελευθερώσεώς του. Ἡ ἀλληλεγγύη πρέπει νὰ εἶναι πραγματικὴ καὶ ἀποτελεσματική. Ἡ πτώχεια ἀντιμετωπίζεται ὡς συλλογικὸ καὶ συγκρουσιακὸ κοινωνικὸ φαινόμενο. Γιὰ τὴν ἑρμηνεία της χρησιμοποιοῦνται ἐργαλεῖα κοινωνικῆς ἀναλύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μαρξιστικὲς μεθοδολογικὲς κατηγορίες.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐπαναδιαβάζεται μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸ κοινωνικὸ περιεχόμενο τοῦ μηνύματός της καὶ στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὶς ἀπελευθερωτικὲς διαδικασίες τῆς ἱστορίας. Ἡ θεολογία ξεκινᾷ ἀπὸ τὴν πράξη καὶ ἐπιστρέφει στὴν πράξη. Ἡ πίστη ἀποκτᾷ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ διάσταση.

Οἱ οἰκονομικὰ πτωχοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ στεροῦνται τὰ ἀναγκαῖα μέσα ἐπιβιώσεως: τροφή, ἔνδυση, κατοικία, ὑγεία, ἐκπαίδευση καὶ ἐργασία. Ἡ προτιμησιακὴ ἐπιλογὴ ὑπὲρ τῶν πτωχῶν στηρίζεται ὄχι στὴν ἐξιδανίκευση τῆς πτώχειας, ἀλλὰ στὴν ἀδικία ποὺ ὑφίστανται.

Ἡ ὀρθοδοξία δὲν θεωρεῖται ἐπαρκὴς χωρὶς ὀρθοπραξία. Ἡ πίστη πρέπει νὰ γεννᾷ ἀλληλεγγύη καὶ δίψα γιὰ δικαιοσύνη. Ἡ κοινωνία καλεῖται νὰ μετασχηματισθεῖ καὶ νὰ ἀντανακλᾷ τὴν τριαδικὴ ἀμοιβαιότητα. Ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ κοινωνικὴ ἁμαρτία ἀντιμετωπίζονται σὲ στενὴ σχέση μεταξύ τους.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ὅτι ἐγκαινιάζεται μέσα στὴν ἱστορικὴ διαδικασία τῆς ἀπελευθερώσεως, ἡ ὁποία προετοιμάζει τὴν πλήρη πραγμάτωσή της. Ὁ Ἰησοῦς τῶν Μακαρισμῶν συνδέεται ἰδιαίτερα μὲ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς καταπιεσμένους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀναζητεῖται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἐλευθερία, ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καὶ δικαιοσύνη.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται στὴν εἰκόνα ἑνὸς θεσμοῦ. Πρέπει νὰ εἶναι κοινότητα πιστῶν ποὺ ζοῦν σχέσεις συμμετοχῆς, κοινωνίας, διακονίας καὶ ἀγάπης. Εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ σὲ πορεία μέσα στὴν ἱστορία. Ἡ προαγωγὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῶν ἄδικων κοινωνικῶν δομῶν ἐντάσσονται στὴν ἀποστολή της.

Ἡ εὐαγγελικὴ μεταστροφὴ ἀπαιτεῖ, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴ λογική, περισσότερα ἀπὸ μία ἀτομικὴ ἀλλαγὴ καρδιᾶς. Ἀπαιτεῖ ἀλλαγὴ δομῶν. Ἡ θεολογία γίνεται κριτικὸς ἀναστοχασμὸς ἐπάνω στὴν πράξη. Καὶ ἡ ἀπελευθερωτικὴ αὐτὴ μεθοδολογία ἐπεκτείνεται σταδιακὰ καὶ σὲ ἄλλα ρεύματα, ὅπως ἡ φεμινιστικὴ θεολογία, ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἴδια λογικὴ σὲ ἄλλες μορφὲς κοινωνικῆς καταπιέσεως.

Τέλος, ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀντιπαραθέτει δύο διαφορετικοὺς τρόπους παρουσίας τῆς πίστεως μέσα στὴν κοινωνία. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ βρίσκεται μία πίστη, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ συντηρητικά, καθαγιάζοντας τὸ status quo. Ἀπὸ τὴν ἄλλη βρίσκεται μία πίστη, ἡ ὁποία ἀμφισβητεῖ τὴν ὑπάρχουσα τάξη, ὅταν αὐτὴ θεωρεῖται ἄδικη καὶ ἀναζητεῖ μία διαφορετικὴ κοινωνικὴ πραγματικότητα.

Ὁ τελικὸς ὁρίζοντας εἶναι μία κοινωνία ἐλεύθερων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὶς σχέσεις καταπιέσεως. Καὶ ὁ Θεὸς ἀναζητεῖται ὄχι ἔξω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀλλὰ μέσα σὲ αὐτὴν καί, ἰδιαίτερα, μέσα στοὺς ἀγῶνες καὶ στὴν ἀντίσταση τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ταπεινῶν.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐξηγεῖ γιατί ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀποτελεῖ πολὺ περισσότερα ἀπὸ μία κοινωνικὴ διδασκαλία περὶ πτώχειας. Προτείνει ἕνα διαφορετικὸ τρόπο ἀσκήσεως τῆς ἴδιας τῆς θεολογίας: ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῶν καταπιεσμένων πρὸς τὴν πίστη, ἀπὸ τὴν πίστη πρὸς τὴν πράξη καὶ ἀπὸ τὴν πράξη πρὸς τὸν μετασχηματισμὸ τῆς ἱστορίας.

Μποροῦν, ὅμως, ὅλα τὰ ἀνωτέρω νὰ μεταφερθοῦν στὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως κάνει ἡ λεγόμενη «Κοινωνικὴ Ὀρθοδοξία» τῶν καθηγητῶν Θ. Παπαθανασίου καὶ Π. Καλαϊτζίδη, λόγου χάριν; Φρονοῦμε πὼς ὄχι. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, σέ ἄλλο κείμενό μας θὰ ἀσκήσουμε μία κριτικὴ στὴ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου.

 

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως: πίστις, ἱστορία, πτωχεία καὶ κοινωνικὸς μετασχηματισμός – 1ον

  Next Article

Ἡ ὑλιστικὴ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ δημιουργήση ζωὴν